Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

H Βάρδος Νέξ-σελίδα 68


Το Αιμάτινο Μονοπάτι
             Ο διευθυντής του πανδοχείου λίγη ώρα αφότου έφυγε ο φαινομενικός μου σύντροφος μπήκε εκνευρισμένος μέσα στο δωμάτιο. Εδώ, θα πρέπει να αναφέρω πως δεν ήταν ακριβώς δωμάτιο, καθώς κοιμόμουνα στο στάβλο σαν να ήμουν ζώο, μα νομίζω πως δεν έχει ιδιαίτερη ο τόπος όπου κοιμήθηκα.
             Θυμάμαι, να μου φωνάζει επιθετικά. Κάτι έλεγε για κλοπή και ότι όφειλα να πληρώσω για τη διανυκτέρευσή μου. Εγώ, δεν του έδωσα σημασία καθώς μπορούσα εύκολα να τον ρίξω στο πάτωμα και να ξεφύγω από το πανδοχείο. Το γεγονός όμως ότι δεν είχα ζήσει σε μια κοινωνία μαζί με ανθρώπους με εξώθησε σε μια παράτολμη πράξη, να παραμείνω στο πανδοχείο και να δουλεύω σαν υποζύγιο. Για να αποπληρώσω το χρέος μου θα αναλάμβανα τη μεταφορά φορτίων για λογαριασμό του πανδοχείου. Κάποτε, περίπου μετά από ένα μήνα, θα ξεχρέωνα και έπειτα γνωρίζοντας περισσότερα για τους ανθρώπους θα ήμουνα σε θέση να πάρω  εκδίκηση για την εξαπάτηση του εαυτού μου, μα και για τον αφανισμό της οικογένειάς μου.
              Ο χρόνος κύλησε λοιπόν αρκετά ευχάριστα. Έμαθα να δέχομαι τα έντονα περιστατικά και τη χείριστη συμπεριφορά των ανθρώπων. Παράλληλα, έμαθα να καταναλώνω και άλλα προϊόντα εκτός από κρέας. Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, όλα έβαιναν καλώς μέχρι να εμφανιστεί στο πανδοχείο εκείνος που με είχε εγκαταλείψει πριν από περίπου πέντε μήνες. Ναι, καλά ακούσατε. Είχα λησμονήσει τους στόχους που είχε θέσει όταν είχα ξεφύγει από τη σφαγή των δικών μου.
               Ήρθε στο πανδοχείο. Με είδε, μα δεν με αναγνώρισε. Κοιτάζοντας τα μάτια του κατάφερα να διεισδύσω βαθύτερα στα μύχια της ψυχής του και να δω τον εγωκεντρισμό και τη μεγαλομανία που χαρακτήριζαν αυτόν τον άντρα. Βλέποντας την αλήθεια, άρχισε να αναρωτιέμαι γιατί είχε ξεχάσει τους όρκους που είχα δώσει τότε στο ξέφωτο του δάσους, αλλά και στο πανδοχείο. Η φυλή μου συνήθιζε να λέει ότι ο χρόνος είναι ένας μάγος με εξαιρετικές ικανότητες που μπορούσε μ’ ένα απλό άγγιγμα να σε κάνει να λησμονήσεις τα σπουδαιότερα γεγονότα της ζωής σου. Αυτό το ρητό λοιπόν ταίριαζε απόλυτα στην κατάσταση στην οποία είχα περιέλθει.
              Ωστόσο, εκείνη η ξαφνική του εμφάνιση με ξύπνησε από το λήθαργο. Ο θυμός και το μίσος που είχαν θαφτεί μέσα σου θέριευσαν και πάλευαν να βγουν στην επιφάνεια. Φοβήθηκα πως δεν έπρεπε να βγουν, καθώς είχα αποκτήσει μια κανονική ζωή πια και δεν ήθελα να την καταστρέψω. Ένιωθα πως είχα βρει επιτέλους μία οικογένεια, κάποιους ανθρώπους που νοιάζονταν για τον τερατόμορφο τάρανδο.
              Η τιμή όμως είναι απίστευτα σημαντική, τουλάχιστον για μένα. Έπρεπε να πάρω εκδίκηση. Μονάχα μ’ αυτόν τον τρόπο θα ησύχαζα. Έτσι, την ίδια μέρα που εμφανίστηκε στο πανδοχείο τον σκότωσα. Όταν κοιμόταν μπήκα στο δωμάτιο αθόρυβα και τον κατέσφαξα. Οι οιμωγές του ακούστηκαν σ’ ολόκληρη την περιοχή. Κάποιοι έφτασαν μέχρι το δωμάτιο όπου γινόταν ο χώρος. Πάραυτα κοκάλωσαν από τον τρόμο και δεν έκαναν απολύτως τίποτα. Παρέμειναν απλοί παρατηρητές. Ίσως κατά βάθος να ποθούσαν να δούνε τον Χάροντα με το δρεπάνι να κόβει το νήμα της ζωής ενός ζωντανού.
               Τόσα χρόνια που ζω μπορώ να πω με σιγουριά ότι εσείς οι άνθρωποι είστε τα πιο απελπισμένα και καταχθόνια πλάσματα που υπάρχουν. Επιδιώκετε το θάνατο, μισείτε το συνάνθρωπό σας και βέβαια, νοιάζεστε ελάχιστα για το ευρύτερο καλό. Αν δεν ήσασταν τόσο ατομικιστές ίσως ο κόσμος να μην ήταν ποτέ έτσι. Αν ήσασταν φιλεύσπλαχνοι δεν θα είχε πεθάνει τότε εκείνος ο άνδρας στο πανδοχείο και εγώ δεν θα είχα οδηγηθεί σ’ έναν φαύλο κύκλο που είχε σαν στόχο να με οδηγήσει σ’ ένα πρωτόγνωρο μονοπάτι, στο «αιμάτινο μονοπάτι». Αυτή την ονομασία του έδωσα…  

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου