Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Tο πετράδι με τις μαγικές δυνάμεις


Tο πετράδι με τις μαγικές δυνάμεις

Η ατμόσφαιρα στο σπίτι δεν θύμιζε σε τίποτα εκείνη την ευθυμία που επικρατούσε την προηγούμενη εβδομάδα. Τώρα, ο άνδρας στεκόταν σοβαρότερος από ποτέ μπροστά από το ημερολόγιο. Σε λίγες μέρες Θα γινόταν η παράδοση. Έπρεπε να κυλήσουν όλα ομαλά. Ωστόσο, αυτό το δυσάρεστο συναίσθημα που υπήρχε μέσα στα εσώψυχα του κορμιού σε συνδυασμό με την άπνοια του χώρου έδειχνε ότι κάτι θα πήγαινε στραβά.
Ξάφνου, ένα φως γέμισε το δωμάτιο. Έδιωξε κάθε σκιά που υπήρχε και μεγάλωσε το φόβο στην ψυχή του νεαρού άνδρα. Τρομαγμένος λοιπόν, κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε ένα αμάξι μεγάλου κυβισμού να σταματάει ακριβώς  έξω από το σπίτι. Πώς ήταν δυνατόν να είχαν έρθει κιόλας; Είχαν έρθει τρεις μέρες νωρίτερα. Του είχαν πει ότι υπήρχε περίπτωση να έρθουν νωρίτερα, μα δεν το περίμενε. Πάντοτε πίστευε πως είχε την κατάσταση υπό τον έλεγχό του. Άλλωστε, το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να βρει κι ύστερα να παραδώσει το πετράδι με τις μαγικές δυνάμεις. Γι’ αυτή τη δουλειά θα έπαιρνε περίπου μισό εκατομμύριο. Αφού έπαιρνε τα χρήματα θα εγκατέλειπε μια για πάντα την πόλη και ίσως και τη χώρα.
Προς στιγμήν ένιωσε πως είχε διαφύγει κάτι σημαντικό από την προσοχή του. Έστριψε το κεφάλι του προς το παρκαρισμένο αμάξι. Όντως, δεν έμοιαζε απόλυτα με το αμάξι που είχε έρθει πριν από περίπου ένα μήνα. Μολαταύτα, φαινόταν να έχει γίνει μια τιτάνια προσπάθεια ώστε να καλυφθούν τα ίχνη που ενδεχομένως θα μπορούσαν να δώσουν την απαραίτητη εκείνη σπίθα στον εγκέφαλο του νεαρού κλέφτη ώστε να αντιληφθεί ότι κάποιος άλλος έψαχνε τον ίδιο. Προτού συμφωνήσει να φέρει εις πέρας αυτή την αποστολή όφειλε μάλλον να αναλογιστεί ότι σίγουρα θα υπήρχαν κι άλλες ομάδες που θα ήθελαν το μυστηριώδες πετράδι. Έτσι όμως ήταν ο Κόλιν, όταν έβλεπε μια ευκαιρία δεν δίσταζε να την αρπάξει. Αυτή η υπόθεση μπορούσε να καλυτερεύσει κατά πολύ τη ζωή του. Θα μπορούσε επιτέλους να παντρευτεί και να δημιουργήσει μια οικογένεια.
Το δυνατό χτύπημα στην πόρτα σταμάτησε απότομα τον κυκεώνα των σκέψεων που είχε βαλθεί να αποπροσανατολίσει τον Κόλιν από τον πραγματικό κίνδυνο που ελλόχευε.
Χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο, άρπαξε ένα σακίδιο πλάτης και έβαλε μέσα το πολύτιμο πετράδι. Θα έβγαινε από το παράθυρο του μπάνιου και θα προσπαθούσε να διαφύγει από τους τύπους με τις μαύρες καμπαρτίνες που είχαν περικυκλώσει το σπίτι.
Δεν ακούστηκε δεύτερος χτύπος. Πίστεψε πως είχαν φύγει τόσο γρήγορα όσο εμφανίστηκαν. Προς στιγμήν ησύχασε. Κάθισε -φορώντας πάντοτε το σακίδιο- σε μια πεπαλαιωμένη πολυθρόνα. Είχε σταθεί αρκετές φορές τυχερός. Η θεά τύχη τον αγαπούσε ανέκαθεν. Γιατί τώρα να του γύρναγε την πλάτη;
Οι μεντεσέδες που στήριζαν την πόρτα έσπασαν μεμιάς. Η ξύλινη πόρτα έσπασε στα δύο και μυριάδες κομματάκια ξύλου διασκορπίστηκαν σ’ όλο το δωμάτιο. Το φως των αστεριών έδιωξε κάπως τις σκιές που γέμισαν το χωρίς φωτισμό δωμάτιο. Ο φόβος που πλανιόταν στην ατμόσφαιρα κατάφερε να εισχωρήσει και μέσα στο νεαρό κλέφτη.
Ο Κόλιν βλέποντας το ρωμαλέο άνδρα με την κατάμαυρη καμπαρντίνα προσπάθησε να κατευθυνθεί προς το παράθυρο. Ο φόβος όμως τον είχε πετρώσει. Δεν μπορούσε να κινηθεί. Παρέμεινε να κοιτάζει το μαυροντυμένο άνδρα που πλησίαζε απειλητικά.
Όσο πλησίαζε το νεαρό κλέφτη τα χαρακτηριστικά του προσώπου του άρχισαν να φανερώνονται έστω και με δυσκολία. Τα χαρακτηριστικά του φρικώδη, μα πέρα για πέρα αληθινά. Το μισό πρόσωπο είχε χαραγμένα πάνω του γράμματα άκρως αλλόκοτα. Θύμιζαν εκείνα τα σχέδια των σπηλαιανθρώπων. Παράλληλα, στόμα έδειχνε να μην υπάρχει. Τα μάτια του είχαν ένα έντονο κοκκινωπό χρώμα.
Σήκωσε το χέρι. Με το δείκτη του χεριού έδειξε το σακίδιο. Έβγαλε κάποιες ακαταλαβίστικες ιαχές. Στα αυτιά του Κόλιν ακούστηκαν σαν «Ριλε Κουφθου χιθ». Σίγουρα, ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά του έκρυβε ένα τεράστιο μυστικό. Ο σοφός λαός ισχυρίζεται ότι ο φόβος δίνει φτερά. Στην προκειμένη περίπτωση ο φόβος που είχε φωλιάσει εδώ και κάμποσο καιρό στην ψυχή του νεαρού άνδρα του υπαγόρευσε να σηκωθεί και να το βάλει στα πόδια.
Πετάχτηκε σαν να είχε ελατήρια. Χωρίς δεύτερες σκέψεις έτρεξε προς το μπάνιο. Διάβηκε την είσοδο του στενόχωρου δωματίου. Κλείδωσε την πόρτα μ’ εκείνον το χειροποίητο σύρτη που είχε κατασκευάσει πριν από περίπου δύο χρόνια. Ίσως κρατούσε μακριά τον άνδρα με την καμπαρντίνα για κάποιο διάστημα. Άνοιξε το μικρό παραθυράκι. Έλεγξε το στενό σοκάκι. Δεν υπήρχε ψυχή έξω. Επειδή δεν χωρούσε να περάσει μαζί με το σακίδιο, το πέταξε πρώτα κι ύστερα βγήκε κι εκείνος.
Έχοντας βγει στο σοκάκι που βρισκόταν ακριβώς πίσω από το σπίτι του, ο Κόλιν μύρισε μια έντονη δυσοσμία. Η μυρωδιά ερχόταν από τους σκουπιδοτενεκέδες που υπήρχαν στα αριστερά του. Κοίταξε προς τα εκεί. Το θέαμα τον σόκαρε. Μέσα στα σκουπίδια υπήρχε μια αγέλη αρουραίων που έτρωγαν με ιδιαίτερη ευχαρίστηση τα πτώματα δύο ανθρώπων. Τι γινόταν; Πού είχε μπλέξει άραγε;
Στην είσοδο του σοκακιού εμφανίστηκε ένα κατάμαυρο αυτοκίνητο. Τα αναμμένα φώτα τον τύφλωσαν. Ωστόσο, το αμάξι μαζί με τον ήχο της ξύλινης πόρτας που έσπαγε επέτειναν τόσο την αγωνία του όσο και το φόβο. Είχε αποκλειστεί και το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι αργά ή γρήγορα θα είχε την ίδια κατάληξη μ’ εκείνα τα πτώματα είτε παρέδινε τον πολύτιμο λίθο είτε όχι.
Η πόρτα του συνοδηγού άνοιξε. Από μέσα βγήκε ένας άνδρας ολόιδιος μ’ εκείνον που είχε μπει μέσα στο σπίτι του νεαρού κλέφτη. Κοίταξε τον νέο και φώναξε: «Ριλε Κουφθου χιθ».
Ο Κόλιν δεν έδωσε σημασία. Έπρεπε να σώσει το τομάρι του. Συνήθως, κάπου εκεί υπήρχε μια ετοιμόρροπη σκαλωσιά που οδηγούσε στις ταράτσες των πολυκατοικιών. Ωστόσο, μέσα στην ταραχή του αδυνατούσε να την βρει. Ο μαυροντυμένος άνδρας πλησίαζε απειλητικά και ο νέος δεν ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει.
Τα μάτια του επιτέλους εντόπισαν τη σκαλωσιά. Άρχισε να τρέχει αλαφιασμένος προς τα εκεί. Έπιασε τα σκουριασμένα σκαλοπάτια. Άρχισε να ανεβαίνει βιαστικά. Ο εχθρός εξακολουθούσε να βρίσκεται κατά πόδας. Το αριστερό του χέρι έπιασε με δύναμη το σιδερένιο σκαλοπάτι. Εκείνο δεν παρέμεινε όμως στη θέση του. Έσπασε και μαζί του ο διωκόμενος βρέθηκε στο έδαφος.
Προτού συνέλθει από την πτώση ένιωσε δύο παγωμένα χέρια να τον γραπώνουν από τους ώμους. Ο διώκτης είχε καταφέρει να τον πιάσει. Τον ταρακουνούσε με μανία για να του πάρει το σακίδιο. Εκείνος όμως αντιστάθηκε. Με μια κλωτσιά στο πρόσωπο τον εκσφενδόνισε πάνω στους σκουπιδοτενεκέδες.
Το χτύπημα όμως  πέρα από την εκτόξευση του μαυροντυμένου άνδρα φανέρωσε και τα πραγματικά χαρακτηριστικά του προσώπου του. Δεν ήταν άνθρωπος. Ήταν ένα τέρας. Τα αυτιά του ήταν μυτερά, ενώ από το στόμα προεξείχαν κάτι κατακόκκινα πλοκάμια.
«Τι θέλετε;», φώναξε ο Κόλιν τρομοκρατημένος.
«Ριλε Κουφθου χιθ», φώναξε το πεσμένο τέρας δείχνοντας πάντα το σακίδιο.
Σχεδόν μηχανικά, ο κλέφτης έβγαλε τον πολύτιμο λίθο από το σακίδιο. Κοίταξε για μια τελευταία φορά το τέρας και πέταξε με όση δύναμη του είχε απομείνει το λίθο πάνω στην άσφαλτο.
Οι οιμωγές που έβγαλαν τα τέρατα ακούστηκαν σε όλο το τετράγωνο. Δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να σπάσει το πετράδι. Φαίνεται να το είχαν τεράστια ανάγκη.
Ο Κόλιν χαμογέλασε πονηρά. Έσκυψε, πήρε ένα κομματάκι από το μαγικό πετράδι και κατευθύνθηκε προς τη σκαλωσιά. Αυτή τη φορά την ανέβηκε χωρίς κανένα πρόβλημα. Κάτω από το φως τον αστεριών απομακρύνθηκε όσο γρηγορότερα μπορούσε από το σοκάκι…
«Αυτό ήταν το τέλος, αγαπητέ εγγονέ», ανακοίνωσε ο παππούς με μια εμφανή μελαγχολία στα μάτια του.
Ο έφηβος εγγονός κοίταξε εκστασιασμένος τον παππού του.
«Είναι αληθινή αυτή η ιστορία παππού;»
«Είναι τόσο αληθινή όσο η γαλάζια θάλασσα. Άντε, πήγαινε τώρα για ύπνο».
Όταν ο εγγονός έφυγε από το καθιστικό, ο γέροντας κατευθύνθηκε προς το παράθυρο. «Αληθινή όσο η γαλάζια θάλασσα», ψιθύριζε καθώς έβγαζε από την τσέπη του παντελονιού του το κομμάτι του πολύτιμου λίθου…

Πηγή:http://pacific.jour.auth.gr/emmeis/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου