Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Ο Λαβύρινθος


             Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί βρέθηκα εδώ. Ποτέ μου δεν είχα διαπράξει κάποιο έγκλημα. Το μοναδικό μου ατόπημα ίσως να ήταν που περνούσα πολλές ώρες ονειροπολώντας. Δημιουργούσα με το μυαλό μου υπέροχες ιστορίες. Ιστορίες που μονάχα στα πιο κρυφά σου όνειρα έβλεπες. Μερικές φορές  γινόμουνα λιοντάρι, άλλες πρίγκιπας και κάποιες φορές, ελάχιστες ήταν, πάστορας.
               Ωστόσο, αυτές οι ονειροπολήσεις μου απ’ ότι φάνηκε δεν άρεσαν στην μικρή κοινωνία του απομακρυσμένου χωριού όπου έμενα. Θα σας εξιστορήσω λοιπόν, όλα εκείνα τα γεγονότα που ουσιαστικά είναι υπεύθυνα για τον εγκλωβισμό μου σ’ αυτό το καταραμένο δωμάτιο.
               Οι γονείς μου ήταν πλούσιοι. Είχαν μια γιγαντιαία έπαυλη σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό στην Ουαλία. Καταγόμασταν από αριστοκρατική γενιά. Είχαμε πάμπολλα χρήματα κι έτσι δεν χρειάστηκε ποτέ να δουλέψω.  Από μικρό παιδί διάβαζα αλλόκοτα βιβλία. Θυμάμαι πως διάβαζα κυρίως μύθους και θρύλους της ευρύτερης περιοχής. Το παράξενο ήταν ότι το χωριό μας είχε αρκετούς που σχετίζονταν τόσο με την οικογένειά μας όσο και με διάφορα παγανιστικά στοιχεία.
               Ήμουνα μοναχικός τύπος. Δεν είχα φίλους και δεν με ενδιέφερε να έχω. Πέρναγα ωραία επισκεπτόμενος το μικρό δασύλλιο που υπήρχε δίπλα στο σπίτι μου και ονειροπολώντας ανάμεσα από τις φυλλωσιές. Δεν ήξερα το λόγο, αλλά κάτι σ’ εκείνο το δάσος έδειχνε να είναι διαφορετικό. Απόπνεε μια έντονη αίσθηση μυστηρίου και μαγείας. Μερικές φορές θυμάμαι είχα αντικρίσει και κάποιες νεράιδες.
               Το περιστατικό που άλλαξε βέβαια ολότελα τη ζωή μου έλαβε χώρα όταν πάτησα τα δεκαοχτώ, την ημέρα ενηλικίωσης. Βρισκόμουνα ξανά στο δάσος, όταν πέρασε από μπροστά μου ένα τραγόμορφο πλάσμα. Κατάφερα να το δω ελάχιστα. Θύμιζε εκείνα τα τραγόμορφα πλάσματα της αρχαιότητας που αρέσκονταν στο να κυνηγάνε γυναίκες και να επιδίδονται σε ποικίλες μορφές ακολασιών.
               Παρακινούμενος απ’ ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα ξεκίνησα να ακολουθάω το πλάσμα. Χωρίς να ξέρω το γιατί, ένιωθα πως κάποια ανώτερη δύναμη είχε προνοήσει εδώ και χιλιάδες χρόνια για τη συνάντηση που επακολούθησε. Με νομίζουν τρελό, μα δεν είμαι. Αυτά που εξιστορώ συνέβησαν αλήθεια. Δεν είμαι τρελός. Αυτοί απλά δεν μπορούν να δεχτούν την αλήθεια.
              Κάτω από ελάχιστο φως του ηλίου, μέσα στις φυλλωσιές και ανάμεσα από τα βρύα συνέχισα να ακολουθώ προσεχτικά το πλάσμα. Κοράκια πετούσαν  πάνω από το κεφάλι μου. Εικόνα σίγουρα αρκετά μακάβρια, αλλά ήμουν συνηθισμένος. Δεν με πείραζαν ούτε κατά διάνοια τα κοράκια. Για να πω την αλήθεια, τα κρωξίματα που έβγαζαν είχαν αρχίσει να μου αρέσουν.
             Περπάτησα ώρες μέχρι να βρεθώ εκεί όπου ο Πάνας είχε χαθεί. Ανάμεσα στα βρύα υπήρχε ένας αρχαϊκός ναός. Μπορεί να είχε πέσει η μία από τις δύο κολόνες που στήριζαν την είσοδο ή η μούχλα να κάλυπτε σχεδόν όλη την επιφάνεια του μαρμάρου, αλλά για κάποιο ανεξήγητο λόγο ήμουνα βέβαιος ότι ο Πάνας είχε χαθεί μέσα στην τρύπα που οδηγούσε στο υπέδαφος.
              Καθώς επεξεργαζόμουνα το ναό, τα μάτια μου είδαν τον Τζέικομπς, τον υπηρέτη των γονιών μου που είχε κρυφτεί πίσω από ένα κούτσουρο. Οι γονείς μου πρέπει να είχαν αντιληφθεί τις περιπλανήσεις μου και να είχαν στείλει κάποιον να με παρακολουθήσει. Ταράχτηκα. Οι γονείς μου δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να μάθουν την αλήθεια. Με φρενήρης ρυθμούς άρχισα να τρέχω προς το σπίτι μου. Ήθελα να προλάβω να ακούσω τι θα τους  έλεγε ο υπηρέτης.
             Έφτασα σχετικά γρήγορα στο σπίτι. Οι γονείς μου βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη. Γρήγορα κατευθύνθηκα στο δωμάτιό μου και άλλαξα τα βρώμικα ρούχα μου. Δεν έπρεπε να δώσω στόχο. Άλλωστε, ο πόθος για εκείνον το ναό δεν είχε σβήσει από τα εσώψυχα. Ένιωθα πως έπρεπε  οπωσδήποτε να επιστρέψω σ’ εκείνο το μέρος. Ήταν γραφτό να διαβώ την είσοδο. Ήταν γραφτό να συναντήσω τον Πάνα.
             Ο Τζέικομπς έφτασε στο σπίτι. Είπε στους γονείς μου ότι στεκόμουνα μπροστά από κάτι δέντρα και χάζευα για ώρες. Πως ήταν δυνατόν να μην έχει δει το ναό; Η μοναδική εξήγηση που μπόρεσα να δώσω ήταν ότι μια ανώτερη δύναμη προστάτευε τις εξορμήσεις μου στο δασύλλιο.
              Από εκείνη τη μέρα και μετά πήγαινα συχνότερα στο δάσος. Ωστόσο, δεν μπορούσα να διαβώ ακόμα το κατώφλι του ναού. Μονάχα ύστερα από έναν μήνα, τότε που ήταν Παρασκευή και δεκατρείς κατάφερα να περάσω την πύλη.
              Βρέθηκα σ’ έναν ιδιόμορφο λαβύρινθο. Παντού υπήρχαν διάφορα έντομα. Κυρίως, έβλεπες κάτι τεράστιες, φιλικές κατσαρίδες και κάτι πανέμορφες ακρίδες, ενώ  παράλληλα με την είσοδό μου στο ναό, χιλιάδες μύγες κάθονταν πάνω στα μαλλιά μου. Δεν με ενόχλησαν ποτέ τα έντομα, γιατί ένιωθα πως ήταν φυσικό να γίνεται αυτό. Κάθε μέρα λοιπόν, κατέβαινε τα σκαλιά της μισογκρεμισμένης εισόδου και παρέα με τα έντομα εξερευνούσα το λαβύρινθό. Κάθε μέρα προχωρούσα και λίγο παραπάνω.
              Ύστερα από περίπου δύο μήνες κατάφερα επιτέλους να φτάσω στο κέντρο του λαβυρίνθου, εκεί όπου καθόταν στο θρόνο του ο Πάνας, ο φίλος μου. Ήταν τόσο όμορφος. Τα τεράστια κέρατα φανέρωναν τη δύναμή του, ενώ η μακριά γκρίζα γενειάδα που έφτανε μέχρι το πάτωμα φανέρωνε ακόρεστη σοφία. Εκεί, στο κέντρο του λαβυρίνθου, κάτω από το υπέδαφος, μέσα στα βρύα και ανάμεσα από πάμπολλες σκαλιστές πέτρες, ο Πάνας προσπάθησε να με μυήσει στον κόσμο των ονείρων. Συμμετείχα σε διάφορες τελετές. Έπρεπε να ακολουθηθεί μια συγκεκριμένη διαδικασία μύησης μέχρι να γίνω και εγώ σαν εκείνον.
               Αρχικά, έπρεπε να συμμετέχω σε όργια με αμέτρητες γυναίκες. Υπήρχαν φορές μάλιστα που πήγαινα μέσα σε μια μέρα τόσο με τη μητέρα όσο και με την κόρη της. Πολλές φορές συνουσιαζόμασταν και οι κόρες με τις μάνες μαζί. Δεν είχαν πρόβλημα, τους άρεσε. Μπορούσε ο καθένας να το δει στα μάτια τους και στον τρόπο με τον οποίο έκαναν άγριο έρωτα μαζί μου. Η διατροφή μου από τότε που συνάντησα το μέντορά μου άλλαξε και αυτή άρδην. Έτρωγα από το πρωί μέχρι το βράδυ έντομα του λαβυρίνθου. Κυρίως κατσαρίδες έτρωγα, τις λάτρευα.
               Μετά από κάποιες εβδομάδες, έφτασα στην τελευταία τελετή μύησης. Έπρεπε να σκοτώσω ένα μωρό και να το φέρω στο κέντρο του λαβυρίνθου. Εκεί, θα καθαγιαζόταν το αίμα κι ύστερα θα το έπινα. Επιτέλους, θα μπορούσα να έχω πρόσβαση στον κόσμο των ονείρων.  Βρήκα λοιπόν ένα μωρό μιας οικογένεια που είχε περίπου δέκα παιδιά, αν θυμάμαι καλά. Δεν θα τους πείραζε αν δανειζόμουνα το ένα.
               Το μαχαίρωσα στην καρδιά. Το είχα σκοτώσει. Ξεκίνησα να το μεταφέρω προς το ναό. Μολαταύτα, όλον αυτό τον καιρό δεν είχα προσέξει ότι με παρακολουθούσαν σε κάθε μου βήμα. Με αποτέλεσμα όταν φτάσω στην είσοδο του ναού να ορμίσουν πάνω μου τέσσερις γεροδεμένοι άντρες. Ο πατέρας μου βρισκόταν σε μια γωνία και κοίταζε. Βλέποντας το σκοτωμένο μωρό στην αγκαλιά μου μαρμάρωσε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ο ηλίθιος ότι το είχα σκοτώσει. Δεν με ένοιαζε που το είχα σκοτώσει. Έτσι έπρεπε να γίνει.
                 Με μετέφεραν λοιπόν σ’ ένα κέντρο ψυχικής αποκατάστασης, αυτό το όνομα του είχαν δώσει. Στην ουσία πρόκειται για ένα τρελοκομείο. Δεν είμαι όμως τρελός. Αυτοί δεν μπορούν να καταλάβουν το σκοπό μου. Αυτοί δεν μπορούν να καταλάβουν τι θα κέρδιζα αν με άφηναν να φτάσω στο κέντρο του λαβυρίνθου κρατώντας το μωρό. Η τελευταία μύηση όμως θα πραγματοποιηθεί, καθώς ο φίλος μου, ο Πάνας, μου έδειξε έναν τρόπο για να ξεφύγω απ’ αυτό το δωμάτιο με τα σιδερένια κάγκελα. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να με μαχαιρώσω στην καρδιά μ’ αυτό το μαχαίρι. Δεν θα πεθάνω, όχι. Με διαβεβαίωσε πως μ’ αυτό τον τρόπο θα ξεφύγω από τον επίγειο κόσμο και θα μεταφερθώ στον κόσμο των ονείρων.
                 Νάτος, στέκεται εκεί στην γωνία. Μου γνέφει να τον ακολουθήσω. Περίμενε φίλε μου, σε λίγο θα βρίσκομαι μαζί σου…

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

πηγή:http://chimeres.info/zine/25/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου