Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Ο Λαβύρινθος


             Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί βρέθηκα εδώ. Ποτέ μου δεν είχα διαπράξει κάποιο έγκλημα. Το μοναδικό μου ατόπημα ίσως να ήταν που περνούσα πολλές ώρες ονειροπολώντας. Δημιουργούσα με το μυαλό μου υπέροχες ιστορίες. Ιστορίες που μονάχα στα πιο κρυφά σου όνειρα έβλεπες. Μερικές φορές  γινόμουνα λιοντάρι, άλλες πρίγκιπας και κάποιες φορές, ελάχιστες ήταν, πάστορας.
               Ωστόσο, αυτές οι ονειροπολήσεις μου απ’ ότι φάνηκε δεν άρεσαν στην μικρή κοινωνία του απομακρυσμένου χωριού όπου έμενα. Θα σας εξιστορήσω λοιπόν, όλα εκείνα τα γεγονότα που ουσιαστικά είναι υπεύθυνα για τον εγκλωβισμό μου σ’ αυτό το καταραμένο δωμάτιο.
               Οι γονείς μου ήταν πλούσιοι. Είχαν μια γιγαντιαία έπαυλη σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό στην Ουαλία. Καταγόμασταν από αριστοκρατική γενιά. Είχαμε πάμπολλα χρήματα κι έτσι δεν χρειάστηκε ποτέ να δουλέψω.  Από μικρό παιδί διάβαζα αλλόκοτα βιβλία. Θυμάμαι πως διάβαζα κυρίως μύθους και θρύλους της ευρύτερης περιοχής. Το παράξενο ήταν ότι το χωριό μας είχε αρκετούς που σχετίζονταν τόσο με την οικογένειά μας όσο και με διάφορα παγανιστικά στοιχεία.
               Ήμουνα μοναχικός τύπος. Δεν είχα φίλους και δεν με ενδιέφερε να έχω. Πέρναγα ωραία επισκεπτόμενος το μικρό δασύλλιο που υπήρχε δίπλα στο σπίτι μου και ονειροπολώντας ανάμεσα από τις φυλλωσιές. Δεν ήξερα το λόγο, αλλά κάτι σ’ εκείνο το δάσος έδειχνε να είναι διαφορετικό. Απόπνεε μια έντονη αίσθηση μυστηρίου και μαγείας. Μερικές φορές θυμάμαι είχα αντικρίσει και κάποιες νεράιδες.
               Το περιστατικό που άλλαξε βέβαια ολότελα τη ζωή μου έλαβε χώρα όταν πάτησα τα δεκαοχτώ, την ημέρα ενηλικίωσης. Βρισκόμουνα ξανά στο δάσος, όταν πέρασε από μπροστά μου ένα τραγόμορφο πλάσμα. Κατάφερα να το δω ελάχιστα. Θύμιζε εκείνα τα τραγόμορφα πλάσματα της αρχαιότητας που αρέσκονταν στο να κυνηγάνε γυναίκες και να επιδίδονται σε ποικίλες μορφές ακολασιών.
               Παρακινούμενος απ’ ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα ξεκίνησα να ακολουθάω το πλάσμα. Χωρίς να ξέρω το γιατί, ένιωθα πως κάποια ανώτερη δύναμη είχε προνοήσει εδώ και χιλιάδες χρόνια για τη συνάντηση που επακολούθησε. Με νομίζουν τρελό, μα δεν είμαι. Αυτά που εξιστορώ συνέβησαν αλήθεια. Δεν είμαι τρελός. Αυτοί απλά δεν μπορούν να δεχτούν την αλήθεια.
              Κάτω από ελάχιστο φως του ηλίου, μέσα στις φυλλωσιές και ανάμεσα από τα βρύα συνέχισα να ακολουθώ προσεχτικά το πλάσμα. Κοράκια πετούσαν  πάνω από το κεφάλι μου. Εικόνα σίγουρα αρκετά μακάβρια, αλλά ήμουν συνηθισμένος. Δεν με πείραζαν ούτε κατά διάνοια τα κοράκια. Για να πω την αλήθεια, τα κρωξίματα που έβγαζαν είχαν αρχίσει να μου αρέσουν.
             Περπάτησα ώρες μέχρι να βρεθώ εκεί όπου ο Πάνας είχε χαθεί. Ανάμεσα στα βρύα υπήρχε ένας αρχαϊκός ναός. Μπορεί να είχε πέσει η μία από τις δύο κολόνες που στήριζαν την είσοδο ή η μούχλα να κάλυπτε σχεδόν όλη την επιφάνεια του μαρμάρου, αλλά για κάποιο ανεξήγητο λόγο ήμουνα βέβαιος ότι ο Πάνας είχε χαθεί μέσα στην τρύπα που οδηγούσε στο υπέδαφος.
              Καθώς επεξεργαζόμουνα το ναό, τα μάτια μου είδαν τον Τζέικομπς, τον υπηρέτη των γονιών μου που είχε κρυφτεί πίσω από ένα κούτσουρο. Οι γονείς μου πρέπει να είχαν αντιληφθεί τις περιπλανήσεις μου και να είχαν στείλει κάποιον να με παρακολουθήσει. Ταράχτηκα. Οι γονείς μου δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να μάθουν την αλήθεια. Με φρενήρης ρυθμούς άρχισα να τρέχω προς το σπίτι μου. Ήθελα να προλάβω να ακούσω τι θα τους  έλεγε ο υπηρέτης.
             Έφτασα σχετικά γρήγορα στο σπίτι. Οι γονείς μου βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη. Γρήγορα κατευθύνθηκα στο δωμάτιό μου και άλλαξα τα βρώμικα ρούχα μου. Δεν έπρεπε να δώσω στόχο. Άλλωστε, ο πόθος για εκείνον το ναό δεν είχε σβήσει από τα εσώψυχα. Ένιωθα πως έπρεπε  οπωσδήποτε να επιστρέψω σ’ εκείνο το μέρος. Ήταν γραφτό να διαβώ την είσοδο. Ήταν γραφτό να συναντήσω τον Πάνα.
             Ο Τζέικομπς έφτασε στο σπίτι. Είπε στους γονείς μου ότι στεκόμουνα μπροστά από κάτι δέντρα και χάζευα για ώρες. Πως ήταν δυνατόν να μην έχει δει το ναό; Η μοναδική εξήγηση που μπόρεσα να δώσω ήταν ότι μια ανώτερη δύναμη προστάτευε τις εξορμήσεις μου στο δασύλλιο.
              Από εκείνη τη μέρα και μετά πήγαινα συχνότερα στο δάσος. Ωστόσο, δεν μπορούσα να διαβώ ακόμα το κατώφλι του ναού. Μονάχα ύστερα από έναν μήνα, τότε που ήταν Παρασκευή και δεκατρείς κατάφερα να περάσω την πύλη.
              Βρέθηκα σ’ έναν ιδιόμορφο λαβύρινθο. Παντού υπήρχαν διάφορα έντομα. Κυρίως, έβλεπες κάτι τεράστιες, φιλικές κατσαρίδες και κάτι πανέμορφες ακρίδες, ενώ  παράλληλα με την είσοδό μου στο ναό, χιλιάδες μύγες κάθονταν πάνω στα μαλλιά μου. Δεν με ενόχλησαν ποτέ τα έντομα, γιατί ένιωθα πως ήταν φυσικό να γίνεται αυτό. Κάθε μέρα λοιπόν, κατέβαινε τα σκαλιά της μισογκρεμισμένης εισόδου και παρέα με τα έντομα εξερευνούσα το λαβύρινθό. Κάθε μέρα προχωρούσα και λίγο παραπάνω.
              Ύστερα από περίπου δύο μήνες κατάφερα επιτέλους να φτάσω στο κέντρο του λαβυρίνθου, εκεί όπου καθόταν στο θρόνο του ο Πάνας, ο φίλος μου. Ήταν τόσο όμορφος. Τα τεράστια κέρατα φανέρωναν τη δύναμή του, ενώ η μακριά γκρίζα γενειάδα που έφτανε μέχρι το πάτωμα φανέρωνε ακόρεστη σοφία. Εκεί, στο κέντρο του λαβυρίνθου, κάτω από το υπέδαφος, μέσα στα βρύα και ανάμεσα από πάμπολλες σκαλιστές πέτρες, ο Πάνας προσπάθησε να με μυήσει στον κόσμο των ονείρων. Συμμετείχα σε διάφορες τελετές. Έπρεπε να ακολουθηθεί μια συγκεκριμένη διαδικασία μύησης μέχρι να γίνω και εγώ σαν εκείνον.
               Αρχικά, έπρεπε να συμμετέχω σε όργια με αμέτρητες γυναίκες. Υπήρχαν φορές μάλιστα που πήγαινα μέσα σε μια μέρα τόσο με τη μητέρα όσο και με την κόρη της. Πολλές φορές συνουσιαζόμασταν και οι κόρες με τις μάνες μαζί. Δεν είχαν πρόβλημα, τους άρεσε. Μπορούσε ο καθένας να το δει στα μάτια τους και στον τρόπο με τον οποίο έκαναν άγριο έρωτα μαζί μου. Η διατροφή μου από τότε που συνάντησα το μέντορά μου άλλαξε και αυτή άρδην. Έτρωγα από το πρωί μέχρι το βράδυ έντομα του λαβυρίνθου. Κυρίως κατσαρίδες έτρωγα, τις λάτρευα.
               Μετά από κάποιες εβδομάδες, έφτασα στην τελευταία τελετή μύησης. Έπρεπε να σκοτώσω ένα μωρό και να το φέρω στο κέντρο του λαβυρίνθου. Εκεί, θα καθαγιαζόταν το αίμα κι ύστερα θα το έπινα. Επιτέλους, θα μπορούσα να έχω πρόσβαση στον κόσμο των ονείρων.  Βρήκα λοιπόν ένα μωρό μιας οικογένεια που είχε περίπου δέκα παιδιά, αν θυμάμαι καλά. Δεν θα τους πείραζε αν δανειζόμουνα το ένα.
               Το μαχαίρωσα στην καρδιά. Το είχα σκοτώσει. Ξεκίνησα να το μεταφέρω προς το ναό. Μολαταύτα, όλον αυτό τον καιρό δεν είχα προσέξει ότι με παρακολουθούσαν σε κάθε μου βήμα. Με αποτέλεσμα όταν φτάσω στην είσοδο του ναού να ορμίσουν πάνω μου τέσσερις γεροδεμένοι άντρες. Ο πατέρας μου βρισκόταν σε μια γωνία και κοίταζε. Βλέποντας το σκοτωμένο μωρό στην αγκαλιά μου μαρμάρωσε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ο ηλίθιος ότι το είχα σκοτώσει. Δεν με ένοιαζε που το είχα σκοτώσει. Έτσι έπρεπε να γίνει.
                 Με μετέφεραν λοιπόν σ’ ένα κέντρο ψυχικής αποκατάστασης, αυτό το όνομα του είχαν δώσει. Στην ουσία πρόκειται για ένα τρελοκομείο. Δεν είμαι όμως τρελός. Αυτοί δεν μπορούν να καταλάβουν το σκοπό μου. Αυτοί δεν μπορούν να καταλάβουν τι θα κέρδιζα αν με άφηναν να φτάσω στο κέντρο του λαβυρίνθου κρατώντας το μωρό. Η τελευταία μύηση όμως θα πραγματοποιηθεί, καθώς ο φίλος μου, ο Πάνας, μου έδειξε έναν τρόπο για να ξεφύγω απ’ αυτό το δωμάτιο με τα σιδερένια κάγκελα. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να με μαχαιρώσω στην καρδιά μ’ αυτό το μαχαίρι. Δεν θα πεθάνω, όχι. Με διαβεβαίωσε πως μ’ αυτό τον τρόπο θα ξεφύγω από τον επίγειο κόσμο και θα μεταφερθώ στον κόσμο των ονείρων.
                 Νάτος, στέκεται εκεί στην γωνία. Μου γνέφει να τον ακολουθήσω. Περίμενε φίλε μου, σε λίγο θα βρίσκομαι μαζί σου…

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

πηγή:http://chimeres.info/zine/25/

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Το ταξίδι ενός Χαρτονομίσματος



Τίτλος: Το ταξίδι ενός χαρτονομίσματος
Συγγραφείς: Αγγελακοπούλου Εύη, Αγγελίδης-Γκέντζος Τάσος, Αλεξίου Γιούλη, Γαλιάσος Φίλιππος, Γραφανάκης Μάνος, Γρηγοριάδης Γιάννης, Δεληγιάννη-Τσιουλπά Άννα, Δερμιτζάκη Ειρήνη, Ελευθεριάδου Ελντίνα, Ζαράρης Λάσκαρης, Ζωντός Μιχαήλ, Καρυωτάκης Μίνως-Αθανάσιος, Κασιάρου Εύα, Κουντουράς Παναγιώτης, Κουτσοσπύρος Σπύρος, Λαμπρίδου Βασιλική, Λουλά Χριστίνα, Μαμαλιόγκας Γιάννης, Μητσοπούλου Δέσποινα, Οδυσσέας Γκρέι (ψευδώνυμο), Παναγιώτου Κυριάκος, Παπαδοπούλου Κάλλια, Παπαϊορδανίδης Θεοδόσης, Σαββανάκης Γιώργος, Σαββινίδης Λευτέρης, Σαλαβασίδης Πέτρος, Σκλαβενίτης-Πιστοφίδης Ρωμανός, Τριανταφυλλίδου Ευγενία, Φλώρου Παναγιώτα, Χουρσανίδης Μανόλης

ISBΝ: 978-618-80394-5-2


Συντελεστές
Σχεδιασμός εξωφύλλου: Αλίκη Λαζαρίδου 
Επιμέλεια-Διορθώσεις: Ηρακλής Λαμπαδαρίου
Σελιδοποίηση: Κωνσταντίνα Χαρλαβάνη 

Σύντομη περίληψη
Όπως ταξιδεύουν οι ιδέες, οι νότες, οι άνθρωποι, ο νους, η σκέψη, έτσι και τα χρήματα ταξιδεύουν συνεχώς χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς για την πορεία που ακολουθούν, τα προβλήματα που πιθανόν φέρνουν, τις συνειδήσεις τις οποίες αλλοιώνουν, την ανακούφιση από δυσάρεστες καταστάσεις, την αισιοδοξία, τη δύναμη, το κύρος, το πάθος, τη λύτρωση, την ενοχή, την εκμετάλλευση. Ταξιδέψτε με τα τριάντα διηγήματα που προέκυψαν από την ανοικτή πρόσκληση των Εκδόσεών μας.

Το συγκεκριμένο βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Ιανουάριο του 2013.
Για να το βιβλίο ΔΩΡΕΆΝ επισκεφτείτε τον παρακάτω ιστότοπο: http://www.saitapublications.gr/2013/01/ebook.16.html


Υ.Γ. Εγώ συμμετέχω με το διήγημα "Το κορνιζαρισμένο χαρτονόμισμα" που βρίσκεται στη σελίδα πενήντα. Καλή ανάγνωση. 

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΝΑΡΝΙΑ – 1. Ο ΑΝΕΨΙΟΣ ΤΟΥ ΜΑΓΟΥ




ΣυγγραφέαςΛΙΟΥΙΣ, Κ.Σ.
Έτος έκδοσης: 1982
ISBN: 978-960-04-0359-6
ΣΕΛ.: 196
Σχήμα: 14 x 20,6
Τίτλος πρωτοτύπου: The Magician's Nephew
Γλώσσα πρωτοτύπου: Αγγλικά
Μετάφραση: Μαστοράκη, Τζένη
Εικονογράφηση: Ασπρόμαυρη
Εικονογράφος: Baynes, Pauline
Βάρος: 226.00 γραμ.
Μαλακό εξώφυλλο
Ηλικία: Από 10 ετών
Σειρά: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΝΑΡΝΙΑ
Τιμή: 11 Ευρώ

Περιγραφή: Η Νάρνια… όπου τα ζώα έχουν ανθρώπινη φωνή… όπου καραδοκεί μία μάγισσα… όπου ένας νέος κόσμος πρόκειται να γεννηθεί. Στην τολμηρή τους προσπάθεια να σώσουν μια ζωή, δύο φίλοι βρίσκονται ξαφνικά σε έναν άλλο κόσμο, όπου μία κακιά μάγισσα προσπαθεί να τους κάνει σκλάβους της. Έπειτα όμως από το τραγούδι του λιονταριού Ασλάν υφαίνεται μια νέα χώρα, αυτή που θα γίνει γνωστή ως Νάρνια. Και στη Νάρνια όλα είναι δυνατά...
            Το παραπάνω βιβλίο είναι το πρώτο από τα Χρονικά της Νάρνια. Σ’αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας μας αφηγείται την ιστορία ενός παιδιού που καταφέρνει μαζί με τη φίλη του να κλέψουν κάτι μαγικά δαχτυλίδια από το θείο του που τυχαίνει να είναι μάγος. Οι δύο φίλοι λοιπόν οδηγούνται σε διάφορους κόσμους και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους εξαιτίας ενός λάθους γνωρίζουν και την Λευκή μάγισσα η οποία εγκαταλείπει το καταστρεμμένο βασίλειό της και ακολουθεί τα παιδιά στον κόσμο της Νάρνια. Με τον ερχομό τους στην Νάρνια ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να περιγράψει και τη διαδικασία της δημιουργίας αυτού του ιδιόμορφου τόπου από το κρατερό λιοντάρι που ακούει στο όνομα Άσλαν.
               «Ο Ανεψιός του Μάγου» είναι το πρώτο βιβλίο της επταλογίας των Χρονικών. Ο αναγνώστης διαβάζοντάς το γίνεται κοινωνός της δημιουργίας του πρωτότυπου κόσμου του Λίουις και μένει εκστασιασμένος από την ικανότητά του τόσο στις περιγραφές όσο και από την εκπληκτική ιστορία που αφηγείται. Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω πως παρόλο που το κάθε βιβλίο είναι αυτοτελές, καλό θα ήταν ο αναγνώστης να τα διαβάσει με τη σειρά ώστε να κατανοήσει εναργέστερα ολόκληρη την ιστορία της Νάρνια. Καλή ανάγνωση λοιπόν.

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Το δωμάτιο με τους αρουραίους-Διήγημα


     Ήταν βράδυ, περίπου μία ώρα πριν από τα μεσάνυχτα όταν ακούστηκε εκείνο το τρομαχτικό αλύχτισμα. Εκεί που έμενε συνήθιζε να ακούει παρόμοιους ήχους, μα ποτέ δεν είχε ακούσει κάτι τόσο τρομαχτικό.
       Ο κύριο Ιάκωβος σηκώθηκε από την παλαιική του πολυθρόνα. Το αλύχτισμα τον είχε ξυπνήσει. Λυπήθηκε, γιατί έβλεπε ένα ωραίο όνειρο. Είχε καιρό να δει όνειρα. Για την ακρίβεια, από τότε που είχε χάσει την γυναίκα του κάθε βράδυ έβλεπε εφιάλτες.
         Σήμερα όμως, για πρώτη φορά μετά από έξι μήνες περίπου, έβλεπε ένα ωραίο όνειρο που τον έκανε να ξεχάσει τα προβλήματα που αντιμετώπιζε. Είχε μεταφερθεί σ’ έναν κόσμο όπου οτιδήποτε σκεφτόταν μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Ίσως, αυτός να ήταν και ένας από τους λόγους που του άρεσε να ονειρεύεται.
         Ξαφνικά, μπροστά του πετάχτηκε ένας γιγάντιος αρουραίος. Στο σπίτι του ποτέ δεν είχε ξαναδεί ένα τέτοιο βρωμερό πλάσμα. Παρότι είχε γεράσει φρόντιζε πάντοτε να κρατάει καθαρό το σπίτι. Άρα, πως ήταν δυνατόν να υπάρχει ένας αρουραίος;
          Τα μάτια του ζωντανού δεν ταράχτηκαν από τη ξαφνική συνάντηση. Είχε δει πολλές φορές τον γέροντα Ιάκωβο. Εκείνος έδειχνε ψηλός, μα το ζωντανό γνώριζε άριστα πως δεν μπορούσε να τον πειράξει. Του χαμογέλασε κι ύστερα χάθηκε κατευθυνόμενο μέσα στα σκοτάδια προς το υπόγειο.
         Ο γέροντας προσπάθησε να ξεχάσει το συμβάν, μα τα γρατζουνίσματα στο υπόγειο του διέγειραν την περιέργεια. Θα κατέβαινε κάτω για να έβλεπε τι συνέβαινε.
          Καθώς λοιπόν κατέβαινε προς το υπόγειο, άρχισε να μυρίζει μια έντονη δυσοσμία. Η μακάβρια ατμόσφαιρα επιτάθηκε καθώς δεν άναβαν τα φώτα του υπογείου. Σταμάτησε μπροστά από την ξύλινη πόρτα. Έψαξε να βρει κάτι που θα μπορούσε να του προσφέρει φως. Για καλή του τύχη, στα δεξιά του υπήρχε ένα παρατημένο πορτατίφ  . Το έβαλε στην πρίζα, μα δεν άναψε. Ο ήχος των γρατζουνισμάτων αυξήθηκε. Έπρεπε να μπει μέσα στο σκοτεινό υπόγειο.
            Χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεών του άνοιξε την πόρτα διστακτικά. Παράλληλα, άναψε το διακόπτη του φωτός. Το ελάχιστο φως της λάμπας έδιωξε κάπως το σκοτάδι. Αυτό που είδε τον σόκαρε.
           Μέσα στο υπόγειο, υπήρχε μια αγέλη από αρουραίους που κατασπάραζε κάτι σάρκες. Από τα ρυπαρά του δόντια έτρεχε αίμα μπόλικο. Όταν τον είδαν φάνηκαν να χαμογελούν. Σταμάτησαν μονομιάς το τσιμπούσι και ξεκίνησαν να τρέχουν μανιωδώς προς το μελλοντικό τους θύμα.
           Ο κύριος Ιάκωβος έτρεξε και έκλεισε πίσω του την πόρτα. Η πόρτα είχε κατασκευαστεί από ξύλο κέδρου, οπότε θα άντεχε το βάρος της αγέλης. Ωστόσο η πρόβλεψη του ηλικιωμένου ήταν εντελώς λάθος. Οι αρουραίοι έπεσαν όλοι πάνω στην πόρτα. Οι μεντεσέδες έτριξαν. Η ξύλινη πόρτα έπεσε.
              Ο ηλικιωμένος παρέμεινε να κοιτάζει το αποκρουστικό θέαμα. Δεν συνέχισε να τρέχει, όχι γιατί δεν μπορούσε να ξεφύγει, αλλά γιατί γνώριζε πως είχε έρθει το τέλος του. Άλλωστε, γιατί να ζούσε, αφού δεν είχε πια εκείνο το πάθος για τη ζωή που διέκρινε την πλειονότητα των ανθρώπων.
               Άφησε κάτω την μαγκούρα. Άνοιξε τα χέρια σαν τον εσταυρωμένο και δέχτηκε το ξέσκισμα της σάρκας του από τους διώκτες του. Πάραυτα, οι οιμωγές του ακούστηκαν σ’ όλο το χωριό. Εγώ, ακόμα τις θυμάμαι…

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Τα 33 ροζ ρουμπίνια-βιβλιοεντύπωση


Τα 33 ροζ ρουμπίνια




Εκδόσεις: Καλέντης
Σελίδες



256
Διαστάσεις
29x22
Έκδοση
2003
Εξώφυλλο
Σκληρό
         Τιμή: 23-26 Ευρώ


Περιγραφή βιβλίου:
Τι περιμένει τον ατρόμητο ιππότη Ροδόλφο Ρουλεμάν που ξεκινάει ένα πρωί με το Χουζουρίξ, το πιστό αλλά νυσταλέο του άλογο, για να βρει την τύχη του; Θα συναντήσει το ρινόκερο που κατάπιε το ουράνιο τόξο; Θα κόψει τη μαργαρίτα που λέει πάντα «σ΄αγαπώ» ; Θα βάλει το χέρι του στο κοφίνι με τα φαρμακερά φίδια; Θα ταξιδέψει στον Ωκεανό με τις χίλιες εκατό ρουφήχτρες; Θα ξυπνήσει το δράκο με τα ασημένια λέπια; Με ποιον τρόπο θα τον ανακρίνει ο αμείλικτος βασανιστής; Θα τον βασανίσει με το μαρτύριο της καυτής πιπεριάς ή με το βασανιστήριο της αποτρόπαιας γαργάρας; Τα παραπολυμύθια είναι μια σειρά μαγευτικών βιβλίων που κάθε φορά που τα διαβάζει το παιδί, θα του λένε μια διαφορετική ιστορία. Τα πρωτοποριακά αυτά βιβλία δεν διαβάζονται από την αρχή ως το τέλος, όπως τα συνηθισμένα βιβλία, αλλά αποτελούνται από μικρές ενότητες με τις οποίες ο αναγνώστης συνθέτει τις δικές του ιστορίες.



              Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ίσως και ένα από τα καλύτερα παιδικά βιβλία που κυκλοφορούν στο εμπόριο. Έχει μια τρομερή ιδιομορφία, καθώς ο ίδιος ο αναγνώστης   επιλέγει τι θα κάνει ο κεντρικός ήρωας! Το βιβλίο δεν πηγαίνει με τη σειρά. Στο συγκεκριμένο βιβλίο ο ιππότης Ρουλεμάν από την δυτική Ρουλεμάνδη ξεκινάει μαζί με το πιστό του άλογο το Χουζουρίξ για νέες περιπέτειες. Στην πορεία του ο αναγνώστης θα μπορέσει να τον οδηγήσει στο γλειφιτζούρι που δεν τελειώνει ποτέ, στο να πιάσει δουλειά σ’ ένα τσίρκο, να πολεμήσει μάγισσες και δράκους. Παράλληλα, ο νεαρός αναγνώστης για να βρει πολλές φορές τη σελίδα που επιθυμεί θα πρέπει να λύσει διάφορους ευφάνταστους γρίφους. Αν δεν μπορέσει να τους λύσει συχνά ο συγγραφέας με περίσσιο χιούμορ τον στέλνει να διεκπεραιώσει διάφορες αποστολές όπως το να ζωγραφίσει βούλες πάνω του, να κάνει κουτσό και άλλα πολλά! Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το πρωτότυπο αυτό βιβλίο  μεταλαμπαδεύει στο παιδί σημαντικά μηνύματα για τη ζωή και είναι εξολοκλήρου εικονογραφημένο με εξαίσια σχέδια.
                  Τα 33 ροζ ρουμπίνια είναι ένα πρωτότυπο, ευφάνταστο, έξυπνο, μοναδικό και καθόλα διασκεδαστικό βιβλίο. Μπορεί για τα σημερινά δεδομένα να είναι κάπως ακριβό, αλλά πραγματικά πιστέψτε με αξίζει τα λεφτά του.
Καλή ανάγνωση λοιπόν!



Συνέντευξη με το Μίνω-Αθανάσιο Καρυωτάκη

«Μια σειρά από δημιουργικά γεγονότα, Συνέντευξη με το Μίνω-Αθανάσιο Καρυωτάκη», της Ευρυδίκης Αμανατίδου


Μια σειρά από δημιουργικά γεγονότα
Συνέντευξη με το Μίνω-Αθανάσιο Καρυωτάκη*
Της Ευρυδίκης Αμανατίδου
Πάμε μια βόλτα στη Θεσσαλονίκη που ακόμη είναι στολισμένη γιορτινά και συνάντηση «επί τόπου» με έναν πολύ νεαρό λάτρη της γραφής και της δημοσιογραφίας. Το όνομα αυτού Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης.
Εντυπωσιακό όνομα, θα έλεγα. Πάντως εμένα μου κέντρισες το ενδιαφέρον Μίνω όταν σε πρωτοδιάβασα στη συλλογή μικροδιηγημάτων της ανοικτής βιβλιοθήκης Openbook. Είπα, αυτός ο πιτσιρίκος έπιασε το νόημα. Με λιγότερους από 140 χαρακτήρες έδωσες μια ιστορία που μπορεί κάλλιστα να γίνει μυθιστόρημα. Πώς «τόλμησες» να πάρεις μέρος σε ένα τόσο απαιτητικό εγχείρημα;
Η απόφαση να συμμετάσχω σ’ αυτή την πρωτότυπη ιδέα της Openbook ήταν άμεση, γιατί συνήθως είμαι πάντοτε ανοιχτός σε οποιαδήποτε πρόκληση. Στην αρχή μου φάνηκε αρκετά εύκολο το να δημιουργήσεις μια ιστορία μέσα σε 140 χαρακτήρες. Βέβαια, στην πορεία επειδή δεν είχα και καμία απολύτως σχέση με το twitter, συνειδητοποίησα πως οι 140 χαρακτήρες δεν είναι μονάχα οι λέξεις, αλλά όλα τα σημεία στίξης και το κενό. Εκεί τα πράγματα οφείλω να ομολογήσω πως δυσκόλεψαν αρκετά. Ωστόσο, επειδή ήθελα πολύ να συμμετάσχω δημιούργησα έναν λογαριασμό στο twitter και εξασκήθηκα γράφοντας μικροϊστορίες. Η ιστορία που έστειλα και δημοσιεύθηκε νομίζω πως ήταν η καλύτερη από αυτές που δημιούργησα σε αυτή μου την προσπάθεια.
Φοιτητής του Αριστοτέλειου, στο τμήμα Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας. Για να ρωτήσω λοιπόν αν το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό, ήταν οι σπουδές που ενίσχυσαν την αγάπη σου για τη γραφή ή η ενασχόλησή σου με τη γραφή που σε έκανε να επιλέξεις αυτή την κατεύθυνση;
Η ενασχόληση μου με τη γραφή είχε ξεκινήσει από πολύ μικρή ηλικία. Γράφω συστηματικά περίπου επτά χρόνια. Τα τελευταία βέβαια εντατικότερα. Αυτό που με οδήγησε στη συγκεκριμένη σχολή και στη συγκεκριμένη κατεύθυνση δεν ήταν τόσο οι δυνατότητες βελτίωσης και ενασχόλησης με τη γραφή, αλλά ένα παιδικό όνειρο που είχε δημιουργηθεί αν θυμάμαι καλά από τα δέκα μου. Από εκείνη την ηλικία, ίσως και νωρίτερα, είχα ξεκινήσει να διαβάζω τα περιοδικά της «Φρουτοπίας» του Ευγένιου Τριβιζά. Διαβάζοντάς τα λάτρεψα τον κεντρικό χαρακτήρα, το δαιμόνιο δημοσιογράφο Πίκο Απίκο και αποφάσισα όταν μεγαλώσω να γίνω δημοσιογράφος. Στην πορεία προστέθηκε και το πάθος για τη συγγραφή και έτσι οδηγήθηκα στη δημοσιογραφία.
Χίλιες και μία ιστορίες είναι το όνομα που έχεις δώσει στο προσωπικό σου ιστολόγιο. Ο συνειρμός με οδηγεί στο Χίλιες και μία νύχτες ή τα γνωστά μας παραμύθια της Χαλιμάς. Πιστεύεις πως στον κόσμο αρέσουν τα παραμύθια κυριολεκτικά και μεταφορικά;
Ο κόσμος νομίζω πως αγαπάει παράφορα τα παραμύθια είτε το ομολογεί είτε όχι. Εγώ, ανέκαθεν πίστευα πως τα παραμύθια κρύβουν μέσα τους μια τρομερή μαγεία. Πάντα όταν διάβαζα ένα ένιωθα παράξενα, δεν θα πω ωραία, απλά παράξενα. Εδώ, θα ήθελα να αναφέρω πως δυστυχώς ή ευτυχώς πολλά πράγματα βασίζονται πάνω σ’ ένα καλοσχεδιασμένο παραμύθι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα νομίζω πως είναι τόσο ο Χίτλερ με το παραμύθι της Αρίας φυλής που πλανάται εδώ και χιλιάδες χρόνια όσο και το γνωστό σε όλους μας «λεφτά υπάρχουν» του πρώην πρωθυπουργού. Ένα καλοσχεδιασμένο παραμύθι έχει τεράστια δύναμη, στους συγκεκριμένους συνέβαλε τα μέγιστα ώστε να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας τους. Συγχρόνως, νομίζω ότι η κοινωνία μας ήταν εθισμένη τόσα χρόνια στα παραμύθια με καλό τέλος. Τα πράγματα άλλαξαν άρδην βέβαια με τον ερχομό της κρίσης.
Μίλησε μου λίγο για το εΜΜΕίς όπου είσαι και συντάκτης.
Λοιπόν, το περιοδικό ξεκίνησε το 2006 από ομάδα φοιτητών του Τμήματος σε συνεργασία με καθηγητές μας. Το Ηλεκτρονικό Περιοδικό με τον τίτλο «εΜΜΕίς» έχει μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και αποτελεί πρωτοβουλία ομάδας φοιτητών του Τμήματος Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με την παρότρυνση ενός συμφοιτητή μου ήρθα σε επαφή πριν από δύο μήνες με την αρχισυντάκτρια και με την εκδότρια του περιοδικού, οι οποίες λόγω της ενασχόλησής μου με την λογοτεχνία μου πρότειναν να καταπιαστώ μ’ αυτό τον τομέα. Έτσι, στο τεύχος 39 έγραψα ένα άρθρο που αναφερόταν στην ψηφιακή λογοτεχνία (http://pacific.jour.auth.gr/emmeis/?p=6434κι ύστερα στο τεύχος 40 μια συνέντευξη με τον Γιάννη Φαρσάρη, ένα διήγημα και κάποια άλλα άρθρα για το 53ο Φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης(http://pacific.jour.auth.gr/emmeis/?cat=1652)
Μόλις πρόσφατα, κυκλοφόρησε σε ελεύθερη ψηφιακή μορφή το μυθιστόρημά σου «Μια σειρά από τρομακτικά γεγονότα» από τις εκδόσεις Σαΐτα. Επέλεξες αυτή την οδό αντί για την κλασσική έντυπη έκδοση σαν πιο εύκολη για ένα νέο δημιουργό ή ήθελες μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία να στείλεις ένα μήνυμα;
Ομολογώ πως δεν δυσκολεύτηκα πολύ για να επιλέξω εκδοτικό οίκο και τη μορφή που ήθελα να έχει το βιβλίο μου. Γνωρίζοντας μέσα από το One:story τον Γιάννη Φαρσάρη, το έργο του και τον κόσμο του ηλεκτρονικού βιβλίου αποφάσισα πως θα ήταν καλό να κυκλοφορήσει το βιβλίο μου αποκλειστικά σε ebook εφόσον υπήρχε κάποιος εκδοτικός οίκος που θα το εξέδιδε χωρίς να χρειάζεται να πληρώσω κάτι ο ίδιος. Τελικά επέλεξα τις εκδόσεις Σαΐτα γιατί ήταν ένας νεοσύστατος πολλά υποσχόμενος οίκος και μιας και ήταν καινούργιος στο χώρο σκέφτηκα πως άξιζε να στηριχθεί.
Δανείστηκα ένα μέρος από τον τίτλο του μυθιστορήματός σου για να δώσω κι εγώ ένα τίτλο στην κουβέντα μας. Πιστεύεις ότι υπάρχουν κλισέ, στερεότυπα; Οι δικές σου ιστορίες πού νομίζεις πως ξεφεύγουν από το αναμενόμενο; Είναι κάτι παραπάνω αυτό που θέλεις να δώσεις στον αναγνώστη πέρα από ένα μείγμα θρίλερ και φανταστικού;
Ναι, νομίζω πως ο κόσμος θα ήταν εντελώς διαφορετικός αν δεν υπήρχαν τόσο τα στερεότυπα όσο και οι προκαταλήψεις. Οι δικές μου ιστορίες δεν νομίζω πως ξεφεύγουν από το αναμενόμενο. Απλά, μου αρέσει μέσω των διαφόρων στερεοτύπων και των προκαταλήψεων να φανερώνω στον αναγνώστη τι ενδέχεται να συμβεί. Παράλληλα, επιδιώκω να συνδυάσω τις ιστορίες τρόμου μ’ ένα βαθύτερο νόημα και να αναδείξω το γεγονός ότι οι φανταστικοί κόσμοι δεν είναι τελικά και τόσο ξένοι σε σχέση με την καθημερινότητα μας.
«Μια συνηθισμένη μέρα» ήταν η δική σου συμμετοχή στο ανθολόγιο διηγημάτων One:story, άλλο ένα εγχείρημα της Openbook. Ένα σύντομο διήγημα που αφορά μια ασυνήθιστη συνάντηση. Είσαι πολύ νέος, βλέπω όμως και σε αυτό το διήγημα, αλλά και μέσα στο μυθιστόρημά σου, πως σε απασχολεί η έννοια του θανάτου, όπως επίσης αυτή της μοναξιάς. Πώς επιλέγεις τα θέματά σου; Ποια είναι η δική σου φιλοσοφία για τη ζωή;
Η επιλογή των θεμάτων πηγάζει κυρίως από διάφορα εναύσματα που δέχομαι κατά τη διάρκεια της ημέρας. Συνήθως τα καταγράφω σ’ ένα χαρτί και ξεκινάω να δημιουργώ μία ιστορία αρχίζοντας σχεδόν πάντα από το τέλος. Προσωπικά θεωρώ εξαιρετικά ενδιαφέρον τόσο το θέμα του θανάτου όσο και αυτό της μοναξιάς. Έχουν και τα δύο μια διαχρονικότητα. Όσον αφορά τώρα για τη φιλοσοφία μου σχετικά με τη ζωή δεν μπορώ να δώσω μια σαφή απάντηση. Απλά, πιστεύω πως η ζωή είναι κάτι το εφήμερο, οπότε θα πρέπει να ασχολούμαστε μ’ αυτό που μας αρέσει, να βοηθάμε πάντοτε το συνάνθρωπό μας, να είμαστε εγκρατείς και να δουλεύουμε πάρα πολύ για να υλοποιήσουμε τους στόχους μας.
Η φτώχεια θέλει καλοπέραση, για να χρησιμοποιήσω κι εγώ φράσεις που μας έχουν μείνει από τους παλαιότερους. Πώς βιώνει ένας νέος άνθρωπος την οικονομική κρίση; Τι σηματοδοτεί η λέξη «καλοπέραση» για εσένα;
Η οικονομική κρίση είναι κάτι πρωτόγνωρο. Κανένας μας δεν περίμενε μετά τους Ολυμπιακούς της Αθήνας το 2004 μια τέτοια κατρακύλα. Οι εποχές άλλαξαν απότομα, άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους, τα δώρα και οι έξοδοι περιορίστηκαν δραματικά, όλη μας η ζωή άλλαξε. Αυτό δεν είναι τόσο τρομερό, γιατί με το πέρασμα του χρόνου συνηθίζεις. Το πρόβλημα είναι ότι καθημερινά πια θλίβομαι καθώς βλέπω ανθρώπους να ψάχνουν στα σκουπίδια, φίλοι και γνωστοί να λαμβάνουν μισθούς πείνας και ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι οδηγούνται στην απόγνωση. Παράλληλα, νιώθω οργισμένος για όλους εκείνους που έκλεβαν τόσα χρόνια χρήματα από το κράτος και δεν αναφέρομαι μονάχα σε πολιτικούς. Η λέξη «καλοπέραση» ταυτιζόταν στο μυαλό μου ανέκαθεν με μια άκρως αρνητική έννοια. Το να περνάς καλά είναι κάτι πολύ δύσκολο και εξαιρετικά σχετικό. Νομίζω πως για μένα «καλοπέραση» είναι κάποιες στιγμές ευτυχίας που νιώθεις σαν να πετάς στα σύννεφα.
Ψηφιακό ή έντυπο βιβλίο; Θέλω να μου απαντήσεις μόνο από την σκοπιά του νέου σε ηλικία αναγνώστη.
Επειδή πρέπει να απαντήσω ως νεαρός αναγνώστης και όχι σαν Μίνως, θα έλεγα ότι θα επέλεγα αμέσως το έντυπο βιβλίο γιατί δεν γνωρίζω τι ακριβώς είναι το ψηφιακό! Παρότι στην Αμερικάνικη αγορά είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο, εδώ στην Ελλάδα τα νεαρότερα ηλικιακά άτομα πέρα του ότι δεν διαβάζουν, δεν ξέρουν και τι ακριβώς είναι το ψηφιακό βιβλίο. Ωστόσο, όσο περνάνε τα χρόνια βλέπω πως όλο και περισσότεροι γνωρίζονται μ’ αυτό, το αγαπάνε και το προτιμούνε. Πιστεύω ακράδαντα πως το ηλεκτρονικό βιβλίο μελλοντικά θα προτιμάται από το έντυπο.
Ευχαριστώ πολύ το Μίνω-Αθανάσιο Καρυωτάκη και του εύχομαι να είναι ένας από αυτούς που θα φέρουν τη νέα πνοή στην κοινωνία μας. Κάθε επιτυχία στο δρόμο του.
*Ο Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης γεννήθηκε το 1994 στη Θεσσαλονίκη. Σπουδάζει δημοσιογραφία και το μυθιστόρημά του «μια σειρά από τρομακτικά γεγονότα» θα το βρείτε στοhttp://www.saitapublications.gr/2012/12/ebook.13.html


 Το άρθρο της κ. Ευρυδίκης Αμανατίδου διατίθεται με άδεια Creative Commons (Αναφορά δημιουργού-ιστοχώρου δημοσίευσης, μη εμπορική χρήση, όχι παράγωγα έργα). Άρθρα της συγγραφέως θα βρίσκετε στη στήλη μας  «Επί Τόπου», της Ευρυδίκης Αμανατίδου.

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

Η ιστορία του Χαλίφη Βάτεκ-βιβλιοεντύπωση


Συγγραφέας: Γουίλιαμ Μπέκφορντ
ISBN: 978603293927
Εκδότης: Γράμματα
Τιμή: Εγώ το αγόρασα για 1 ευρώ από το βιβλιοπωλείο της Πρωτοπορίας(http://www.protoporia.gr/index.php). Υπάρχουν πάμπολλα αντίτυπα που έχουν την ίδια τιμή

Περιγραφή: Ο χαλίφης Βατέκ, εγγονός του Χαρούντ ελ Ρασίντ, γίνεται υπηρέτης του Διαβόλου, παρασυρμένος από την ακόρεστη περιέργειά του και τη μεγαλομανία του. Έπειτα από τη θυσία πενήντα μικρών παιδιών, θα ξεκινήσει από την πρωτεύουσά του, τη Σαμάρα, για την ερειπωμένη πόλη του Ισταχάρ, όπου περιμένει να δει τους θησαυρούς των σουλτάνων που έζησαν πριν από τον Αδάμ.
Έπειτα από αμέτρητες περιπέτειες, θα μπει στα υπόγεια δώματα του Διαβόλου-Εβλίς, όπου θ' ανακαλύψει τη ματαιότητα του πλούτου και των θαυμάτων που θ' αντικρίσει. Εκεί, τον περιμένει η τιμωρία για την περιέργειά του: τα αιώνια βασανιστήρια στην κόλαση.





             Εδώ και καιρό ήθελα να γράφω μια βιβλιοεντύπωση σχετικά με το παραπάνω βιβλίο. Το έχω αγοράσει εδώ και καιρό. Αφορμή για την αγορά του στάθηκε η δελεαστική τιμή του ενός ευρώ. Από τότε που το διάβασα έχει γίνει ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία κυρίως λόγω του τρόπου γραφής, των μηνυμάτων που περνάει στον αναγνώστη και για την μοναδική ιστορία που εξιστορεί.
              Ο Χαλίφης Βάτεκ λοιπόν ζει μέσα στα πλούτη και στην απόλυτη ευδαιμονία. Η ευδαιμονία αυτή περιλαμβάνει ένα τεράστιο βασίλειο, μια πρωτόγνωρη οικονομική και κοινωνική ευημερία και τον απόλυτο σεβασμό των υπηκόων του, καθώς και πλήθος ηδονικών απολαύσεων. Όλα αυτά βέβαια μέχρι που να εμφανιστεί ένας Ινδός και να εμφυτεύσει μέσα στην ψυχή του χαλίφη έναν σπόρο ματαιοδοξίας. Ο σπόρος αυτός ριζώνει σιγά αλλά σταθερά στην καρδιά του πανίσχυρου άνδρα και σε συνδυασμό με την υπόσχεση του Ινδού για περισσότερες πνευματικές απολαύσεις οδηγείται σ’ ένα μοιραίο ταξίδι προς το άγνωστο.
             Ο αμφιλεγόμενος αυτός συγγραφέας παρουσιάζει με γλαφυρότητα τον κόσμο του χαλίφη Βάτεκ, τα χαρέμια, τα πλούτη, τις απολαύσεις και δίνει στον αναγνώστη μια ξεχωριστή ιστορία που αναδεικνύει με ενάργεια το γεγονός ότι τα πλούτη και η ματαιοδοξία δεν βγαίνουν σε καλό.
             Κατά την άποψή μου αυτό το βιβλίο πρέπει να διαβαστεί τόσο για την απίστευτη ιστορία που παρουσιάζει όσο και για το γεγονός ότι είναι ένα βιβλίο άκρως προσιτό προς το κοινό αφού κοστίζει μονάχα ΈΝΑ ευρώ. Καλή ανάγνωση λοιπόν.