Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

H Βάρδος Νέξ-σελίδα 69


               Σίγουρα, φαντάζει τρομαχτικό όνομα, μα ουσιαστικά φανερώνεται έτσι ένας μέρος της αλήθειας ή τουλάχιστον ένα μέρος της ηθικής μου παρακμής. Το μονοπάτι αυτό ήταν όντως μέσα στα αίματα. Παρότι είχα μάθει να ζω μαζί με τους ανθρώπους, η εμφάνιση εκείνου του άνδρα κι ύστερα ο φόνος του ξύπνησαν εκείνο το ξεχασμένο κομμάτι του εαυτού μου που είχε πεθάνει με την παραμονή μου στο πανδοχείο. Τελικά όμως, το παρελθόν δεν μπορείς να το διαγράψεις, απλά να το καταδικάσεις να χαθεί στην λήθη. Ωστόσο, μια μικρή σπίθα δύναται να το επαναφέρει στο προσκήνιο. Η απότομη αυτή αλλαγή σε επηρεάζει καίρια και ίσως να σε οδηγεί εν τέλει σε λάθος δρόμους. Νομίζω πως εμένα με αντιπροσωπεύει απόλυτα η εξής φράση: «Αυτός που ξεχνάει κερδίζει κι αυτός που θυμάται χάνει». Νομίζω πως την είχαν αντικρίσει στην οροσειρά Λόριφ. Είχε χαραχθεί πάνω σ’ έναν βράχο».
                «Σε παρακαλώ μην ξεφεύγεις από την εξιστόρηση των γεγονότων που μας ενδιαφέρουν», είπε ο Βαλτάζαρ κι ένα δάκρυ κύλησε στο τραχύ του πρόσωπο και έπεσε στο δάπεδο του σπηλαίου.
                Το τερατόμορφο ζώο έδειχνε να μην αντιλαμβάνετε τα λόγια του βάρδου. Με το απλανές του βλέμμα κοίταζε το ταβάνι του σπηλαίου. Δεν ήξερε γιατί, αλλά κάτι μέσα του είχε πυροδοτήσει συναισθήματα χαράς. Ποτέ δεν είχε μιλήσει σ’ άλλον για τη ζωή του. Πάντοτε θεωρούσε τον εαυτό του κάτι σαν απόβρασμα της κοινωνίας. Ίσως τελικά να μην ήταν ο μόνος που είχε διαπράξει τόσα πολλά εγκλήματα εξαιτίας της φύσης του.
               Γέλασε δυνατά και συνέχισε την αφήγηση με περισσότερη ζωντάνια :
               «Αμέσως μετά το φόνο εγκατέλειψα το πανδοχείο. Θα εκπλήρωνα το στόχο που είχα θέσει πολύ πριν ξεκινήσω να περιδιαβαίνω το «αιμάτινο μονοπάτι»
             Έκανα περίπου τέσσερις μήνες να βρω τα ίχνη του πρώτου. Νομίζω πως δεν θα πρέπει να αναφερθούν με λεπτομέρεια οι έρευνες που έλαβαν χώρα. Θα τις παρακάμψω για να μην μακρηγορώ και θα επικεντρωθώ κυρίως στην περιγραφή των φόνων. Οι φόνοι πιστεύω πως θα φανερώσουν το τι ακριβώς είμαι.
             Ο πρώτος από τους μακελάρηδες είχε καταφύγει σ’ ένα κοντινό δάσος. Οι ντόπιοι έλεγαν ότι τον τελευταίο καιρό είχε μια αλλόκοτη συμπεριφορά. Συχνά τριγυρνούσε το βράδυ στους δρόμους και ισχυριζόταν πως κάτι ή κάποιος τον είχε βάλει στο μάτι. Ισχυριζόταν πως ήθελε να τον θανατώσει. Γι’ αυτόν τον λόγο κυρίως κατέφυγε στο δάσος. Εκεί, δημιούργησε μια καλύβα και βάλθηκε να ζει μέσα στο μυστηριώδες άλσος, καθώς θεωρούσε ότι ο διώκτης δεν θα ήταν τόσο αφελής ώστε να πατήσει το πόδι του σε μια περιοχή που είχαν λάβει χώρα διάφορα αλλόκοτα περιστατικά. Κοντολογίς, στο δάσος υποτίθεται ότι υπήρχαν αιμοβόρα τέρατα.
             Για να πω την αλήθεια, είχαν ως επί των πλείστων αλήθεια. Ωστόσο, εγώ δεν μπορώ να πω πως αντιμετώπισα ιδιαίτερες δυσκολίες στην προσπέλασή μου προς την καλύβα του ετοιμοθάνατου. Πρέπει να ήταν πάντως εξαιρετικά ανόητος ώστε να πιστεύει ότι κάποια αδύναμα τέρατα ήταν ικανά να με σκοτώσουν.
              Χτύπησα την ξύλινη πόρτα. Μια αρκετά χοντρή φωνή ακούστηκε. Με ρώτησε αν θυμάμαι καλά ποιος ήμουν και γιατί είχα έρθει στο σπίτι του. Είχε καταλάβει ποιος ήταν και απλά προσπαθούσε να παρατείνει τη ζωή του. Ίσως, όταν έχεις φτάσει σε σημείο να αντικρίζεις το θάνατο, να θες να βιώσεις ακόμα λίγα δευτερόλεπτα αυτό που εμείς το ονομάζουμε ζωή.
              Έριξα την πόρτα. Τον βρήκα να περιμένει σε μια γωνία. Κρατούσε τα γόνατά του δυνατά και έκλεγε με αναφιλητά. Φάνταζε σαν παιδάκι. Αν πρόσεχες βέβαια λίγο καλύτερα θα έβλεπες τόσο τα βρώμικα ρούχα του όσο και το λιπόσαρκο κορμί του. Αυτός ο άνθρωπος είχε πεθάνει εδώ και καιρό. Η τρέλα είχε παρείσφρηση μέσα στον εγκέφαλο και του έπαιζε παράξενα παιχνίδια…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου