Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι-Πηνελόπη Δέλτα


Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο. Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.
Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.
«Πρωτοχρονιά αύριο», μουρμούρισε, «διασκεδάζουν εκεί μέσα».
Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί, με λιωμένο αχνό πρόσωπο.
Κουτιά γεμάτα μπογιές, μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα, σιδηρόδρομοι και καραβάκια, που σκέπαζαν το κρεβάτι του, έστεκαν άγγιχτα. Τ' αδύνατα χεράκια του έμεναν ακίνητα στο σεντόνι απάνω' δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.
-Τι συλλογίζεσαι, Βασιλάκη; ρώτησε η μητέρα του.
- Κοίταζα τα χιόνια, αποκρίθηκε ο μικρός, και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου μου, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολλά κεράκια... Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ;
-Ναι, παιδί μου, βρήκε, και θα σου το φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου σου, μα το στόλισε ο πατέρας σου... και είναι πολύ όμορφο... Είσαι ευχαριστημένος;
-Ναι, είπε ο Βασιλάκης χωρίς ενθουσιασμό.
Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο, και το έστησαν απάνω στο τραπέζι. Τα κλαδιά ήταν φορτωμένα χρυσά και ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες. Παντού στέκουνταν όρθια τ' αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.
-Ε, Βασιλάκη, σ' αρέσει το δέντρο σου; ρώτησε ζωηρά ο πατέρας του.
Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με σβησμένα αγέλαστα μάτια.
- Το φαντάζουμουν ωραιότερο, είπε με τη βαρεμένη του φωνή.
Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο παράθυρο και στα χιόνια του αντικρινού σπιτιού.
- Πατέρα, λες του χρόνου την Πρωτοχρονιά να είμαι πια καλά και να βγω κι εγώ στα χιόνια;
- Ναι, παιδί μου, είπε ο πατέρας.
Και η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει τα κλάματα που την έπνιγαν.
-Τι όμορφα που θα είναι να τρέχεις στα χιόνια... είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. Τι δε θα έδινα για να δω τι γίνεται έξω...
Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γέμιζαν τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.
-Αχ, τι ωραίο! είπε το φτωχό· πρέπει να το έφερε ο Άη-Βασίλης.
Και τα μάτια του έτρωγαν το δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια του, μήπως και τον ζεστάνουν λίγο.
-Ο Άη-Βασίλης... μουρμούρισε. Γιατί δεν έρχεται κάποτε και σε μας, ο Άη-Βασίλης;
Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του· όλα τα είχε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της μάνας του. Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί τους, μα άλλο από ψωμί δεν πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε χάρισμα να του δίνει, και αυτήν του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθαν οι κακοί καιροί, η αρρώστια, η μαύρη φτώχεια, και πέθανε η μάνα του και την έβαλαν σε σανιδένια κάσα, και την πήγαν στο νεκροταφείο, και την είδε που τη σκέπασαν τα χώματα. Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι, κι έφυγε το έρημο ορφανό και ήλθε κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του Άη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους που διασκέδαζαν πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.

Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσαν στις πόρτες των αρχοντόσπιτων και έλεγαν τον Άγιο Βασίλη. Μα τ' ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει και αυτό σε καμιά πόρτα, ούτε ήταν μαθημένο στην ταραχή της μεγάλης πολιτείας. Και λίγο-λίγο, τράβηξε κατά τους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο, και ήλθε και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.
Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι έρχουνταν σκιές. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα!
Ο Βασίλης θυμήθηκε πως την τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάγει το πρωί. Και μέσα κει θα έτρωγαν τώρα πίτα!
Αχ, και να είχε και αυτός μια βουκίτσα να γελάσει την πείνα του! Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο αφράτη, καθώς την πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. Άραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του έδινε κανένα κομματάκι;
Και έξαφνα, χωρίς να ξέρει και αυτός πώς το έκανε, άρχισε να τραγουδά:
«Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία... βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».
Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, διάφορες σκιές πήγαν και ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο μπορούσε περισσότερο.
- Παναγιά μου! ψιθύρισε, λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουν καλή ψυχή και περιφρονούν τους φτωχούς...
Και με τρομαγμένα μάτια ακολουθούσε το πήγαινε κι έλα των ανθρώπων μες στην κάμαρα.
Μες στην καμάρα είχαν κόψει την πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας με αδιαφορία το κομμάτι του, χωρίς καν να το γευθεί.
- Δεν το κόβεις να δεις αν σου έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου; ρώτησε τρυφερά η μητέρα του.
-Ναι, μητέρα, θα το γυρέψω, αποκρίθηκε, αλλά δεν κούνησε, ούτε άλλαξε η κουρασμένη όψη του.
Έξαφνα ανέβηκε ως το δωμάτιο του άρρωστου αγοριού μια φωνή παιδιάτικη, τρεμουλιαστή, σα φοβισμένη: «Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία... βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».
Ο Βασιλάκης ξαφνίστηκε' άναψαν μια στιγμή τα μάτια του, ζωήρεψε το μελαγχολικό του πρόσωπο.
-Πατέρα, πατέρα! φώναξε, τ' ακούς; Τραγουδά απ' έξω... Θα είναι κανένα αγοράκι... φώναξε το! Πολύ σε παρακαλώ!
Η μητέρα του είχε πάγει κιόλα στο παράθυρο, μα δεν είδε τίποτε.
- Δε βλέπω κανένα παιδί, είπε.
- Πατέρα, κοίταξε συ, άνοιξε το παράθυρο, φώναξε το παιδί να έλθει να πάρει από την πίτα, το κομμάτι του φτωχού... και να μας πει τι γίνεται έξω...
Πήγε ο πατέρας στο παράθυρο, το άνοιξε, έσκυψε έξω, κοίταξε δεξιά, αριστερά, μα δεν είδε τίποτε· έκλεισε το παράθυρο και γύρισε στο κρεβάτι του Βασιλάκη.
- Πέρασε το παιδί και πάει, είπε ζωηρά· μα δεν πειράζει, θα περάσει και άλλο και τότε το φωνάζομε· δοκίμασε την πίτα σου ωστόσο.
Μα ο Βασιλάκης δεν πεινούσε· έσπρωξε το πιάτο του, ακούμπησε στα μαξιλάρια και έκλεισε τα μάτια. Η ζωηράδα του προσώπου του είχε σβήσει· το φλουρί της πίτας δεν τον ενδιέφερε, ούτε το δέντρο όπου είχαν σβήσει πια τα κεράκια, ούτε τα δώρα του. Το δρόμο μόνο συλλογίζουνταν...
Και το παιδάκι, που μπορούσε να πει την ομορφιά της ελευθερίας, τη χαρά να τρέχεις και να βουτάς στα χιόνια, είχε περάσει και πάει!
- Θέλεις, παιδί μου, να φας την πίτα σου αύριο; ρώτησε η μητέρα χαϊδεύοντας γλυκά το μέτωπο του.
-Ναι, μητέρα, αύριο.
Η μητέρα έκανε νόημα σ' όλους να βγουν από το δωμάτιο.
Ο Βασιλάκης ήταν κουρασμένος... Ο Βασιλάκης ήθελε να κοιμηθεί...
Πήρε το πιάτο με την πίτα και το ακούμπησε στο τραπέζι, κοντά στο κομμάτι του φτωχού· έσβησε τα φώτα, άναψε την καντήλα, φίλησε γλυκά το αγόρι της και βγήκε από το δωμάτιο.
Μα ο Βασιλάκης δε νύσταζε· ο νους του έμενε στο δρόμο και στη χαρά που θα είχε αν μπορούσε να τρέξει στα χιόνια...
Κοίταξε γύρω του, είδε πως ήταν μόνος' με κόπο κατέβηκε από το κρεβάτι, και σιγά-σιγά σύρθηκε ως το παράθυρο.
Αχ! και να έβλεπε λιγάκι απ' έξω το χιονισμένο δρόμο, τα φανάρια, τ' άσπρα δέντρα...
Με δυσκολία γύρισε το πόμολο, άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε έξω. Το κρύο τον ξάφνισε, του έκοψε την αναπνοή, ζήτησε να στηριχθεί στο πεζούλι του παραθύρου μα όλα γύριζαν, του φάνηκε πως πέφτει...
Έξαφνα, από το παράθυρο πήδησε μέσα ένας άνθρωπος, και ο Βασιλάκης από το σάστισμά του ξέχασε τη ζάλη του. Ήταν γέρος, χιονοσκεπασμένος, με μακριά καλογερικά ρούχα και μεγάλα άσπρα γένια' τον κοίταξε ο Βασιλάκης και τον ανεγνώρισε:
-Ο Αη-Βασίλης... ψιθύρισε.


- Ναι, εγώ είμαι, είπε ο Άη-Βασίλης με το ανοιχτόκαρδο χαμόγελο του. Ήλθα να σε ρωτήσω, τι θέλεις να σου δώσω για την εορτή μου, που ξημερώνει αύριο, και που είναι και δική σου εορτή;
-Αχ, Άη-Βασίλη μου, να μη μου δώσεις πια τίποτα! φώναξε ο Βασιλάκης σταυρώνοντας παρακλητικά τα χέρια του. Δες πόσα πράγματα μου έδωσαν, και τα έχω τόσο βαρεθεί! Μα πάρε με έξω μαζί σου! Πάρε με στα χιόνια! Θέλω τόσο να τρέξω ελεύθερα!
- Θέλεις; είπε ο Άη-Βασίλης. Μα έξω κάνει κρύο! Και συ έχεις όλα τα καλά του κόσμου! Τόσα παιχνίδια, τόσα χάδια, και ζεστασιά, και πίτα που ούτε τη δοκίμασες ακόμα... Και θέλεις να φύγεις;
-Ναι! Να βγω στα χιόνια, να τρέξω ελεύθερα, αχ, πάρε με, πάρε με, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρακάλεσε ο Βασιλάκης. Πάρε με στα χιόνια!
Ο Άη-Βασίλης χαμογέλασε πάλι.
- Καλά, είπε. Εγώ σήμερα δε χαλώ χατήρι κανενός. Έλα μαζί μου αφού το θέλεις.
Και πήρε το Βασιλάκη στην αγκαλιά του, και πέταξε από το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό...
Στα χιόνια κάθουνταν ο Βασίλης με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Με τρομάρα είχε δει έναν κύριο που άνοιξε τα γυαλιά και κοίταζε στο δρόμο· μα έτσι μικρός που ήταν και ζαρωμένος στη γωνίτσα του, δεν τον είδε ο κύριος. Και το παράθυρο έκλεισε πάλι.
Τα κεράκια του δέντρου είχαν σβήσει, οι σκιές πήγαιναν κι έρχονταν ακόμα· ύστερα έσβησαν και τα φώτα, και μόνο μια καντήλα τρεμόφεγγε, στημένη σε κανένα έπιπλο απάνω. Και ο Βασίλης ακόμα κοίταζε, σα μαγνητισμένος από τη θαμπερή λάμψη της.
Το κρύο όλο δυνάμωνε· τα βλέφαρα του Βασίλη βάραιναν. Θυμήθηκε τη μάνα του και τη ζεστή της αγκαλιά. Έριξε μια ματιά στο παράθυρο και συλλογίστηκε πως εκεί μέσα θα έκαμνε ζέστη... Αχ! λίγη ζέστη...
Λαφρύς κρότος τον ξάφνιασε. Σήκωσε τα μάτια του τρομαγμένος. Το παράθυρο είχε ανοίξει πάλι, μα δεν ήταν πια εκεί ο ίδιος κύριος· ένα παιδάκι, στα νυχτικά του, έσκυβε να δει το δρόμο.
Μια στιγμή το κοίταξε με απορία ο Βασίλης, μα τόσο βαριά ήταν τα βλέφαρα του, που δεν μπορούσε να τα βαστάξει ανοιχτά. Έκανε πάλι να δει το αντικρινό παιδί, και του φάνηκε πως σωριάζουνταν στο πάτωμα το άσπρο κορμάκι, μα δεν πρόφθασε να βεβαιωθεί.
Ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο και τα μάτια του έκλεισαν μονάχα τους. Έξαφνα, μια λάμψη τον ξύπνησε· εμπρός του στέκουνταν ένας γέρος ντυμένος στα κόκκινα και στα χρυσά. Τα γένια του ήταν μακριά και κάτασπρα, και γύρω του χύνουνταν τόση ζέστη, που ο Βασίλης ξέχασε τα χιόνια και το βοριά. Κοίταξε το γέρο και τον ανεγνώρισε.
-Ο Άη Βασίλης! έκανε μαγεμένος.
-Ναι, ο Άη-Βασίλης, είπε ο γέρος. Σ' άκουσα που έλεγες πως δεν έρχομαι ποτέ σε σας και, βλέπεις, τώρα ήλθα.
Τ' ορφανό τον κοίταξε μ' έκσταση. Ο Άη-Βασίλης γέλασε.
-Λοιπόν πες μου, του είπε· αύριο ξημερώνει Πρωτοχρονιά, που είναι εορτή μου και δική σου εορτή. Τι θέλεις να σου χαρίσω;
Ο Βασίλης έριξε μια ματιά στο αντικρινό παράθυρο. Η καντήλα είχε σβήσει και αυτή· τόσο κρύο θα ήταν τώρα κι εκεί μέσα...
- Θέλω, παρακαλώ, λίγη πίτα, είπε δειλά, και θέλω πάλι τη μάνα μου... Μα ίσως αυτό να είναι αδύνατο; ρώτησε φοβισμένος λίγο για τη μεγάλη του απαίτηση.
-Τίποτα δεν είναι αδύνατο σήμερα, είπε ο Άη-Βασίλης, και ό,τι ζητήσεις θα σου το κάνω. Πίτες όσες θέλεις θα σου δώσω, και τη μάνα σου θα την ξαναδείς οπόταν θέλεις. Μα σκέψου, είναι και μερικά παιδιά που λαχταρούν την ελευθερία σου. Εσύ μπορείς τον κόσμον όλο να τον γυρίσεις, να ζήσεις όπως θέλεις. Είσαι ακόμα μικρός και ο κόσμος όλος είναι ανοιχτός μπροστά σου...
-Αχ όχι, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρεκάλεσε ο μικρός. Μόνο πάρε με στη μάνα μου! Και δωσ' μου λίγη πίτα και για κείνην, που δεν έχει φάγει τώρα τόσα χρόνια!
-Καλά, είπε ο Άη-Βασίλης με το καλό του χαμόγελο, σήμερα δε χαλώ κανενός χατήρι. Έλα να σε πάγω στη μάνα σου.
Και τον πήρε ο Άη-Βασίλης στην αγκαλιά του, και πέταξε ψηλά, ψηλά, τόσο που περνούσε πάνω από τα ψηλότερα σπίτια, κι έφυγαν.
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την ώρα που χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες σ' όλες τις εκκλησιές της χώρας, βγήκε ο Νικόλας ο υπηρέτης, με μάτια κοκκινισμένα από τα κλάματα, στο χιονισμένο δρόμο.
Χωμένο σε μια γωνιά της εξώπορτας του αντικρινού σπιτιού, είδε ένα παιδάκι που φαίνονταν να κοιμάται. Το σίμωσε, το άγγιξε, το βρήκε παγωμένο.
Το πήρε στην αγκαλιά του και το ανέβασε στο αρχοντόσπιτο, όπου μητέρα και πατέρας, πλάγι στο κρεβάτι του Βασιλάκη, έκλαιγαν το πεθαμένο τους αγόρι.
Μαζί τα ξάπλωσαν πλάγι-πλάγι, το χαδεμένο μονοπαίδι και το έρημο ορφανό.
Πάνω στο τραπέζι, δυο κομμάτια πίτας ξηραίνονταν άγγιχτα, το κομμάτι του Βασιλάκη και το κομμάτι του Βασίλη.
Πλάγι-πλάγι έθαψαν τα δυο παιδιά. Στον ένα τάφο είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα τ' όνομα του Βασιλάκη· ο άλλος τάφος δεν έχει όνομα.
Κανένας δε γνώριζε το έρημο ορφανό.

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Καλά Χριστούγεννα!!


Καλά Χριστούγεννα και καλές γιορτές! Θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι κυκλοφόρησε το trailer για «Το Λίκνο της Ζωής» 


video

 και έγινε και μία παρουσίαση-μίνι συνέντευξη στο  Art Nouveau http://www.artnouveau.com.gr/%CF%84%CE%BF-%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%BD%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B6%CF%89%CE%B7%CF%82/ .


Επίσης, θα ήθελα να αναφέρω ότι πρόσφατα έγραψα ένα άρθρο στο http://maga.gr/ και προτείνω  4 παιδικά βιβλία για τις γιορτές http://maga.gr/2013/12/23/tessera-pedika-vivlia-gia-ta-christougenna/, αλλά κι ένα σχετικά με την Ενιαία Τιμή του Βιβλίου και την επερχόμενη κατάργησή της http://maga.gr/2013/12/14/ne-sto-enieo-vivlio/

Ευγένιου Τριβιζά, «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία - Ένα δέντρο, μια φορά»

Το δέντρο

Σ' ένα άχαρο πεζοδρόμιο μιας πολύβουης πολιτείας ήταν κάποτε ένα άσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα φύλλα του είχαν μαραζώσει, είχαν πέσει από καιρό κι είχε απομείνει γυμνό, σκονισμένο και καχεκτικό.
Ποτέ δεν είχε γνωρίσει του δάσους τη δροσιά. Δεν είχαν κελαηδήσει ποτέ στα φύλλα του πουλιά, με δυσκολία να το άγγιζε πού και πού κάποια πονετική ηλιαχτίδα που γλιστρούσε στα κρυφά ανάμεσα στις μουντές και άχαρες πολυκατοικίες που το περιστοίχιζαν.
Οι περαστικοί διάβαιναν δίπλα του με αδιαφορία, βλοσυροί και βιαστικοί, χωρίς να του δίνουν καθόλου σημασία, μερικοί μάλιστα πετούσαν αποτσίγαρα, φλούδια από κάστανα και λερωμένα χαρτομάντηλα κι άλλοι φτύνανε στο χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω από τη ρίζα του.
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, κατάλαβε από κάτι μηχανικούς με σκούρες καμπαρντίνες και κρεμαστά μουστάκια, που έσκυβαν και μουρμούριζαν κι όλο μετρούσαν σκυθρωποί, ότι θα πλάταιναν το δρόμο πλάι του. Κι αν συνέβαινε αυτό, τι τύχη το περίμενε; Θα το πελέκιζαν, θα το ξερίζωναν; Θα το πετούσαν μήπως στα σκουπίδια;
Εκείνο το χριστουγεννιάτικο δειλινό το δέντρο αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ. Στα ολόφωτα παράθυρα γύρω του διέκρινε ανάμεσα από τις κουρτίνες χριστουγεννιάτικα έλατα, που χαρωπά παιδιά τα στόλιζαν με κόκκινα κεριά, καμπανούλες, αγγελούδια, ασημένια πέταλα και γιορτινές γιρλάντες και ζήλευε. Ζήλευε πολύ. Πόσο θα ήθελε να είναι έτσι κι αυτό. Χριστουγεννιάτικο έλατο στη θαλπωρή ενός σπιτιού. Να το φροντίζουν, να το στολίζουν, να το καμαρώνουν...

Το παιδί

Ήταν κι ένα παιδί. Τις μέρες έκανε δουλειές του ποδαριού. Τα βράδια κοιμόταν στο πάτωμα ενός κρύου πλυσταριού στην αυλή ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου με ετοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα μάγουλά του είχαν χλωμιάσει, τα χέρια του είχαν ροζιάσει, τα μάτια του είχαν γεμίσει θλίψη.
Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, τη θαλπωρή ενός αληθινού σπιτιού.
Εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ το αγόρι αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ, γιατί είχε μάθει ότι μετά τις γιορτές θα κατεδάφιζαν το μιζεροκτίριο με το πλυσταριό και δεν θα 'χε πού να μείνει.
Τυλιγμένο στο τριμμένο του παλτό, κοιτούσε απ' τα φωτισμένα παράθυρα τα λαμπερά σαλόνια με τα γκι και τα μπαλόνια, τις φρουτιέρες με τα ρόδια και τα χρυσωμένα κουκουνάρια, έβλεπε γελαστά αγόρια και κορίτσια να κρεμούν στα χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια αστραφτερά και ζήλευε. Ζήλευε πολύ, πόσο θα 'θελε να στόλιζε κι αυτό ένα έλατο σε κάποιου τζακιού το αντιφέγγισμα, με τα δώρα υποσχέσεις μαγικές ολόγυρά του...
Πώς το 'φερε η τύχη έτσι κι εκείνο το χριστουγεννιάτικο βράδυ και συναντήθηκαν κάποια στιγμή το δέντρο εκείνο κι εκείνο το παιδί...

H συνάντηση

Εκείνο το δειλινό το παιδί γυρνούσε άσκοπα στους δρόμους της πολύβουης πολιτείας. Κάθε τόσο σταματούσε σε κάποια βιτρίνα. Κόλλαγε τη μύτη του στο τζάμι και κοιτούσε με μάτια εκστατικά όλα εκείνα τα λαχταριστά, σε μια βιτρίνα λόφοι από μελομακάρονα, κουραμπιέδες και πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα με σοκολατάκια, σε μια άλλη ζαχαρένιοι Αγιο-Βασίληδες με μύτες από κερασάκια και μια παραμυθένια πριγκίπισσα από πορσελάνη να κοιτάζει από το αψιδωτό παράθυρο ενός φιλντισένιου κάστρου και λίγο παρακάτω, σε μια άλλη βιτρίνα, μια ονειρεμένη τρόικα με έναν πρόσχαρο αμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια με κόκκινες στολές καβάλα σε άλογα πιτσιλωτά να καλπάζουν στοιχισμένα στη σειρά και στο βάθος ένα οπάλινο παλάτι σε μια χιονισμένη στέπα.
Έτσι όπως περπατούσε με τα μάτια στραμμένα στις καταστόλιστες βιτρίνες, έπεσε άθελά του πάνω σ' έναν περαστικό με καμηλό παλτό και γκρενά κασκόλ που γύριζε στο σπίτι του φορτωμένος με σακούλες και πακέτα που φύγανε από τα χέρια του, σκόρπισαν στο δρόμο εδώ και κεί. Το παιδί έχασε την ισορροπία του, γλίστρησε, το κεφάλι του χτύπησε με φόρα στο πεζοδρόμιο, ένιωσε μια σκοτοδίνη. Ο περαστικός του 'βαλε οργισμένος τις φωνές, το κατσάδιασε για τα καλά.
Το αλητάκι σηκώθηκε, το 'βαλε στα πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ένα σοκάκι με μια υπαίθρια αγορά, έστριψε ένα δυο στενά και βρέθηκε στο δρόμο με το παραμελημένο δέντρο. Σταμάτησε λαχανιασμένο να πάρει ανάσα, από τα φωτισμένα παράθυρα, τα χνωτισμένα, αχνοφαίνονταν τα γιορτινά σαλόνια με τα έλατα τα στολισμένα.
- Όμορφα δεν είναι; Ακούει τότε μια φωνή.
Ήταν το δέντρο του δρόμου.
- Πολύ. Αποκρίθηκε το παιδί, χωρίς να παραξενευτεί καθόλου που ένα δέντρο μιλούσε, του άρεσε να του μιλάει κάποιος χωρίς να το σπρώχνει, χωρίς να το κατσαδιάζει, χωρίς να το αποπαίρνει.
- Στόλισέ με! - ψιθύρισε το δέντρο - Στόλισέ με και εμένα έτσι!
- Μακάρι να μπορούσα! Πικρογέλασε το παιδί.
- Προσπάθησε, σε παρακαλώ. Ίσως αυτά, ξέρεις, να 'ναι τα στερνά μου Χριστούγεννα, να μην δω άλλα.
- Γιατί το λες αυτό;
- Άκουσα ότι θα πλατύνουν το δρόμο, πελέκι ή ξεριζωμός με περιμένει, ένα από τα δύο... Δεν είμαι σίγουρο ακόμα.
Το παιδί σκέφτηκε ότι θα κατεδάφιζαν το ετοιμόρροπο κτίριο με το ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, το καταφύγιό του. Σε λίγο δεν θα 'χε ούτε 'κείνο πού να μείνει. Σε κάποιο χαρτόκουτο ίσως;
- Στόλισε με! Παρακάλεσε άλλη μια φορά το δέντρο. Το παιδί κοίταξε ολόγυρά του.
- Με τι; Απόρησε.
- Ό,τι να 'ναι... κάτι θα βρεις εσύ!! Δεν μπορεί.
- Καλά... Αφού το θέλεις τόσο πολύ, κάτι θα βρω να σε στολίσω...
Συμφώνησε το παιδί κι άρχισε να ψάχνει.

Τα στολίδια
Εκείνη τη στιγμή, λες και κάτι ψυχανεμίστηκε ο ουρανός, έπιασε να χιονίζει, το χιόνι έπεφτε πυκνό... Χάδι απαλό σκέπαζε ανάλαφρα με πάλλευκες νιφάδες στα ολόγυμνα κλωνιά του παραμελημένου δέντρου.
Πήρε τότε το μάτι του παιδιού κάτι να αστράφτει λίγο παραπέρα. Μια παρέα πλουσιόπαιδα, που είχαν περάσει από το δρόμο λίγο νωρίτερα, είχαν πετάξει χρωματιστά χρυσόχαρτα από τις καραμέλες που έτρωγαν με λαιμαργία τη μια μετά την άλλη. Το αγόρι μάζεψε ένα ένα τα πεταμένα χρυσόχαρτα, τα μάλαξε με τα δάχτυλά του και έπλασε αστραφτερές πράσινες μπλε και βυσσινόχρωμες μπαλίτσες, μετά ξήλωσε τα κουμπιά του φθαρμένου παλτού και με τις κλωστές κρέμασε τις φανταχτερές μπαλίτσες στα χιονοσκέπαστα κλωνιά του δέντρου.
- Ευχαριστώ! Είπε το δέντρο, ανατριχιάζοντας απ' τη χαρά του.
- Με τι άλλο άραγε να το στολίσω; Μονολόγησε το παιδί.
Λες κι είχε ακούσει τα λόγια του, μια νοικοκυρά τρεις δρόμους παρακάτω άδειασε με φόρα απ' το παράθυρο μιας κουζίνας μια λεκάνη με σαπουνάδα σε μια πλακόστρωτη αυλή. Ο άνεμος πήρε ένα πανάλαφρο σύννεφο από σαπουνόφουσκες και τις ταξίδεψε παιχνιδίζοντας μαζί τους, το αγόρι τις είδε να πλησιάζουν στραφταλίζοντας στο φεγγαρόφωτο, τις κοίταξε με τέτοια λαχτάρα που εκείνες, λες και κατάλαβαν την επιθυμία του, άφησαν τον άνεμο να τις φέρει ένα - δυο γύρους και να τις κρεμάσει στα κλωνιά του δέντρου.
- Όσο πάω κι ομορφαίνω! Καμάρωσε το δέντρο.
- Σίγουρα ομορφαίνεις! Συμφώνησε το αγόρι σφίγγοντας γύρω του το παλτό γιατί έκανε πολύ, πάρα πολύ κρύο...
- Κοίτα! Έρχονται!
Ένα φωτεινό σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στο σκοτάδι.
- Ελάτε! Τις κάλεσε με το βλέμμα το παιδί.
Και οι πυγολαμπίδες, λάμψεις αλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ονειρικά, κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στα κλωνιά του δέντρου.
Το κρύο γινόταν όσο πήγαινε πιο τσουχτερό. Το χιόνι έπεφτε ολοένα πιο πυκνό. Το αγόρι σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και τότε το είδε! Είδε το πεφταστέρι κι εκείνο, λες και συνάντησε το βλέμμα του, διέγραψε στο σκοτάδι μια φαντασμαγορική χρυσαφένια τροχιά και ακούμπησε απαλά στην κορφή του δέντρου.
Και ήταν τώρα πράγματι όμορφο το δέντρο λουσμένο στο φεγγαρόφωτο με τα χρυσαφένια μπαλάκια να στραφταλίζουν, τις σαπουνόφουσκες να σιγοτρέμουν, τις πυγολαμπίδες να αναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στα χιονισμένα του κλωνιά και το πεφταστέρι ν' ανασαίνει χρυσαφένιο φως στην κορφή του.
- M' έκανες τόσο, μα τόσο όμορφο - είπε το δέντρο στο παιδί - Σ' ευχαριστώ πολύ. Σ' ευχαριστώ αληθινά... Πόσο θα 'θελα να μπορούσα να σου χάριζα κι εγώ ένα δώρο...
- Μπορείς! Αποκρίθηκε το παιδί χουχουλίζοντας τα χέρια - Άσε με, σε παρακαλώ, να καθίσω στη ρίζα σου για λίγο. Νιώθω τόσο, μα τόσο κουρασμένο, πονάω... και δεν έχω πού να πάω...
- Αμέ! Έλα, κάθισε. Κάθισε στη ρίζα μου όσο θέλεις. Είπε το δέντρο.
- Και να δεις... Θα κάνω εγώ μια ευχή για σένα.
Το παιδί σήκωσε το γιακά, τυλίχτηκε στο παλιό του πανωφόρι, κάθισε στο χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, αγκάλιασε το κορμί του δέντρου και σφίχτηκε όσο μπορούσε πιο κοντά του.

Το ταξίδι

Το χιόνι έπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Όλο του το σώμα έτρεμε, τα χέρια του είχαν μουδιάσει, τα δόντια του χτυπούσαν. Έκλεισε τα μάτια για να τα προστατέψει από τις ριπές του χιονιού, όταν ξαφνικά - τι παράξενο - άκουσε εκείνον τον ήχο... Τον ήχο τον χαρμόσυνο! Κουδουνάκια τρόικας! Ένα μαστίγιο ακούστηκε να κροταλίζει, άλογα να καλπάζουν ρυθμικά.
Άνοιξε τα μάτια. Απίστευτο! Στα μελανιασμένα χείλη του άνθισε ένα χαμόγελο. Από βάθος του δρόμου, θαμπά στην αρχή, αλλά όλο και πιο ξεκάθαρα, την είδε. Είδε την παραμυθένια τρόικα με τα ασημένια κουδουνάκια να πλησιάζει φορτωμένη δώρα διαλεχτά. Την οδηγούσε ένας ροδομάγουλος αμαξάς με γούνινο σκούφο, κόκκινη μύτη και πυκνή κυματιστή γενειάδα. Πίσω από την τρόικα κάλπαζαν στρατιώτες με πορφυρές στολές, καβάλα σε περήφανα άλογα στολισμένα με χρυσαφένιες φούντες...
Παραξενεύτηκε το παιδί. Πώς βρέθηκε εδώ αυτή η τρόικα φορτωμένη τόσα δώρα; Και οι καβαλάρηδες; Κάπου τους ήξερε. Κάπου τους είχε ξαναδεί!
H τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τα άλογα χρεμέτισαν, ο αμαξάς χαμογέλασε, από το παράθυρο της άμαξας πρόβαλε το πρόσωπο της πριγκιποπούλας.
- Τι όμορφο δέντρο! - Χαμογέλασε - Ποιος να το στόλισε άραγε;
- Εγώ! Αποκρίθηκε το παιδί.
- Αλήθεια;
- Ναι.
- Έλα μαζί μου τότε. Έλα να στολίσεις έτσι όμορφα και το έλατο του βασιλιά, να ζήσεις στο παλάτι μας παντοτινά.
- Δεν πάω πουθενά χωρίς το δέντρο μου! Απάντησε το αγόρι.
H πριγκιποπούλα έδωσε τότε εντολή και οι στρατιώτες του βασιλιά έσκαψαν βαθιά, πήρανε το δέντρο μαζί με τις ρίζες του και το φύτεψαν σε μια πορσελάνινη γλάστρα, μετά το φόρτωσαν στην τρόικα.
Γελώντας πρόσχαρα, ο αμαξάς άπλωσε το χέρι του, βοήθησε το παιδί να ανέβει στην άμαξα να κάτσει πλάι του, τα άλογα στράφηκαν, τον κοίταξαν με τα μεγάλα τους μάτια και ρουθούνισαν ανυπόμονα.
Όλα τα κτίρια, όλα τα φανάρια, όλες οι βιτρίνες, τα πάντα, είχαν τώρα εξαφανιστεί. Μπροστά τους ανοιγόταν μια απέραντη στέπα κι εκεί στο βάθος μέσα από τα διάφανα πέπλα του χιονιού αχνοφαίνονταν μαγευτικοί οι μεγαλόπρεποι τρούλοι κι οι αψιδωτές πύλες του οπάλινου παλατιού!
Ο ροδομάγουλος αμαξάς τράβηξε τα γκέμια. Κροτάλισε το μαστίγιο, τα άλογα χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας όλο και πιο γοργά... λες κι είχανε φτερά... Σε λίγο η τρόικα κι η ακολουθία της είχαν χαθεί στο βάθος της χιονισμένης στέπας.
Το χιόνι που συνέχισε ολοένα πιο πυκνό το σιωπηλό χορό του έσβησε σχεδόν αμέσως τα ίχνη από τις ρόδες και τα πέταλα των αλόγων..

Λένε οι παλιοί...

Λένε οι παλιοί ότι το πεζοδρόμιο εκείνο ήταν κάποτε κάπως πιο φαρδύ, ότι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο εκεί.
Διηγούνται επίσης οι παλιοί ότι ένα χριστουγεννιάτικο πρωί βρήκαν στη ρίζα του δέντρου ξεπαγιασμένο ένα παιδί σκεπασμένο από το χιόνι, τυλιγμένο σ' ένα τριμμένο παλτό χωρίς κουμπιά, με ένα γαλήνιο χαμόγελο, ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του.
Λένε ακόμα ότι από τότε κάθε παραμονή Χριστουγέννων, γύρω στα μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι που κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει. Ένα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνούν επίμονα τρεμοσβήνοντας σε εκείνο το σημείο, λες και κάτι αναζητούν, λες και γυρεύουνε να θυμηθούνε κάτι, ότι ένας άνεμος αναπάντεχος φέρνει, ποιος ξέρει από πού, ανάλαφρες σαπουνόφουσκες και χρυσόχαρτα αστραφτερά, ενώ την ίδια στιγμή ένα υπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στον ουρανό μια φαντασμαγορική τροχιά και πέφτει στο σημείο ακριβώς εκείνο.
Έτσι λένε...
Ποιος ξέρει;

[πηγή: Ευγένιος Τριβιζάς, «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία-Ένα δέντρο μια φορά», εφ. Τα Νέα, 24 Δεκεμβρίου 2003]

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Το Λίκνο της Ζωής


Χτες, κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστορήμά μου από τις Εκδόσεις Σαΐτα. Είναι αρκετά διαφορετικό σε σχέση με το "Μια σειρά από τρομαχτικά γεγονότα". Συγκεκριμένα: 
Πριν από χιλιάδες χρόνια στη Γη ζούσε ο κρατερός Μοχάμεντ, ένας πανίσχυρος πολεμιστής. Ο στόχος του ήταν να γίνει ο μεγαλύτερος κατακτητής όλων των εποχών. Η μοίρα όμως θα τον αναγκάσει να αναζητήσει την αθανασία και να έρθει ξανά σε επαφή με την πρώτη του αγάπη. Ο έρωτας, οι φιλοδοξίες και οι επιδιώξεις δημιουργούν ένα συνονθύλευμα που θα οδηγήσουν τον Μοχάμεντ στο «Λίκνο της Ζωής», στην πραγματική αθανασία της ψυχής…

Για να κατεβάσετε το βιβλίο ΔΩΡΕΑΝ, μπείτε εδώ: http://www.saitapublications.gr/2013/12/ebook.69.html#more

Επίσης, στις 7 Δεκέμβρη ολοκληρώθηκε ένας χρόνος από την κυκλοφορία του βιβλίου "Μια σειρά από τρομαχτικά γεγονότα". Έτσι, διεξάγεται μία κλήρωση στο facebook με έπαθλο ένα αντίτυπο. Για να συμμετάσχατε μπείτε εδώ: https://www.facebook.com/MiaSeiraApoTromachtikaGegonota

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Μια σειρά από τρομαχτικά γεγονότα και σε έντυπη μορφή


Εδώ και αρκετές μέρες βρίσκεται το βιβλίο "Μια σειρά από τρομαχτικά γεγονότα" και σε διάφορες βιβλιοθήκες της χώρας, απ'όπου μπορείτε να το δανειστείτε σε έντυπη μορφή και να το διαβάσετε.

Αναλυτικότερα: 

Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης   (1 αντίτυπο)
Πρότυπη Σχολική Βιβλιοθήκη της Κασσάνδρου  (1 αντίτυπο)
Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών               (1 αντίτυπο)
Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας        (2 αντίτυπα)
Βιβλιοθήκη Παραμυθιάς (Νομός Θεσπρωτίας   1 αντίτυπο από την ερχόμενη εβδομάδα)
Βιβλιοθήκη του 1ου Γενικού Λυκείου Ηγουμενίτσας (1 αντίτυπο)


Παράλληλα, θα ήθελα να αναφέρω ότι η εφαρμογή Android του βιβλίου ξεπέρασε τα 10.000 downloads κι έτσι ο Automon Android αναβάθμισε την εφαρμογή του βιβλίου. Μπορείτε να κατεβάσετε την αναβαθμισμένη έκδοση εδώ: http://www.automon.gr/2013/07/kar-min-ath-msatg.html

Τέλος, μπορείτε να διαβάσετε και μια νέα συνέντευξη που παραχώρησα στο περιοδικό ART NOUVEAU: http://www.artnouveau.com.gr/rt-nouveau/

Υ.Γ. Αυτό το Σάββατο οι εκδώσεις Σαΐτα διοργανώνουν εκδήλωση φιλαναγνωσίας στην Καβάλα. Για περισσότερες πληροφορίες μπείτε εδώ: http://www.saitapublications.gr/2013/11/paramythi.html

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Ενα ριάλιτι σόου για συγγραφείς!


Τέσσερις επίδοξοι συγγραφείς έχουν λάβει τις θέσεις τους και πληκτρολογούν μάλλον αγχωμένοι. Ό,τι γράφουν προβάλλεται την ίδια στιγμή σε μεγάλες οθόνες και το βλέπουν όλοι. Ο χρόνος πάνω από τα κεφάλια τους μετράει αντίστροφα. Οι κριτές κάθονται ακριβώς απέναντί τους και περιμένουν. Οι κάμερες καραδοκούν για τα κοντινά, εκφραστικά πλάνα αυτού του επεισοδίου…

Λίγο αργότερα η Μαρία Ιζαμπέλα, μια 66χρονη συνταξιούχος δασκάλα από τη Σικελία, περίμενε στα παρασκήνια για την ετυμηγορία της επιτροπής. Της είχαν αναθέσει να γράψει μια ημερολογιακή καταχώρηση από την οπτική γωνία ενός ανθρώπου που τυφλώθηκε. Οι κριτές στη συνέχεια αποφάσισαν να την απορρίψουν.
Ο Αλεσάντρο, ένας 49χρονος δικηγόρος από τη Ρώμη με ένα ανέκδοτο ερωτικό μυθιστόρημα στο ενεργητικό του, δυσκολεύτηκε πολύ να δουλέψει μπροστά στις κάμερες. «Δεν υπάρχει τίποτα πιο προσωπικό από το γράψιμο» είπε στον Τομ Ράχμαν που βρέθηκε στο Τορίνο τον προηγούμενο μήνα, στα γυρίσματα αυτού του ιδιότυπου τηλεοπτικού προγράμματος για λογαριασμό των «New York Times».
Δεν είναι αστείο: το πρώτο ριάλιτι σόου για συγγραφείς είναι γεγονός. Το «Masterpiece» (Αριστούργημα) κάνει πρεμιέρα την Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013 στο κρατικό κανάλι «RAI 3» της ιταλικής τηλεόρασης. Η παραγωγή μάλιστα έχει φροντίσει να υπάρχει και ένα είδος «εξομολογητηρίου» ούτως ώστε οι συμμετέχοντες να εκφράζουν τις αγωνίες τους…
«Είναι κάτι που κάνω ολομόναχος και δεν επιτρέπω σε κανέναν ούτε να βλεφαρίσει προς τον υπολογιστή μου» συνέχισε ο Αλεσάντρο. Σ’ αυτόν οι κριτές είχαν αναθέσει να γράψει μια μικρή ιστορία - να μην ξεπερνά τη μια σελίδα - από την οπτική γωνία ενός άντρα που βλέπει την ερωμένη του να παντρεύεται κάποιον άλλο.
Σύντομα οι κριτές - οι συγγραφείς Αντρέα Ντε Κάρλο, Τζιανκάρλο Ντε Κατάλντο και Τάϊγε Σελάσι - κάλεσαν τον ίδιο πίσω στην σκηνή προκειμένου να διαβάσει φωναχτά το πόνημά του. Μπήκε πράγματι στο υποφωτισμένο στούντιο και στάθηκε πάνω στο κόκκινο χαλί με το χαρτί στο χέρι…
Υπό το επιθετικό φως τον προβολέων η ζωηρή ανάγνωσή του απεδείχθη κάπως αμήχανη. Ο Αλεσάντρο όμως πέρασε στην επόμενη φάση: την επομένη έπρεπε να «πουλήσει» το μυθιστόρημά του σε έναν διάσημο προσκεκλημένο - μέσα σ’ ένα ασανσέρ συγκεκριμένα - σε λιγότερο από ένα λεπτό…
Το κανάλι «RAI 3» συνεργάστηκε με την εμπειρότατη εταιρεία «Fremantle Media» - υπεύθυνη για το «American Idol» μεταξύ άλλων - στην παραγωγή αυτού του ριάλιτι. Κάλεσαν τους ανήσυχους Ιταλούς, τους ερασιτέχνες της γραφής, να υποβάλουν τα ανέκδοτα μυθιστορήματά τους. Η ανταπόκριση ξεπέρασε τις προσδοκίες: μέσα σ’ έναν μήνα εμφανίστηκαν περίπου 5.000 υποψήφιοι…
Τι συμβαίνει σε αυτό το παιχνίδι που μετατρέπει τη συγγραφή σε τηλεοπτικό θέαμα; Θα μπορούσαμε να το συνοψίσουμε ως εξής: πρώτα ζουν οι παίκτες κάτι συγκεκριμένο - η Μαρία Ιζαμπέλα έζησε για μια ημέρα δίπλα σ’ έναν τυφλό συνάνθρωπό της ενώ ο Αλεσάντρο παρακολούθησε απλώς μια γαμήλια τελετή - και μετά γράφουν γι’ αυτό ό,τι τους ζητηθεί μέσα σε 30 λεπτά.
Ύστερα το διαβάζουν δυνατά και στο τέλος - αν δεν αποκλειστούν  - προσπαθούν να το λανσάρουν σε κάποιον γνωστό συγγραφέα. Παράλληλα καλούνται να επεξεργαστούν εκ νέου το κείμενό τους, να αναθεωρήσουν τις επιλογές τους.
Τον Φεβρουάριο - στην τελική πλέον φάση του παιχνιδιού - οι έξι εναπομείναντες και επικρατέστεροι για την πρώτη θέση συγγραφείς αναμετρούνται με τρεις υποψηφίους που έχουν επαναφέρει εν τω μεταξύ οι κριτές από τους «αποκλεισμένους» και τρεις ακόμη που επιλέγουν οι τηλεθεατές μέσω ψηφοφορίας.
Το μυθιστόρημα του νικητή ή της νικήτριας του «Masterpiece»  πρόκειται να κυκλοφορήσει από τον μεγάλο οίκο Mπομπιάνι τον Μάιο  - 100.000 αντίτυπα η πρώτη έκδοση! Στην ιταλική αγορά του βιβλίου το να πουλήσει ένα βιβλίο 10.000 αντίτυπα θεωρείται μεγάλη επιτυχία.
Ο γνωστός ιταλός συγγραφέας Αλεσάντρο Μπαρίκο αρνήθηκε την πρόσκληση της παραγωγής να συμμετάσχει στο ριάλιτι. «Αν έχεις κάποιον ικανό - νεαρό, με ταλέντο και όρεξη - και θέλεις να του κάνεις οπωσδήποτε τη ζωή μαρτύριο, τότε τον μετατρέπεις σε τηλεοπτικό αστέρα» είπε σε μια συνέντευξή του. Το «Masterpiece» συνέχισε ο συγγραφέας «θα δώσει σε πολλούς μια ιδέα για το τι είναι η λογοτεχνία. Αλλά όχι την ιδέα που έχουν όλοι όσοι ασχολούνται σοβαρά μαζί της».
Ένας από τους κριτές, ο Τζιανκάρλο Ντε Κατάλντο, στάθηκε σε μια άλλη διάσταση του ζητήματος. «Στην Ιταλία ο αριθμός των αναγνωστών μειώνεται - εκδίδονται περισσότερα βιβλία και πωλούνται λιγότερα» υπογράμμισε απογοητευμένος. «Το βιβλίο πεθαίνει και πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να το σώσουμε, ακόμη και ένα ριάλιτι σόου».

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Η λογοκλοπή είναι μέρος της λογοτεχνίας;

Τα τελευταία χρόνια έχουν φανερωθεί σκανδαλώδεις υποθέσεις λογοκλοπής, με αποτέλεσμα να ανοίξει ένας διάλογος πάνω σ' αυτό το θέμα και να ακουστούν απόψεις που άλλες καυτηριάζουν το φαινόμενο και άλλες το υποστηρίζουν. Βέβαια, το ζήτημα δεν είναι πρωτοφανές, αφού από την εποχή του Σέξπιρ είχαν ήδη επισημανθεί ανάλογες πρακτικές.
Στις μέρες μας, όμως, φαίνεται πως τα πάντα γίνονται απροκάλυπτα, πιο γρήγορα γνωστά και η κριτική που ασκείται σε λογοκλόπους συγγραφείς πιο άμεση. Εκτός από τη Γαλλίδα Μαρί Νταριουσέκ, τη Βρετανίδα Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, συγγραφέα του Χάρι Πότερ, τελευταία προστέθηκε και η νεαρότατη Γερμανίδα Χέλεν Χέγκεμαν, η οποία τον περασμένο Ιανουάριο δημοσίευσε το βιβλίο της «Axoloti Roadskill» το οποίο σύντομα έγινε μπεστ σέλερ. Αποκαλύφθηκε όμως πολύ γρήγορα - όπως διαβάζουμε σε ένα μεγάλο αφιέρωμα του περιοδικού Courrier International, για το θέμα, πως το πόνημά της δεν ήταν παρά μια αντιγραφή κειμένων κάποιου ανώνυμου μπλόγκερ, γνωστού μόνο με το ψευδώνυμο Airen, και έτσι η Χέγκεμαν, που ήταν φαβορί, στη Γιορτή Βιβλίου της Λιψίας.
«Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται, οι ολοκληρωμένοι ποιητές κλέβουν» έλεγε ο Τ.S. Elliot. Ομως, από πότε; Ηδη από το 1592, ο Αγγλος συγγραφέας Robert Greene, σε ένα λιβελογράφημά του, λίγο πριν πεθάνει, λύνει τους λογαριασμούς του με πολλούς «συναδέλφους» του και ειδικά με κάποιον του οποίου η απρόσμενη επιτυχία τον είχε δυσαρεστήσει. Επρόκειτο, ούτε λίγο ούτε πολύ, για τον Ουίλιαμ Σέξπιρ. Τον χαρακτηρίζει, λοιπόν, αριβιστή και λογοκλόπο. Αυτή η καταγγελία ενός ανθρώπου που -ειρήσθω εν παρόδω- θεωρείται ο πρώτος επαγγελματίας συγγραφέας, δηλαδή ο πρώτος συγγραφέας που έζησε κερδίζοντας χρήματα από τα γραπτά του, δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, ο Σέξπιρ πληγώθηκε από τη στάση τού Greene, αλλά αυτό δεν απέτρεψε τους επιγόνους του να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Ο Milton αντέγραψε τον Masenius· αργότερα, ο Laurence Sterne έκανε το ίδιο με τον Robert Burton, ο Samuel Coleridge με τον Schelling και ο Τ.S. Elliot με όλον τον κόσμο. Ο Tolkien εμπνεύστηκε κατά πολύ από τις ιστορίες των βόρειων χωρών και 140 χρόνια αργότερα, δηλαδή σήμερα, εξακολουθούμε να αναλύουμε το πρόβλημα και να διαπιστώνουμε πως η αντιγραφή ή η λογοκλοπή είναι ένα από τα θανάσιμα αμαρτήματα της λογοτεχνίας. Κανείς συγγραφέας, αν είναι ειλικρινής, δεν θα αρνηθεί πως αν πέσει το μάτι του πάνω σε κάτι καλό από το έργο κάποιου άλλου συναδέλφου του, συνειδητά ή μη, δεν θα διστάσει να το σημειώσει, να το βάλει σε κάποιο αρχείο του γα τις «δύσκολες μέρες». Οταν πιάστηκε ο Βιργίλιος να υποκλέπτει κάποια σημεία από ένα έργο του Quintus Ennius, ο μεγάλος ποιητής είχε δηλώσει πως δεν έκανε τίποτε άλλο από το να «ξεχωρίζει κάποια διαμαντάκια μέσα από τα σκατά του Ennius». Και πράγματι, σήμερα ποιος γνωρίζει τον Ennius;
Οι σύγχρονοι συγγραφείς πρέπει να έχουν τον νου τους. Στη Βρετανία, εκτός από τη Rowling, τόσο ο Ian McEwan όσο και ο Graham Swift και η Ρ.D. James έχουν κατηγορηθεί για λογοκλοπή.
Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, η νομοθεσία προέβλεψε την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, όμως με την εξέλιξη των νέων τεχνολογιών τα πράγματα άλλαξαν. Αίφνης, η μαζική κατανάλωση κι η αναπαραγωγή του πρωτότυπου «περιεχομένου» ανατρέπουν αυτό το νομοθετικό πλαίσιο και μάλιστα κάποιοι Αμερικανοί πανεπιστημιακοί, ελεύθερα πνεύματα, όπως ο James Boyle και ο Lawrence Lessing, επεξεργάστηκαν ριζοσπαστικές θεωρίες πάνω στο τι είναι αποδεκτό ή μη, στο Far West των πνευματικών δικαιωμάτων.
Ο Αμερικανός μυθιστοριογράφος Jonathan Lethem σε ένα κείμενό του υπερασπίζεται σθεναρά τη λογοκλοπή, την αντιγραφή και κάθε είδους καλλιτεχνικά δάνεια, τα οποία θεωρεί απαραίτητα για τη διάρκεια και ολοκλήρωση ενός έργου. Να τι γράφει σε άρθρο του στο Harper's Magazine, της Νέας Υόρκης:
«Η λεηλασία και η λογοκλοπή εδώ και πολύ καιρό αποτελούν μέρος της λογοτεχνίας. Οταν ήμουν 13 χρόνων είχα αγοράσει μια ανθολογία κειμένων της beat generation. Αμέσως ανακάλυψα με μεγάλο ενδιαφέρον κάποιον Ουίλιαμ Μπάροουζ, συγγραφέα κάποιου "Γυμνού Γεύματος". Ο Μπάροουζ ήταν ο πιο ριζοσπαστικός συγγραφέας εκείνης της εποχής. Τίποτε από όλα όσα είχα διαβάσει έως τότε δεν μου είχε προκαλέσει το αίσθημα των απέραντων δυνατοτήτων της γραφής. Αργότερα, προσπαθώντας να καταλάβω την επίδραση που είχε επάνω μου, ανακάλυψα πως ο Μπάροουζ είχε ενσωματώσει στο έργο του κομμάτια από κείμενα άλλων συγγραφέων, κάτι που οι καθηγητές μου θα είχαν σίγουρα χαρακτηρίσει λογοκλοπή. Γνώριζα πλέον πως η μέθοδος του "cut-up", όπως την ονόμαζε ο Μπάροουζ, ήταν ουσιαστική γι' αυτό που είχε κατά νου και για το οποίο ήταν κυριολεκτικά πεισμένος πως είχε να κάνει με μαγεία. Ο Μπάροουζ μετρούσε τον κόσμο οπλισμένος με ένα ψαλίδι και έναν κουβά κόλλα, κι όμως δεν είχε καμία σχέση με λογοκλόπο.
Οι μουσικοί των μπλουζ και της τζαζ "κολυμπούν" εδώ και καιρό σε ένα είδος ελεύθερης κουλτούρας, στην οποία προϋπάρχοντα μελωδικά κομμάτια έχουν ξαναδουλευτεί με ελεύθερο τρόπο. Η τεχνολογία διεύρυνε περαιτέρω το πεδίο των πιθανών εναλλακτικών. Οι μουσικοί έχουν πια την εξουσία να αναπαράγουν ήχους δημιουργώντας πολλές μουσικές εκδοχές, αντί απλώς να τους υπαινίσσονται.
Το κολάζ ήχων, εικόνων και κειμένων, που επί αιώνες υπήρξε μια αμφισβητούμενη τάση, κέρδισε μια εξαιρετικά κεντρική θέση σε μια σειρά κινημάτων του 20ού αιώνα: φουτουρισμού, κυβισμού, ντανταϊσμού, σιτουασιονισμού, ποπ αρτ, και του κινήματος της αντιγραφής. Εκ των πραγμάτων, το κολάζ, κοινός παρονομαστής αυτής της λίστας, θα μπορούσε να ήταν η κατ'εξοχήν καλλιτεχνική μορφή του 20ού αιώνα.
Καθώς συσσωρεύονται παραδείγματα, καθίσταται σαφές πως η αντιγραφή, η απομίμηση, η παράθεση αποσπασμάτων είναι, κατά κάποιο τρόπο, μια κατάσταση εκ των ων ουκ άνευ, της δημιουργικής πράξης που υπερβαίνει όλες τις μορφές και όλα τα είδη.
Η εταιρεία Walt Disney οικειοποιήθηκε έναν τεράστιο κατάλογο με έργα άλλων καλλιτεχνών: Χιονάτη, Φαντασία, Σταχτοπούτα, Πίτερ Παν, Η Ωραία Κοιμωμένη και πολλά άλλα, τα οποία φυλάει ως κόρη οφθαλμού. Αυτή την περίεργη συμπεριφορά, δηλαδή να «κλειδώνεται» ένα κοινό πολιτισμικό αρχείο προς όφελος ενός ιδιοκτήτη ή μιας εταιρείας, θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε "ιμπεριαλιστική λογοκλοπή", όπως συμβαίνει και με την ελεύθερη χρήση των έργων τέχνης και των τεχνοτροπιών του τρίτου κόσμου ή των "πρωτόγονων" από πιο προνομιούχους καλλιτέχνες. Παράδειγμα, οι "Δεσποινίδες της Αβινιόν" του Πικάσο ή κάποιο άλμπουμ του Πολ Σάιμον ή του Ντέιβιντ Μπερν: ακόμη και χωρίς να παραβιάζονται οι νόμοι περί συγγραφικών δικαιωμάτων, αυτοί οι δημιουργοί αντιμετωπίστηκαν με σκεπτικισμό όταν έγινε αντιληπτό ότι είχαν αντιγράψει άλλους καλλιτέχνες.
Πριν από μερικά χρόνια, είχε προγραμματιστεί σε μια αίθουσα ενός πολιτιστικού κέντρου ένα αφιέρωμα των ταινιών του Dariush Mehrjui, ενός πολύ μεγάλου Ιρανού σκηνοθέτη που στις ταινίες του προσεγγίζει θέματα που αφορούν τις στενές σχέσεις στον κύκλο των εύπορων διανοουμένων. Είναι περιττό να επισημάνω πόσο σπάνια μας δίνεται μια τέτοια ευκαιρία. Καθώς πήγαινα να δω μια ταινία του, μια προσαρμογή του έργου του Σάλιντζερ «Franny and Zooey», μαθαίνω πως η προβολή είχε αναβληθεί λόγω ασφαλιστικών μέτρων που είχε λάβει η πλευρά του συγγραφέα. Ασφαλώς τα συγγραφικά δικαιώματα του έργου ανήκαν στον Σάλινγκερ, αλλά για ποιο λόγο να ενοχληθεί ο συγγραφέας επειδή ένας ελάχιστα γνωστός Ιρανός σκηνοθέτης τιμά το έργο του; *

«Ολες οι ιδέες είναι απο δεύτερο χέρι...»

»Ορισμένες παρατηρήσεις, τώρα: Κάθε κείμενο που έχει διαπεράσει το συλλογικό πνεύμα, όπως η «Οδύσσεια», το «Οσα παίρνει ο άνεμος» ή η «Λολίτα» ξεφεύγει από κάθε προσπάθεια ελέγχου ή αποκλειστικότητας.
Οι συγγραφείς και όσοι έχουν δικαιώματα επί των κειμένων τους, οφείλουν να θεωρούν τα όποια λογοτεχνικά δάνεια από άλλους συγγραφείς τιμή τους ή τουλάχιστον αντίτιμο της μεγάλης τους επιτυχίας. Οι αναφορές από τις οποίες φτιάχνετε ένα κείμενο είναι ανώνυμες, δεν μπορούν να ανιχνευτούν και ωστόσο έχουν ήδη διαβαστεί: είναι οι αναφορές χωρίς εισαγωγικά. Ο πυρήνας, η ψυχή, το πραγματικό και πολύτιμο υλικό κάθε ανθρώπινης έκφρασης είναι λογοκλοπή. Γιατί, ουσιαστικά, όλες οι ιδέες είναι από δεύτερο χέρι, συνειδητά ή μη συνειδητά αντλημένες από ένα εκατομμύριο εξωτερικές πηγές και χρησιμοποιηούμενες καθημερινά από τον κάθε συλλέκτη με υπερηφάνεια και ικανοποίηση που προκαλούνται από την ψευδαίσθηση ότι ο ίδιος τις επινόησε. Στην πραγματικότητα, δεν έχουν ούτε ένα δράμι πρωτοτυπίας. Το νέο και το παλαιό αποτελούν τη συνέχεια και την αλυσίδα της κάθε στιγμής. Δεν υπάρχει νόημα χωρίς αυτά τα δύο. Από ανάγκη ή από ευχαρίστηση όλοι μας αναφέρουμε κάποιες ιδέες, φράσεις... Η επιστημονική έρευνα σε θέματα νευρολογίας αποκάλυψε πρόσφατα πως η μνήμη, η φαντασία και η συνείδηση έχουν σχέση με τη συναρμολόγηση, το patchwork, το ανακάτεμα. Αν ο ίδιος μας ο οργανισμός χρησιμοποιεί "αντιγραφή και επικόλληση", γιατί να μη συμβαίνει και στα έργα τέχνης;
Ως μυθιστοριογράφος, είμαι ένας φελλός στον ωκεανό, ένα φύλλο στον αέρα. Μια μέρα θα εξαφανιστώ. Τώρα είμαι ευτυχισμένος που μπορώ και ζω από αυτό το επάγγελμα και σας ζητώ αν έχετε την καλοσύνη να σεβαστείτε για ένα διάστημα τα μικρά μονοπώλιά μου, τα οποία τόσο αγαπώ. Μην κλέβετε τα βιβλία μου, λεηλατήστε τις απόψεις μου. Το σύνθημα είναι: πάρτε τα όλα. Εσύ, αναγνώστη, είσαι καλοδεχούμενος στις ιστορίες μου. Ποτέ δεν μου ανήκαν, αλλά σου τις δίνω. Αν θέλεις να τις κλέψεις, κάν' το με την ευχή μου».

«Ο χρόνος είναι προνόμιο λίγων»

«Φιλοδοξία μου είναι να είμαι ο ταχυδρόμος. Προσπαθώ να πάω τα γράμματα στα σωστά γραμματοκιβώτια προκειμένου να βρουν τους παραλήπτες τους. Η κριτική είναι μια μορφή διανομής φιλοσοφικής, ποιητικής και πολιτιστικής αλληλογραφίας», λέει ο φιλόσοφος και κριτικός Ζορζ Στάινερ στη γαλλική «Λε Φιγκαρό», με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Αναγνώσεις».
«Οταν διαδέχθηκα, το 1967, στον New Yorker, τον μεγάλο κριτικό Εντμουντ Ουίλσον, το περιοδικό είχε τεράστιο λογοτεχνικό γόητρο. Σε αυτό το έντυπο δημοσίευαν τα έργα τους οι μεγαλύτεροι συγγραφείς και ποιητές. Είχα αυτό το πλεονέκτημα, να μπορώ να επιλέγω τα βιβλία που αγαπούσα και τις νέες ιδέες που ήθελα να συζητήσω. Μου επέτρεπαν να θίξω πολύ δύσκολα προβλήματα, δεδομένου πως ο New Yorker είχε μεν ένα μορφωμένο κοινό αλλά όχι τόσο εξελιγμένο όσο υπήρχε τότε, στη Γαλλία. Ετσι λοιπόν μπόρεσα να παρουσιάσω για πρώτη φορά συγγραφείς όπως τον Τόμας Μπέρνχαρτ ή τον Πολ Σελάν και να τραβήξω την προσοχή του αναγνωστικού κοινού πάνω σε αριστουργήματα που κινδύνευαν να παραμείνουν στο περιθώριο.
Δεν εμπιστεύομαι καθόλου τις θεωρίες. Δεν μπορούν να εξηγήσουν το έργο. Εξακολουθώ να εκπλήσσομαι με την αλαζονεία της αποδόμησης και του μετα-στρουκτουραλισμού μπροστά στο μυστήριο του έργου. Προτιμώ την έκπληξη, αυτήν την πράξη που ανάγεται στον Αριστοτέλη. Το να αγαπάς κάτι , σημαίνει να είσαι βαθύτατα έκπληκτος για αυτό. Πιστεύω πως μια ημέρα οι ιστορικοί θα πουν πως ο θρίαμβος της ιστορίας συμπορευόταν με μια κάποια υποχώρηση της δημιουργίας. Η θεωρία δεν έχει τίποτε να μας πει για τη μουσική και για τη λογοτεχνία, σχεδόν τίποτε. Η τέχνη της ανάγνωσης είναι μια τέχνη της ακοής, τέχνη μιας συγκεντρωμένης και ευλαβούς προσοχής. Είναι μια διαδικασία απομνημόνευσης. Αυτό που απομνημονεύουμε κανείς δεν μπορεί να μας το αρπάξει, ούτε οι μυστικές υπηρεσίες ούτε η λογοκρισία. Δέκα άνθρωποι έμαθαν ορισμένα ποιήματα του Mandelstam και η KGB δεν κατάφερε να αφανίσει τον ποιητή. Από τη στιγμή που δέκα άνθρωποι μάθουν ένα ποίημα, το ποίημα θα διαιωνιστεί. Είναι πολύ πιο σημαντικό από τα βαρύγδουπα σχόλια και τις κριτικές. Αυτό που φέρουμε μέσα μας, μεγαλώνει μέσα μας σε αυτή τη σύνθετη διαλεκτική του εσωτερικού διαλόγου.
Φοβούμαι πως θα χαθεί η σιωπή. Το να έχεις έναν ήσυχο χώρο για τον εαυτό σου, έχει γίνει πια πολυτέλεια. Εδώ, είμαι πολύ μαρξιστής. Ακόμη και η πιο προσωπική πράξη εγγράφεται σε ένα υλικό, οικονομικό και ιδεολογικό πλαίσιο. Το ίδιο ισχύει και για τον χρόνο. Γιατί δεν έχουμε χρόνο να βρούμε χρόνο; Εχουμε την αίσθηση πως η ζωή τον καταπίνει σε μια συνεχή επιτάχυνση. Ο χρόνος, οι μεγάλες σιωπές που μας επιτρέπουν να υποδεχτούμε ένα έργο, η συγκέντρωση, έχουν γίνει προνόμια ορισμένων».

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Μπραμ Στόκερ (8 Νοεμβρίου 1847 - 20 Απριλίου 1912)


Ο Αβραάμ "Μπραμ" Στόκερ (Abraham "Bram" Stoker) ήταν Ιρλανδός συγγραφέας τρόμου που γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου του 1847 στο Κλόνταρφ της Ιρλανδίας και πέθανε στις 20 Απριλίου του 1912 στο Λονδίνο της Αγγλίας. Γονείς του ήταν ο Αβραάμ Στόκερ (γεννήθηκε το 1799, παντρεύτηκε το 1844 και πέθανε το 1876) και η Σάρλοτ Ματίλντα Μπλέικ Θόρνλεϋ (1818-1901).
 
 
Ο Στόκερ το 1878, έγραφε κριτικές θεάτρων στην εφημερίδα The Dublin Mail, που ο ιδιοκτήτης της ήταν ο συγγραφέας τρόμου Τζόσεφ Σέρινταν λε Φανού.
 
Το 1878 παντρεύτηκε την Φλόρενς Μπάλκομπ, που ήταν πρώην σύζυγος του Όσκαρ Ουάιλντ. Το ζευγάρι μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου ο Στόκερ έγινε για 27 χρόνια διευθυντής επιχειρήσεων του Θεάτρου Λυσόμ, ιδιοκτησία του Άγγλου ηθοποιού και φίλου του Στόκερ, Χένρι Ίρβινγκ. Ο Στόκερ απέκτησε ένα μονάχα παιδί, τον Ίρβινγκ Νοέλ Στόκερ, που γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου το 1879.
 
 
Ο Μπραμ Στόκερ είναι πιο γνωστός για τη συγγραφή του διάσημου μυθιστορήματος τρόμου Δράκουλας. Ο Στόκερ, για να γράψει το Δράκουλας, εμπνεύστηκε από έργα των Έμιλι Γκέραρντ (Transylvania Superstitions), Τζον Γουίλιαμ Πολιντόρι (The Vampyre) και Τζόσεφ Σέρινταν λε Φανού (Carmilla). Άλλα του έργα είναι:
 
Μυθιστορήματα και νουβέλες 
 
  • Το Πέρασμα του Φιδιού (1890)
  • Δράκουλας (1897)
  • Μις Μπέτυ (1898)
  • Το Μυστήριο της Θάλασσας (1902)
  • Το Κόσμημα των Εφτά Αστεριών (1903)
  • Ο Άνθρωπος, επίσης γνωστό ως Οι Πύλες της Ζωής (1905)
  • Λαίδη Άθλαϋν (1908)
  • Η κυρία του σαβάνου (1909)
  • Το λημέρι του Λευκού Σκουληκιού (1911)
 
Συλλογές διηγημάτων 
 
  • Κάτω απ' το Ηλιοβασίλεμα, (1881)
  • Ο Καλεσμένος του Δράκουλα (1897, δημοσίευση το 1937 από την Φλόρενς Μπάλκολμ-Στόκερ)
 
Άλλες ιστορίες όχι σε συλλογές 
 
  • Νυφικός των νεκρών (διαφορετικό τέλος του Το Κόσμημα των Εφτά Αστεριών)
  • Θαμμένοι θησαυροί
  • Η Αλυσίδα του Πεπρωμένου
  • Η Θανατική Μοίρα της Διπλής Γέννας
  • Στην Κοιλάδα της Σκιάς
  • Το Σπίτι του Δικαστή

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

ΕΚΕΒΙ: Ένα φάντασμα αναζητά τη λύτρωση


Γιάννης Ν. Μπασκόζος
Το ΕΚΕΒΙ υπάρχει; με ρώτησε χθες το μεσημέρι μια φίλη μεταφράστρια από τη Γερμανία. Απάντηση δεν υπήρχε. Έλαβα την ανακοίνωση του  Σωματείου Εργαζομένων του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου όπου αναφέρεται στα χρονίζοντα προβλήματά του και σαν να ήρθε ένα γράμμα από τα παλιά.  Ο ποταμός των λέξεων που γράφτηκαν γι αυτό, για τα προβλήματα, τα σκανδάλακια, τις εκκρεμότητες, την ακυβερησία κ.τ.λ. ξεχάστηκαν στη δίνη της κοινωνικής κρίσης. Σκεπτόμουν ότι έκλεισε ένα χρόνος  από την ανακοίνωση της κατάργησης του ΕΚΕΒΙ από τον πρώην αναπληρωτή Υπουργό και έξι μήνες από την ανάκληση της παραπάνω απόφασης από το νυν Υπουργό Πολιτισμού Πάνο Παναγιωτόπουλο. «Να το γιορτάσουμε;» , θα μου πει ειρωνικά ένας από τους εργαζόμενους στο ΕΚΕΒΙ. Η κατάσταση του οργανισμού παραμένει σταθερή: ακέφαλο, χωρίς χρήματα, με αβέβαιο μέλλον, με εργαζόμενους που εργάζονται απλήρωτοι εδώ και 3 -4 μήνες αλλά δεν ξέρουν γιατί και για ποιον. Και όμως η πλειονότητα των εκδοτών, συγγραφέων, μεταφραστών, βιβλιοπωλών σε κατ΄ιδίαν συζητήσεις δέχονται την ανάγκη ύπαρξης του και  ζητούν «να γίνει κάτι». Η κατάσταση όμως δεν έχει αλλάξει ούτε κατά ένα σημείο. Φήμες βεβαίως διακινούνται ένθεν και ένθεν. Φήμες χωρίς αντίκρισμα. Η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου περιμένει, το πρόγραμμα Φράσις περιμένει, η Φιλαναγνωσία υπνώττει. Δεν υπάρχουν κονδύλια. Ευτυχώς η Βιβλιονέτ λειτουργεί και οι υποδομές του ΕΚΕΒΙ μαζί με τους εργαζόμενους είναι εκεί και περιμένουν. Μια απόφαση. Κάποιος να αποφασίσει ότι το ΕΚΕΒΙ μπορεί να λειτουργήσει, με αυτό ή άλλο όνομα , αυτόνομο ή υπαγόμενο σε άλλο δημόσιο φορέα. Να αναλάβει μια στρατηγική βιβλίου, ίσως περιορισμένη λόγω των καιρών , και γιατί όχι, πιο δημιουργική.
Να, πώς παρουσιάζουν το τέλμα στο οποίο έχουν περιπέσει οι εργαζόμενοι στην ανακοίνωσή τους, που εκδόθηκε με την ευκαιρία της συμμετοχής τους στη γενική απεργία της Τετάρτης:
Η ανακοίνωση του Σωματείου Εργαζομένων του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου

Κλείνοντας σχεδόν ένα χρόνο από την ανακοίνωση της κατάργησης του ΕΚΕΒΙ από τον πρώην αναπληρωτή Υπουργό και έξι μήνες από την ανάκληση της παραπάνω απόφασης από το νυν Υπουργό Πολιτισμού κύριο Πάνο Παναγιωτόπουλο, η κατάσταση για τους εργαζόμενούς του παραμένει αβέβαιη.
Ο διευθυντής του γραφείου του Υπουργού, κύριος Παναγιώτης Καρακατσάνης, δήλωνε σε συνέντευξή του στις αρχές του περασμένου Σεπτεμβρίου ότι στις προθέσεις του υπουργείου είναι ο διορισμός νέου διευθυντή, η επίλυση του εργασιακού ζητήματος (έχει ανατεθεί στη νομική σύμβουλο του υπουργείου κυρία Κορίνα Ζερβού) και η καταβολή των δεδουλευμένων των εργαζομένων οι οποίοι παραμένουν απλήρωτοι από τον Ιούνιο του 2013.
Ο κύριος Καρακατσάνης σε πρόσφατη συνάντηση με εκπροσώπους του σωματείου ανακοίνωσε πως ο Υπουργός έδωσε ειδική έγκριση για έκτακτη επιχορήγηση του ΕΚΕΒΙ η οποία θα κάλυπτε τη μισθοδοσία των εργαζομένων (δεδομένου ότι από τον εγκεκριμένο προϋπολογισμό του οργανισμού για το 2013 ύψους 850.000 €, εκταμιεύθηκαν μόνο οι 40.000 €, ενώ το υπολειπόμενο ποσό παραμένει άγνωστο πού έχει διατεθεί). Στη συνέχεια ενημερωθήκαμε από τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οικονομικών Υποθέσεων, κύριο Γιώργο Λιόντο, ότι έχει παγώσει η διαδικασία για την έγκριση της χρηματοδότησης χωρίς καμία πειστική εξήγηση ενώ ο κύριος Καρακατσάνης για πολλοστή φορά μας ζήτησε να κάνουμε λίγη ακόμα υπομονή.
Η πραγματικότητα είναι πως το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, παρά τις «καλές προθέσεις» του Υπουργείου, παραμένει ένα χρόνο χωρίς διευθυντή, χωρίς χρηματοδότηση, χωρίς προγραμματισμό και με εργαζόμενους απλήρωτους και εγκλωβισμένους.
Συνεχίζουμε να εργαζόμαστε με ευσυνειδησία και επαγγελματισμό σεβόμενοι την επιθυμία του κόσμου του βιβλίου για τη διατήρηση του οργανισμού και απαιτούμε μια άμεση και οριστική επίλυση του ζητήματος από την πλευρά του Υπουργείου.
Τελικά, ο κύριος Παναγιωτόπουλος θα δώσει την οριστική λύση ή θα μείνουμε στις «καλές προθέσεις».

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Κώστας Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928)


Ο Κώστας Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928) ήταν Έλληνας ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα το απόγευμα της 21ης Ιουλίου 1928. Θεωρείται ως ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Η ποίησή του διδάσκεται σε αρκετά Πανεπιστήμια της Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού. Για το έργο του έχουν γραφεί εκατοντάδες εργασίες και βιβλία, πραγματοποιήθηκαν δε δεκάδες ειδικά συνέδρια.
 
 
Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας το έτος 1896. Ήταν δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεώργιου Καρυωτάκη, με καταγωγή από τα Χανιά, και της Αικατερίνης Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Στο σπίτι της γεννήθηκε ο ποιητής και εκεί σήμερα στεγάζεται η διοίκηση του εκεί Πανεπιστημίου. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, που παντρεύτηκε το δικηγόρο Παναγιώτη Νικολετόπουλο, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος. Λόγω της εργασίας του πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Λευκάδα, το Αργοστόλι, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Καλαμάτα, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά όπου έμειναν ως το 1913 λόγω των συνεχών μεταθέσεων του πατέρα του. Στην εφηβική του ηλικία 1909-1911 βρέθηκε στην Αθήνα και από το 1911-1913 στα Χανιά. Εκεί ερωτεύτηκε την Άννα Σκορδύλη. Αποφοίτησε το 1913 από το 1ο Γυμνάσιο Χανίων με βαθμό «λίαν καλώς». Από νεαρή ηλικία, περίπου δεκαέξι ετών, δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος της Διαπλάσεως των παίδων.
 

Το 1914 ο Κώστας Kαρυωτάκης μετέβη στην Αθήνα για σπουδές στη Νομική Σχολή και στα τέλη του 1917 απέκτησε το πτυχίο του. Το 1916, φοιτητής στο Β΄ έτος Νομικής, άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά του σε λαϊκά περιοδικά αλλά και σε εφημερίδες όπως η Ακρόπολη. Το 1917 ο πατέρας του απολύθηκε από το δημόσιο ως αντιβενιζελικός.
 
 
Το 1917 ο Καρυωτάκης πήρε το πτυχίο Νομικής με βαθμό "λίαν καλώς". Το 1918 επισκέφθηκε τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη όπου έμεναν. Το 1919 επιστρατεύθηκε αλλά πήρε ολιγόμηνη αναβολή λόγω υγείας. Το ίδιο έτος έλαβε άδεια δικηγόρου και διορίσθηκε υπουργικός γραμματέας Α’ στη Θεσσαλονίκη, προφανώς για να είναι κοντά στους γονείς του.
 
Στις 9 Μαρτίου 1919 έστειλε εξώδικο στο περιοδικό «Νουμάς» γιατί δεν του δημοσίευσε κριτική – ανακοίνωση για την ποιητική του συλλογή "Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων" (φωτοτυπία διαθέσιμη). Το 1923 διορίστηκε στο Υπουργείο Υγιεινής Πρόνοιας και Κοινωνικής Αντιλήψεως, όπου επέδειξε σημαντικό έργο πρότασης νόμων που αφορούν τη δημόσια υγεία. Όμως τίποτε δεν υλοποιήθηκε γιατί ξέσπασε η δικτατορία του Πάγκαλου. Το 1926 ταξίδεψε στη Ρουμανία. Το 1927 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες». Το 1928 αποσπάσθηκε στην Πάτρα, αλλά αμέσως έφυγε για ταξίδι στο Παρίσι και μετά την επιστροφή του μετατέθηκε στη Νομαρχία Πρέβεζας. Για ένα διάστημα ο Καρυωτάκης επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε υπουργικός γραμματέας Α΄ στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ, μετά την οριστική απαλλαγή του από τον ελληνικό στρατό (παρουσιάσθηκε μόνο για λίγες μέρες), τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Στο τέλος για ν' αποφύγει τις μεταθέσεις απ' τη μια νομαρχία στην άλλη, μεταπήδησε στο Υπουργείο Πρόνοιας και μάλιστα στην κεντρική του υπηρεσία, στην Αθήνα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων, δημοσιεύτηκε το 1919. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικού περιεχομένου περιοδικό Η Γάμπα, του οποίου η δημοσίευση όμως απαγορεύτηκε μετά από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο Νηπενθή, εκδόθηκε το 1921. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη (1902-1930). Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο Ελεγεία και Σάτιρες. Τον Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην πόλη της Πάτρας και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα.
 
 
Η επίσης ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη γνώρισε τον Κώστα Καρυωτάκη το 1920 σε δημόσια υπηρεσία της Αθήνας όπου αμφότεροι εργάζονταν προσωρινά, και τον ερωτεύτηκε. Έχει γράψει σε επιστολή της σε κάποια φίλη της το εξής ιστορικό για τον Καρυωτάκη: «Στο κάτω-κάτω εγώ αγάπησα έναν ποιητή. Δεν αγάπησα έναν ήρωα. Αν ήθελα ήρωα, θα αγαπούσα τον Ανδρούτσο». Άλλη πληροφορία επίσης αναφέρει ότι η Μαρία Πολυδούρη τού είχε προτείνει γάμο, αλλά αυτός αρνήθηκε με τη δικαιολογία ότι «πάσχει από ανίατο αφροδίσιο νόσημα και δεν θέλει να πάρει στο λαιμό του καμιά γυναίκα». Αυτό, φαίνεται να ευσταθεί πλήρως, δεδομένου ότι έγραψε και το σχετικό ποίημα «Ωχρά Σπειροχαίτη», που είναι το όνομα του μικροβίου που προκαλεί τη σύφιλη.
 
 
Ο Κώστας Καρυωτάκης έφτασε στην Πρέβεζα με καράβι στις 18 Ιουνίου 1928, μετά από δυσμενή μετάθεση. Η θέση εργασίας του ήταν στη Νομαρχία Πρεβέζης, στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως Προσφύγων, στο κτήριο Πάλιου, της οδού Σπηλιάδου 10. Ο Καρυωτάκης ως δικηγόρος της Νομαρχίας, είχε στα καθήκοντά του τη σύνταξη και τον έλεγχο των τίτλων κυριότητας των αγροτεμαχίων διανομής προς τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας). Η τότε Νομαρχία Πρέβεζας στεγαζόταν σε ένα διώροφο μεγάλο «επιβλητικό» κτήριο με κήπο στην οδό Σπηλιάδου 10, ιδιοκτησίας Πάλιου, που έχει γκρεμισθεί και εκεί ανηγέρθησαν δύο συνεχόμενες πολυκατοικίες. Το σπίτι που νοίκιασε και έμεινε τις τελευταίες μέρες της ζωής του το 1928, βρίσκεται στην οδό Δαρδανελίων, στο λεγόμενο Σεϊτάν Παζάρ. Διατηρείται ακόμα ανέπαφο, υπάρχει αναμνηστική πλάκα, και κατοικούταν τη δεκαετία του '90 από την κυρία Λελόβα, κόρη της κυρίας Πηνελόπης Λυγκούρη, σπιτονοικοκυράς του Καρυωτάκη η οποία έχει πεθάνει και σήμερα κατοικείται από άλλους απογόνους. Η σπιτονοικοκυρά του Καρυωτάκη, Πηνελόπη Λυγκούρη, νεαρή κοπέλα το 1928, δήλωσε στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «στο σπίτι ο Καρυωτάκης δεν είχε καθόλου βιβλία, παρά μόνο χειρόγραφα δικά του, τα οποία μετά το θάνατό του δεν ήξερε ότι ήταν ποιήματα και τα πέταξε»!!!. Επίσης δήλωσε ότι "Είχε τρία κουστούμια γαλλικά, που αγόρασε στο Παρίσι και ήταν πάντα άψογα ντυμένος με γραβάτα". Λέγεται προφορικά, ότι "ο Καρυωτάκης ήρθε σε ρήξη με τον τότε Νομάρχη, ο οποίος πιθανώς χρηματιζόταν με λίρες Μικρασιατών στο θέμα της μη ισότιμης και δίκαιης παροχής αγροτεμαχίων".
 
 
Στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού, ο δήμαρχος Πρέβεζας τη διετία 1977-1978, Ηρακλής Ντούσιας, περιέγραψε ότι, δύο ώρες προ της αυτοκτονίας του, περί τις 2.30 μ.μ., ο Καρυωτάκης πήγε στο τότε παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος» στη θέση Βρυσούλα, ιδιοκτησίας τότε Νιόνιου Καλλίνικου, όπου παρήγγειλε και ήπιε μια βυσσινάδα. Ο καφεπώλης παραξενεύτηκε τότε, γιατί ο ποιητής τού άφησε στο τραπέζι 75 δραχμές πουρμπουάρ, ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν 5 δρχ. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί (τετράδιο) όπου έγραψε τις τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν στην τσέπη του και διασώθηκαν. Στο τέλος των σημειώσεων αυτών έγραψε μεταξύ των άλλων: «Συνιστώ σε όσους σκοπεύουν να αυτοκτονήσουν, να αποφύγουν τη μέθοδο του πνιγμού, εάν γνωρίζουν καλό κολύμπι. Εγώ ταλαιπωρήθηκα στη θάλασσα 10 ώρες και δεν κατάφερα τίποτα!». Ο γιος του οπλοπώλη Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, πολιτικός μηχανικός ΤΕ, δηλώνει στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «την προηγουμένη ημέρα τής αυτοκτονίας ο Καρυωτάκης αγόρασε από το κατάστημα του πατέρα του ένα περίστροφο, με το οποίο επέστρεψε σε λίγες ώρες διαμαρτυρόμενος ότι είχε βλάβη, ενώ είχε ξεχάσει να βγάλει την ασφάλεια». Αυτό εξηγήθηκε ως πρόθεσή του να αυτοκτονήσει αυθημερόν. Το περίστροφο αυτό είναι τύπου Pieper Bayard 9mm, παραχωρήθηκε από τους απογόνους της οικογένειας Καρυωτάκη και εκτίθεται από το 2003 στο «Μουσείο Μπενάκη» στην Αθήνα (κτίριο Α, Βασ. Σοφίας). Τελικά, στις 21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά. Η τότε χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία του πτώματος η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει κουστουμαρισμένο, με ψαθάκι και με το χέρι με το πιστόλι στο στήθος. Στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού και υπάρχει εκεί αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει: «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης».
 
 
 
Στην τσέπη του κουστουμιού του πτώματος του Κώστα Καρυωτάκη βρέθηκε επιστολή που γράφει τα εξής: «Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές (!!!), είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας» Κ.Γ.Κ. [Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου». Κ.Γ.Κ. (Κώστας Γ. Καρυωτάκης). Ακόμα και σήμερα υπάρχουν απορίες και αντιθέσεις στην ερμηνεία αυτής της επιστολής.
 
 
 
Ένας λόγος που φαίνεται να ώθησε τον Καρυωτάκη στην αυτοκτονία είναι και η σύφιλη από την οποία πιθανολογείται ότι έπασχε. Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Σαββίδης, ο οποίος διέθετε το μεγαλύτερο αρχείο για τους Νεοέλληνες Λογοτέχνες, ερχόμενος σε επαφή με φίλους και συγγενείς του ποιητή, αποκάλυψε ότι ο Καρυωτάκης ήταν συφιλιδικός, και, μάλιστα, ο αδελφός του, Θανάσης Καρυωτάκης, θεωρούσε ότι η ασθένεια συνιστούσε προσβολή για την οικογένεια. Ο Γιώργος Μακρίδης, στη μελέτη του για τον Καρυωτάκη, διατυπώνει την άποψη ότι "ο ποιητής αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα, όχι πιεζόμενος από τη μετάθεσή του εκεί, αλλά φοβούμενος να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, όπως συνέβαινε με όλους τους συφιλιδικούς στο τελικό στάδιο της νόσου την περίοδο εκείνη". Θέλοντας, μάλιστα, να ισχυροποιήσει το επιχείρημά του, τονίζει ότι "δεν είναι δυνατόν ένας βαριά καταθλιπτικός ασθενής να αστειεύεται στο επιθανάτιο γράμμα του". Σύμφωνα με τον σύγχρονο ορισμό της κλινικής κατάθλιψης, ο ποιητής είναι βέβαιο ότι έπασχε απο τη νόσο. Το έργο, πολύ πρίν μάθει οτι πάσχει απο σύφιλη το καλοκαίρι του 1922, η ζωή και ο θάνατος του συνιστούν ακράδαντες αποδείξεις για αυτό. Το πως η πρώτη νόσος ουσιαστικά τον οδήγησε στη δεύτερη, περιγράφεται στο τελευταίο του σημείωμα.
 

Ο ρόλος που ενδεχομένως έπαιξε η γυναίκα και ο έρωτας στην αυτοκτονία του Καρυωτάκη δεν αναφέρεται ούτε ως υπαινιγμός στο τελευταίο του σημείωμα, αλλά δεν πρέπει να αγνοηθεί. Η ωραία και χειραφετημένη ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη τον είχε ερωτευθεί και αυτός φάνηκε να ανταποκρίνεται. Κατά την Πολυδούρη μάλιστα ήταν εκείνος που πρώτος εξομολογήθηκε τον έρωτά του. Του πρότεινε να παντρευτούν, μα εκείνος δεν θέλησε. Εκείνη το απέδωσε στο χρόνιο αφροδίσιο νόσημα από το οποίο έπασχε. Μαρτυρία του φίλου του Χ. Σακελλαριάδη, αλλά και το ημερολόγιο της Πολυδούρη, δείχνουν πως δεν είχαν οι δυο τους ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις, αν και είχε ερωτικές επαφές με κοινές γυναίκες. Όπως παρατηρεί ο καθηγητής της Ψυχιατρικής Πέτρος Χαρτοκόλλης, «ήταν περισσότερο η αδυναμία ν΄αγαπήσει η αιτία που τον ώθησε στην αυτοκτονία παρά η στέρηση της γυναικείας αγάπης» Και συνεχίζει, «Το πρόβλημα του Καρυωτάκη ήταν ότι δεν μπορούσε να αγαπήσει τις γυναίκες που μπορούσαν να τον αγαπήσουν. Έχοντας μια πολύ κακήν ιδέα για τον ευατό του την προέβαλλε στους άλλους-πολύ εύκολο για την φθονερή πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσε-πλάθοντας για τον ευατό του μια ψεύτικη εικόνα ανωτερότητας, που κατέρρεε όταν μια γυναίκα τον απέρριπτε, ενώ τον έκανε να χάνει την εκτίμησή του, για μια γυναίκα που, σαν την Πολυδούρη, μπορούσε να τον αγαπήσει».