Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Το δωμάτιο με τους αρουραίους-Διήγημα


     Ήταν βράδυ, περίπου μία ώρα πριν από τα μεσάνυχτα όταν ακούστηκε εκείνο το τρομαχτικό αλύχτισμα. Εκεί που έμενε συνήθιζε να ακούει παρόμοιους ήχους, μα ποτέ δεν είχε ακούσει κάτι τόσο τρομαχτικό.
       Ο κύριο Ιάκωβος σηκώθηκε από την παλαιική του πολυθρόνα. Το αλύχτισμα τον είχε ξυπνήσει. Λυπήθηκε, γιατί έβλεπε ένα ωραίο όνειρο. Είχε καιρό να δει όνειρα. Για την ακρίβεια, από τότε που είχε χάσει την γυναίκα του κάθε βράδυ έβλεπε εφιάλτες.
         Σήμερα όμως, για πρώτη φορά μετά από έξι μήνες περίπου, έβλεπε ένα ωραίο όνειρο που τον έκανε να ξεχάσει τα προβλήματα που αντιμετώπιζε. Είχε μεταφερθεί σ’ έναν κόσμο όπου οτιδήποτε σκεφτόταν μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Ίσως, αυτός να ήταν και ένας από τους λόγους που του άρεσε να ονειρεύεται.
         Ξαφνικά, μπροστά του πετάχτηκε ένας γιγάντιος αρουραίος. Στο σπίτι του ποτέ δεν είχε ξαναδεί ένα τέτοιο βρωμερό πλάσμα. Παρότι είχε γεράσει φρόντιζε πάντοτε να κρατάει καθαρό το σπίτι. Άρα, πως ήταν δυνατόν να υπάρχει ένας αρουραίος;
          Τα μάτια του ζωντανού δεν ταράχτηκαν από τη ξαφνική συνάντηση. Είχε δει πολλές φορές τον γέροντα Ιάκωβο. Εκείνος έδειχνε ψηλός, μα το ζωντανό γνώριζε άριστα πως δεν μπορούσε να τον πειράξει. Του χαμογέλασε κι ύστερα χάθηκε κατευθυνόμενο μέσα στα σκοτάδια προς το υπόγειο.
         Ο γέροντας προσπάθησε να ξεχάσει το συμβάν, μα τα γρατζουνίσματα στο υπόγειο του διέγειραν την περιέργεια. Θα κατέβαινε κάτω για να έβλεπε τι συνέβαινε.
          Καθώς λοιπόν κατέβαινε προς το υπόγειο, άρχισε να μυρίζει μια έντονη δυσοσμία. Η μακάβρια ατμόσφαιρα επιτάθηκε καθώς δεν άναβαν τα φώτα του υπογείου. Σταμάτησε μπροστά από την ξύλινη πόρτα. Έψαξε να βρει κάτι που θα μπορούσε να του προσφέρει φως. Για καλή του τύχη, στα δεξιά του υπήρχε ένα παρατημένο πορτατίφ  . Το έβαλε στην πρίζα, μα δεν άναψε. Ο ήχος των γρατζουνισμάτων αυξήθηκε. Έπρεπε να μπει μέσα στο σκοτεινό υπόγειο.
            Χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεών του άνοιξε την πόρτα διστακτικά. Παράλληλα, άναψε το διακόπτη του φωτός. Το ελάχιστο φως της λάμπας έδιωξε κάπως το σκοτάδι. Αυτό που είδε τον σόκαρε.
           Μέσα στο υπόγειο, υπήρχε μια αγέλη από αρουραίους που κατασπάραζε κάτι σάρκες. Από τα ρυπαρά του δόντια έτρεχε αίμα μπόλικο. Όταν τον είδαν φάνηκαν να χαμογελούν. Σταμάτησαν μονομιάς το τσιμπούσι και ξεκίνησαν να τρέχουν μανιωδώς προς το μελλοντικό τους θύμα.
           Ο κύριος Ιάκωβος έτρεξε και έκλεισε πίσω του την πόρτα. Η πόρτα είχε κατασκευαστεί από ξύλο κέδρου, οπότε θα άντεχε το βάρος της αγέλης. Ωστόσο η πρόβλεψη του ηλικιωμένου ήταν εντελώς λάθος. Οι αρουραίοι έπεσαν όλοι πάνω στην πόρτα. Οι μεντεσέδες έτριξαν. Η ξύλινη πόρτα έπεσε.
              Ο ηλικιωμένος παρέμεινε να κοιτάζει το αποκρουστικό θέαμα. Δεν συνέχισε να τρέχει, όχι γιατί δεν μπορούσε να ξεφύγει, αλλά γιατί γνώριζε πως είχε έρθει το τέλος του. Άλλωστε, γιατί να ζούσε, αφού δεν είχε πια εκείνο το πάθος για τη ζωή που διέκρινε την πλειονότητα των ανθρώπων.
               Άφησε κάτω την μαγκούρα. Άνοιξε τα χέρια σαν τον εσταυρωμένο και δέχτηκε το ξέσκισμα της σάρκας του από τους διώκτες του. Πάραυτα, οι οιμωγές του ακούστηκαν σ’ όλο το χωριό. Εγώ, ακόμα τις θυμάμαι…

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου