Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Η επίσκεψη του βασιλιά




Μια φορά και έναν καιρό, ο μεγάλος βασιλιάς θα επισκεπτόταν μια μικρή κωμόπολη του βασιλείου του και θα παρέμενε για μια εβδομάδα. Με την άφιξη της είδησης ταραχή απλώθηκε παντού καθώς όλοι ήθελαν να γνωρίσουν τον βασιλιά και να κάνουν δουλειές μαζί του. Ο δήμαρχος, την ίδια μέρα, καταφθάνει φουριόζος στην πλατεία και ανακοινώνει ότι ο βασιλιάς μετά της γυναικός του  καταφθάνει σε έξι μήνες και θα μείνει στο πλουσιότερο και ομορφότερο σπίτι της περιοχής.

Άπαντες οι κάτοικοι με μια φωνή αποφάσισαν : «Στο δικό μου σπίτι πρέπει να μείνουν οι μεγαλειότατοι». Έτσι στρώθηκαν στην δουλειά, ο καιρός ήταν λίγος, έπρεπε όλοι να δουλέψουν σκληρά, να γίνουν πλούσιοι γρήγορα και να σαγηνεύσουν το βασιλικό ζεύγος.

Ο καιρός πέρασε, στην μικρή πόλη όλοι κατάφεραν να γίνουν πλούσιοι, με αρχοντικά σπίτια και περιποιημένους κήπους. Ο βασιλιάς με την πανέμορφη γυναίκα του κατέφθασε και μαζί με τον δήμαρχο έκαναν την βόλτα τους στον κεντρικό δρόμο της πόλης, μέχρι να αποφασίσει ο μεγαλειότατος σε ποιο σπίτι θα μείνει.

Στο ζεύγος έκανε εντύπωση η έντονη δυσοσμία της περιοχής και ρώτησαν τον δήμαρχο γι’ αυτό. Εκείνος τους απαντά : «Αφήστε τα μεγαλειότατε. Στον συναγωνισμό τους, οι κάτοικοι, για την φιλοξενία σας έγιναν όλοι πλούσιοι». «Ε και;» απαντά απορημένος ο μεγαλειότατος.

«Μεγάλη συμφορά έπεσα στον τόπο μας από τότε. Κανείς πλέον δεν καταδέχεται να μαζέψει τα σκουπίδια της πόλης από υπερηφάνεια, όπως και δεν πηγαίνει σαν υπηρετικό προσωπικό στον άλλον. Επίσης κανείς δεν παίρνει την βάρκα να ψαρέψει και το αλέτρι να οργώσει τα χωράφια του. Θα μας εξολοθρεύσει η βρωμιά και η πείνα μεγαλειότατε».

Και έτσι και έγινε. Η μικρή και περήφανη πόλη έσβησε μέσα στον χρόνο και όλοι οι κάτοικοι της αφανίστηκαν από χολέρα. Έμειναν μόνο οι πολύτιμες πέτρες στους φράχτες να μαρτυρούν ότι κάποτε η πόλη αυτή ήταν μεγάλη και ισχυρή.

(Η παραπάνω ιστορία αναφέρεται συχνά σε πρωτοετείς φοιτητές οικονομικών πανεπιστημίων για να δείξει την ανάγκη ύπαρξης διαφορετικών οικονομικών στρωμάτων σε κάθε κοινωνία.)

Πηγή:http://365look.blogspot.gr/

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Πρελούδιο: Όταν ένα χρέος ξεπληρώνεται…


      Στο διαδικτυακό περιοδικό εΜΜΕίς από το τωρινό τεύχος(41) αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε να υλοποιήσουμε ένα ρηξικέλευθο εγχείρημα, να δημιουργήσουμε ένα βιβλίο, το οποίο θα έχει γραφτεί όμως από πολλά άτομα μαζί. Ο κάθε «συγγραφέας» θα γράφει ένα συγκεκριμένο αριθμό λέξεων κι ύστερα θα το στέλνει στον επόμενο δημιουργό κ.ο.κ. Σ’αυτό το τεύχος έγραψα εγώ και ο καλός συνάδελφος Χρήστος Παναγόπουλος(μπλε γραμματοσειρά). Αυτό το εγχείρημα είναι κάτι το πρωτότυπο, αφού δεν έχει λάβει χώρα ποτέ ξανά στην Ελλάδα κάτι αντίστοιχο! Διαβάστε το λοιπόν και πείτε μας την άποψή σας!


Πρελούδιο: Όταν ένα χρέος ξεπληρώνεται…

Ο μαυροντυμένος άνδρας άρχισε να τρέχει γρήγορα. Φοβόταν, καθώς είχε χάσει πριν από μερικά δεύτερα τον πολύτιμο φάκελο. Δεν γνώριζε τι είχε μέσα ο κόκκινος φάκελος και ούτε ήθελε να ξέρει. Το μόνο πράγμα που γνώριζε ήταν ότι όφειλε να μην τον χάσει. Δεν ήξερε τον λόγο, αλλά όταν είχε προσληφθεί, για να φέρει εις πέρας τη μεταφορά, ένιωθε ότι κάτι δραματικό θα λάμβανε χώρα και μάλιστα πολύ σύντομα.
Εκείνη την ημέρα του είχε δοθεί απλόχερα η ευκαιρία να γίνει πλούσιος, μονάχα αν κατάφερνε να μεταφέρει τον κόκκινο φάκελο στον αποδέκτη του. Στην αρχή, η δουλειά φαινόταν απλοϊκή, αλλά στην πορεία αντιλήφθηκε τη δυσκολία του εγχειρήματός του.
Όταν είχε βγει από το ξενοδοχείο με το «εμπόρευμα», πρόσεξε μια καλλίγραμμη γυναίκα να προσπαθεί να τον ακολουθήσει. Ήταν έμπειρος, όμως, και γνώριζε τον τρόπο, για να της ξεφύγει. Μέσα σ’ ένα δεκάλεπτο τον είχε χάσει.
Η κοπέλα έδειχνε να μην έχει την κατάλληλη εκπαίδευση για να τον παρακολουθήσει με επιτυχία. Ήταν, όμως, δυνατό να είχαν στείλει μια τόσο ανίδεη να τον ακολουθήσει;
Αρχικά, βέβαια, αυτό πίστεψε. Η γυναίκα τον είχε χάσει απλά γιατί ήταν εξαιρετικός στη δουλειά του. Είχε μάθει να ξεφεύγει, χρησιμοποιώντας τους δαιδαλώδεις δρόμους της πόλης. Άλλωστε, τη γνώριζε σαν την παλάμη του χεριού του. Η υπερβολική χαρά του βέβαια δεν κράτησε για πολύ, καθώς ύστερα από μία ώρα εμφανίστηκε από το πουθενά ξανά η γυναίκα. Τη φορά αυτή όμως δεν έδειχνε καθόλου θελκτική. Αντιθέτως μάλιστα, αν κοίταζες με προσήλωση μέσα στα μάτια, θα μπορούσες να διεισδύσεις στα ενδότερα της ψυχής της. Εκεί θα συναντούσες επαγγελματισμό, στυγνότητα, αίσθηση του κινδύνου και εξαιρετικές δολοφονικές ικανότητες. Έπρεπε να ξεφύγει. Εκείνη ήταν ένας στυγνός δολοφόνος, ενώ ο ίδιος ένα απλός μεταφορέας…
Τα έχασε. Σε μια στιγμή πανικού άρχισε να τρέχει.  Με δυο-τρεις γρήγορες δρασκελιές χώθηκε σε ένα στενό και σκοτεινό σοκάκι. Είχε λαχανιάσει. Κοντοστάθηκε, κοίταξε πίσω του, για να βεβαιωθεί πως διέφυγε.
“Το σκοτάδι είναι καλός προστάτης”, είπε σχεδόν ξέπνοα, κοιτάζοντας προς τη μεριά του φωτεινού δρόμου.
“Αρκεί να ξέρεις να το χρησιμοποιείς…”, ακούστηκε μια γυναικεία χροιά ξοπίσω του. Ένιωσε μια κρύα σιδερένια επιφάνεια να ακουμπά απότομα στο στέλεχος του κεφαλιού του. “Μη γυρίσεις”, του είπε η ίδια φωνή, σχεδόν τραγουδιστά. Κρύος ιδρώτας τον είχε περιλούσει. Αυτός ο μειλίχιος τόνος έκρυβε μέσα του κάτι απόκοσμο, μια γλυκόπικρη αίσθηση θανάτου. Υπάκουσε.
“Ξέρεις… ο φάκελος…”, ψέλλισε εκείνος. “Ναι, χάθηκε…”, απάντησε η φωνή ψιθυρίζοντας στο αυτί του. “Μια απώλεια κοστίζει πολλά. Και εσύ τώρα ξοφλάς!”, συνέχισε η αόρατη μορφή και μεμιάς τραβήχτηκε βίαια πίσω του. Ακούστηκαν δύο υπόκωφες ριπές. Το άψυχο σώμα του σωριάστηκε στο έδαφος.
Δύο λιγνά χέρια ξεβίδωσαν γρήγορα το σιγαστήρα και μάζεψαν τους κάλυκες που είχαν πέσει στο λιθόστρωτο. Στάθηκε ψυχρά και ήρεμα, κοιτάζοντας μέσα από το μαύρο βέλο το θύμα της. Τα τακούνια της χτυπούσαν ρυθμικά, καθώς έβγαινε και πάλι στο φως του κεντρικού δρόμου. Μια καλλίγραμμη σκοτεινή σιλουέτα. Άγρια, αλλά όμορφη. Μπήκε βιαστικά σε ένα τζιπ που την περίμενε και εξαφανίστηκε μέσα στη βουή της λεωφόρου.
Λίγα τετράγωνα πιο πίσω, ένας ηλικιωμένος άνδρας έβρισκε στην άκρη του δρόμου πεταμένο έναν κόκκινο φάκελο. Τον μάζεψε, κοιτάζοντας αριστερά και δεξιά μήπως τον είχε πάρει κάποιος είδηση. Πρόσεξε αμέσως τα μπλε μεγάλα γράμματα:  “ΠΡΟΣ ΕΤΑΙΡ(Ε)ΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ – ΕΠΕΙΓΟΝ“.
Ο κύριος Ιάκωβος μόλις είχε βγει από το καφενείο της γειτονιάς. Είχε βρει μπροστά στα πόδια του εκείνον τον αλλόκοτο φάκελο. Δεν ήξερε για ποιον λόγο, αλλά τον άρπαξε φοβισμένα.  Ένιωσε μια ανώτερη δύναμη να του υπαγορεύει να δει το περιεχόμενο. Με τα ροζιασμένα χέρια πήγε να τον ανοίξει.
«Γέρο, άσε το φάκελο κάτω», ακούστηκε μια γυναικεία φωνή...


Για να Διαβάσετε τη συνέχεια επισκεφτείτε τον ιστότοπο του περιοδικού:
http://pacific.jour.auth.gr/emmeis/?p=7149

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Οι «Άρχοντες» του Τρόμου - Έντγκαρ Άλλαν Πόε


| γράφει ο Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης | 

Συγγραφείς που μίλησαν με το υποσυνείδητο και άγγιξαν τους πιο καλά κρυμμένους φόβους μας. Λογοτεχνία που τολμά να περπατήσει στο σκοτάδι ή έστω στο ηδονικά επικίνδυνο ημίφως μιας πλευράς που οι περισσότεροι προτιμούν να προσπερνούν. Μέσα από αυτή τη σειρά άρθρων, θα προσπαθήσω να φέρω πιο κοντά μας συγγραφείς που συνέδεσαν το όνομά τους με τη λογοτεχνία τρόμου, να γνωρίσουμε τη ζωή τους και να κατανοήσουμε τους λόγους που το όνομά τους έμμεινε στην ιστορία. Δικαιωματικά, την αρχή σ' αυτή τη σειρά κάνει ο «δημιουργός», ουσιαστικά, αυτού του παραγνωρισμένου λογοτεχνικού είδους.

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε γεννήθηκε το 1809 στη Βοστώνη. Ο πατέρας του, Ντέιβιντ, εγκατέλειψε την οικογένεια του τον Ιούλιο του 1811 ενώ πέθανε πέντε μήνες αργότερα. Η μητέρα του, Ελίζαμπεθ Άρνολντ Χόπκινς, υπέφερε από φυματίωση και πέθανε επίσης το 1811. Μόλις δύο ετών και ήδη ορφανός από γονείς, ο Πόε υιοθετήθηκε από τον έμπορο καπνού Τζον Άλλαν και μεγάλωσε στην πόλη Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια. Λίγο αργότερα, η οικογένεια του πατριού του μετακομίζει για λίγα χρόνια στο Λονδίνο, όπου ο Πόε, παράλληλα με τις σπουδές του, έρχεται σε στενότερη επαφή με τη λογοτεχνία, αλλά και τον τζόγο. Το 1827 κατατάσσεται για σύντομο διάστημα στο στρατό, πιθανότατα ελπίζοντας έτσι να απαλλαγεί από τα χρέη που είχε δημιουργήσει εξαιτίας της χαρτοπαιξίας. Το Δεκέμβριο του 1835, άρχισε να εργάζεται ως συντάκτης στην εφημερίδα Southern Literary Messenger. Την ίδια περίοδο παντρεύτηκε την μόλις δεκατριών ετών εξαδέλφη του (στο πιστοποιητικό του γάμου τους, αναφερόταν ψευδώς πως ήταν είκοσι ενός ετών), μια σχέση που έμελλε να διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα του. Μετά από κάποια χρόνια, η γυναίκα του θα παρουσιάσει τα πρώτα συμπτώματα της φυματίωσης, γεγονός που συντάραξε τον Πόε που αναζήτησε παρηγοριά στο ποτό. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του η ζωή του Πόε πήρε οριστικά την κάτω βόλτα. Ένας αποτυχημένος αρραβώνας, μια απόπειρα αυτοκτονίας και τελικά ο μυστηριώδης θάνατός του το 1849, που εικάζεται ότι οφειλόταν στον αλκοολισμό - αν και δεν υπάρχει επίσημη εκδοχή.

Για να διαβάσετε τη συνέχεια του άρθρου επισκεφτήτε τον ιστότοπο του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού "Βιβλιοδείκτης" :http://vivliodeiktis.blogspot.gr/2013/02/blog-post_22.html

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Το κάστρο της Λήθης


Έτρεχε τόσο γρήγορα όσο η λάμψη πριν από το μακρινό μπουμπουνητό. Κάποιος τον κατεδίωκε, μα δεν ήξερε γιατί. Είχε φτάσει στην Ουαλία και συγκεκριμένα σ’ αυτό το δασύλλιο, γιατί είχε ακούσει διάφορα αλλόκοτα περιστατικά που ποθούσε διακαώς να εξερευνήσει. Ήταν γεγονότα πρωτοφανή ακόμα και για την Αγγλία. Σ’ αυτή την περιοχή είχε χαθεί αναπάντεχα πλήθος κόσμου. Η αστυνομία είχε ερευνήσει όλα τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της και είχε βγάλει ένα άκρως ανόητο συμπέρασμα.
Με βάση τις μαρτυρίες συγγενών, μέσα στο δάσος υπήρχε ένα κάστρο που λεγόταν «Κάστρο της Λήθης». Εκεί έμπαιναν οι απολεσθέντες και χάνονταν από προσώπου γης. Ένας ξεμωραμένος γεράκος είχε μάλιστα ισχυριστεί με πάθος ότι είχε καταφέρει να δει το κάστρο. Ήταν μια μεγάλη έπαυλη που είχε κατασκευαστεί από πολύτιμους λίθους και αλάβαστρο. Τα παράθυρα ήταν χρυσοποίκιλτα, ενώ όσοι ζούσαν εκεί έδειχναν εξαιρετικά χαρούμενοι. Μέσα στον τεράστιο κήπο με τα τριαντάφυλλα, τις τουλίπες και τα γιασεμιά χαχάνιζαν δυνατά ζώντας στιγμές εμποτισμένες με περισσή ευδαιμονία. Κοντολογίς, ο γέροντας περιέγραφε το Κάστρο σαν τον παράδεισο. Ωστόσο, κανένας σώφρων άνθρωπος δεν γινόταν να τον πιστέψει, καθώς αυτά που έλεγε ανήκαν σίγουρα στη σφαίρα της φαντασίας. Παράλληλα, μόλις είχε βγει από το ψυχιατρείο, οπότε οι απόψεις του επί του θέματος μπορούσαν να συγκινήσουν μονάχα τα παιδάκια του τοπικού χωριού που άκουγαν με τις ώρες τις ιστορίες που διηγούταν.
Παρά λοιπόν τις έρευνες της τοπικής αστυνομίας, εξακολουθούσε να χάνονται χωριανοί χωρίς καμία αιτία. Ειδικότερα, όταν χάθηκε και ο σεβάσμιος σοφός του χωριού, τότε αποφάσισαν οι εναπομείναντες κάτοικοι να προσλάβουν έναν διάσημο ιδιωτικό ντεντέκτιβ που είχε στο ενεργητικό του πάμπολλες διαλευκάνσεις δύσκολων υποθέσεων. Εκείνος ίσως κατάφερνε να λύσει τον γόρδιο δεσμό.
Ερχόμενος στην Ουαλία λοιπόν, ο ντεντέκτιβ ήταν βέβαιος ότι η υπόθεση θα αποδεικνυόταν  ίσως και η ευκολότερη της καριέρας του, αλλά ύστερα από μια εβδομάδα ενδελεχούς έρευνας κατανόησε ότι λάνθανε. Παρότι είχε ελέγξει σχεδόν τα πάντα, είχε οδηγηθεί στα  ίδια συμπεράσματα με τους αστυνομικούς. Η υπόθεση δεν είχε σχέση ούτε με  παιδεραστία ούτε με εμπόριο λευκής σαρκός ούτε με κάτι γνώριμο...

Για να Διαβάσετε τη συνέχεια επισκεφτείτε τον ιστότοπο:http://pacific.jour.auth.gr/emmeis/?p=7059

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Το μονοπάτι του Θανάτου


             Ήταν τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα, τότε που στο Λονδίνο επιτέλους επικρατούσε ειρήνη. Κανένας δεν περίμενε να είχε μια τέτοια κατάληξη. Η πλειονότητα των ανθρώπων πίστευε ότι ο πόλεμος θα συνεχιζόταν μέχρι εσχάτων. Ακόμα και η ίδια είχε ξαφνιαστεί με την οριστική του διακοπή. Μάλιστα, όταν το είχε ακούσει ένα μεγάλο χαμόγελο είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό της. Η Ελισάβετ πίστευε πως επιτέλους είχε τελειώσει μια σκοτεινή εποχή. Τα επόμενα χρόνια θα ήταν σίγουρα καλύτερα. Ήταν βεβαία πως θα μπορούσε πια να παντρευτεί τον αγαπημένο της, τοn Ρίτζαρντ.
              Προχωρούσε στην Τάιμς Σκουέαρ ενώ δίπλα της χιλιάδες παιδιά με σκισμένα παντελόνια φώναζαν ενθουσιασμένα τραγουδώντας παράλληλα χαρωπά τραγούδια. Το ένα μάλιστα το θυμόταν. Σαν ήταν μικρή συνήθιζε κι εκείνη να το τραγουδά με τη πανέμορφη φωνή της. Είχε μια μαγευτική φωνή που ήταν σε θέση να μεταφέρει ακόμα και καθώς πρέπει, σοβαρούς κύριους σε κόσμους που το πόδι του ανθρώπου δεν έμελε ποτέ του να πατήσει.
            Η θεόπνευστη φωνή ήταν ένα από τα πάμπολλα προτερήματα με τα οποία είχε προικιστεί η Ελισάβετ. Μπορεί να μην ήταν ιδιαιτέρως όμορφη, αλλά είχε μια φινέτσα και ένα σκέρτσο που ήταν ικανό να σαγηνεύσει τη καρδιά οποιουδήποτε άνδρα. Στις ταραγμένες εποχές μάλιστα που προηγήθηκαν αναγκάστηκε να κάνει χρήση αυτή της γοητείας για να ξεφύγει από αδιέξοδες καταστάσεις. Οι άνδρες μέσα στον ορυμαγδό του πολέμου έδειχναν να είναι ισχυροί, αλλά κατά βάθος ήταν κάποια απροστάτευτα παιδάκια που αναζητούσαν αγωνιωδώς μια σανίδα σωτηρίας.
            Όλα αυτά όμως άνηκαν στο παρελθόν. Η γυναίκα προχωρούσε με άπλετη χαρά στους δρόμους. Το κορμί της ήταν στητό, ενώ το πλούσιο μπούστο της αναδεικνυόταν με ενάργεια χάρις στο υπέροχο φόρεμα που είχε φορέσει. Ήθελε να φαίνεται υπέροχη καθώς θα επισκεπτόταν τον αγαπημένο της. Σήμερα, είχε πει ότι θα της ανακοίνωνε κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό για τη σχέση τους.
             Είχε να δει τον Ρίτζαρντ περίπου ένα χρόνο. Όντας στρατηγός στο αγγλικό σώμα ακροβατούσε πάνω σ’ ένα τεντωμένο σκοινί. Μία λάθος κίνηση και τότε θα βρισκόσουνα νεκρός. Μονάχα στη σκέψη του θανάτου του έτρεμε σαν μωρό παιδί. Τον αγαπούσε πολύ και δεν ήθελε να τον χάσει. Χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσε να συνεχίσει τη ζωή της.
            Έφτασε στο τεράστιο νεοκλασικό όπου βρισκόταν το σπίτι του αγαπημένου της. Προτού διαβεί την εξώπορτα, έσκυψε και κοίταξε το πρόσωπό της με τη βοήθεια της αντανάκλασής της στο τζάμι. Αυτό που είδε την τρόμαξε. Το πρόσωπό της δεν ήταν λείο, αλλά ρυτιδιασμένο. Τα μάτια της είχαν πάρει ένα κοκκινωπό χρώμα, ενώ τα χείλη της είχαν γεμίσει με φρέσκο αίμα.
           Το θέαμά της την τάραξε συθέμελα. Κραδαίνοντας πάντοτε την ντελικάτη τσάντα της, έχασε την ισορροπία της και έπεσε στο βρεγμένο δρόμο. Τα καλλίγραμμα πόδια της σκίστηκαν λιγάκι από το πέσιμο.
           Έπειτα από κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα, αφού κατάφερε να βρει ξανά τη χαμένη της αυτοκυριαρχία, προσπάθησε να σηκωθεί. Δυστυχώς όμως, δεν τα κατάφερε. Προτού πέσει για δεύτερη φορά ένας άνδρας την άρπαξε ευγενικά από το μπράτσο και τη βοήθησε να σταθεί στα πόδια της. Η Ελισάβετ τον ευχαρίστησε με εγκαρδιότητα και τον αποχαιρέτησε μ’ ένα γαλήνιο χαμόγελο. Ο άνδρας με το μαύρο παλτό όμως προτού χαθεί στο σοκάκι φώναξε: «Όταν θα έρθει η ώρα, δεν θα τρομάξεις γιατί τα χέρια σου έχουν ήδη βαφτεί με αίμα. Δεν θα τρομάξεις. Θα κάνεις το σωστό, γιατί έτσι προστάζει το μονοπάτι του θανάτου»...


Η συνέχεια του διηγήματος στον ιστότοπο: http://word.youropia.gr/post.php?id=59814

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Η Ιστορία του Αγ.Βαλεντίνου


Η Ιστορία του Αγ.Βαλεντίνου

Η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου ξεκίνησε από την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας . Στην αρχαία Ρώμη η 14 Φεβρουαρίου ήταν τιμητική αργία για την Τζούνο.Η Τζούνο ήταν η βασίλισσα των Θεών της Ρώμης. Οι Ρωμαίοι την ήξεραν και σαν Θεά των γυναικών και του γάμου. Στις 15 Φεβρουαρίου δηλαδή την επόμενη μέρα ξεκινούσε το φεστιβάλ όπου τα κορίτσια γράφανε σ’ένα χαρτάκι το όνομα τους και τα τοποθετούσανε σε μικρά βαζάκια .Μετά τα νεαρά αγόρια ζωγραφίζανε το όνομα της κάθε κοπέλας από το βαζάκι που διαλέγανε και έτσι μένανε ζευγάρι κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ αφού το μεγάλωμα των αγοριών και των κοριτσιών γινότανε αυστηρώς ξεχωριστά. Μερικές φορές μπορούσαν να μείνουν ζευγάρι και ένα περίπου χρόνο και αφού συχνά ερωτεύονταν ,ύστερα παντρεύονταν.

Ο Κλαύδιος σαν αυτοκράτορας και γνωστός ως «σκληρός» αντιμετώπισε δυσκολίες από τους Ρωμαίους άντρες του για να ενταχθούν στον στρατό. Πίστευε πως ο λόγος ήταν πως οι Ρωμαίοι δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τις αγαπημένες τους οικογένειες. Αποτέλεσμα? Ο Κλαύδιος ακύρωσε όλους τους αρραβώνες και γάμους της Ρώμης. Ο Αγιος Βαλεντίνος ήταν ιερέας στην Ρώμη και κρυφά πάντρευε ζευγάρια Ο Κλαύδιος τον έβαλε φυλακή με την ποινή του αποκεφαλισμού. 
Στο φεστιβάλ όπου ακολουθούσε οι προστάτες της Χριστιανικής Εκκλησίας στην Ρώμη αντικατέστησαν τα ονόματα των Αγίων και έτσι το όνομα Αγιος Βαλεντίνος επιλέχθηκε για τον εορτασμό της γιορτής.
Πηγή:http://news.karpasha.com

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Η Κοκκινοσκουφίτσα


Ήταν κάποτε ένα μικρό, γλυκό κοριτσάκι που και μόνο που το έβλεπες, έφτανε για να το αγαπήσεις. Περισσότερο από όλους αγαπούσε το κοριτσάκι η γιαγιά του, που συνεχώς έκανε δώρα στην μικρή της εγγονή.. Μια μέρα της χάρισε ένα σκούφο από κόκκινο ύφασμα. Τόσο πολύ άρεσε στο κορίτσι ο κόκκινος σκούφος που δεν ήθελε ποτέ πια να τον αποχωριστεί. Έτσι όλοι την αποκαλούσαν «η κοκκινοσκουφίτσα».
Μια μέρα η μητέρα της λέει: «Κοκκινοσκουφίτσα, πάρε ένα κομμάτι γλυκό και ένα μπουκάλι κρασί και πήγαινέ τα στη γιαγιά σου για να δυναμώσει που είναι άρρωστη και αδύναμη. Φρόντισε όμως να είσαι φρόνιμη και μη ξεχάσεις να της δώσεις πολλά χαιρετίσματα. Να πηγαίνεις προσεκτικά στο δρόμο και να προσέχεις, γιατί αλλιώς θα πέσεις και θα σπάσεις τα πράγματα και δεν θα μείνει τίποτε για την γιαγιά σου».

«Εντάξει θα κάνω ότι μου είπες» υποσχέθηκε η κοκκινοσκουφίτσα. Η γιαγιά ζούσε στο δάσος μισή ώρα μακριά από το χωριό. Καθώς λοιπόν μπήκε στο δάσος την συνάντησε ο λύκος. Η κοκκινοσκουφίτσα όμως δεν ήξερε ότι ο λύκος είναι κακό ζώο και έτσι δεν τον φοβήθηκε.
-Καλημέρα κοκκινοσκουφίτσα. Είπε ο λύκος
-Ευχαριστώ λύκε. Απάντησε το κοριτσάκι
-Για πού το έβαλες πρωί-πρωί;
-Πηγαίνω στη γιαγιά.
-Και τι κουβαλάς στη ποδιά σου;
-Γλυκό και κρασί για την άρρωστη γιαγιά μου. Εχθές φτιάξαμε το γλυκό για να το φάει η γιαγιά και να δυναμώσει.
-Κοκκινοσκουφίτσα που μένει η γιαγιά σου;
-Μέσα στο δάσος, γύρω στο ένα τέταρτο απόσταση από εδώ που βρισκόμαστε. Το σπίτι της είναι κάτω από τρεις βελανιδιές μέσα στα φυστικόδεντρα. Θα πρέπει να το ξέρεις.
Ο λύκος σκέφτηκε ότι η κοκκινοσκουφίτσα θα ήταν ένας καταπληκτικός μεζές και αναρωτιόταν τι θα έπρεπε να κάνει ώστε να τον αποκτήσει. Για λίγο ακόμη περπάτησε στο πλάι της κοκκινοσκουφίτσας και μετά άρχισε να της λέει: «Κοκκινοσκουφίτσα, κοίταξε τι ωραία λουλούδια που υπάρχουν στο δάσος. Μα γιατί δεν τα κοιτάς. Έχω την εντύπωση ότι ούτε καν ακούς το όμορφο κελάηδημα των πουλιών! Εσύ περπατάς σαν να είσαι στο δρόμο για το σχολείο, ενώ είναι τόσο όμορφα στο δάσος».
Η κοκκινοσκουφίτσα σήκωσε τότε τα μάτια της και είδε τις αχτίδες του ήλιου να περνάνε ανάμεσα στα δέντρα. Το δάσος ήταν γεμάτο λουλούδια και έτσι είπε να φτιάξει μια ανθοδέσμη για τη γιαγιά. «Ακόμη νωρίς είναι» σκέφτηκε «έχω αρκετή ώρα για να φτάσω έγκαιρα στη γιαγιά». Έτσι μπήκε χορεύοντας στο δάσος και άρχισε να διαλέγει λουλούδια. Μόλις μάζευε ένα λουλούδι αμέσως έβρισκε ένα άλλο ομορφότερο και η κοκκινοσκουφίτσα ξεμάκραινε ολοένα και περισσότερο από τον δρόμο της και έμπαινε βαθύτερα στο δάσος.
Ο λύκος όμως προχώρησε χωρίς να καθυστερήσει απευθείας στο σπίτι της γιαγιάς και χτύπησε την πόρτα.
-Ποιος είναι; Ρώτησε η γιαγιά
-Η κοκκινοσκουφίτσα απάντησε ο λύκος. Σου φέρνω γλυκό και κρασί. Άνοιξε μου.
-Άνοιξε την πόρτα δεν έχω κλειδώσει, απάντησε η γιαγιά. Είμαι πολύ αδύναμη για να σηκωθώ.
Ο κακός ο λύκος άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα χωρίς να πει κουβέντα. Κατευθύνθηκε στο κρεβάτι της γιαγιάς και την κατάπιε. Μετά πήρε τα ρούχα της και τα φόρεσε. Έβαλε και το καπέλο του ύπνου της γιαγιάς και ξάπλωσε ενώ προηγουμένως τράβηξε της κουρτίνες.
Η κοκκινοσκουφίτσα έτρεχε στο δάσος ψάχνοντας για λουλούδια, και όταν βρήκε τόσα ώστε να μη μπορεί να κουβαλήσει περισσότερα, θυμήθηκε την γιαγιά της και ξεκίνησε να πάει να την επισκεφτεί. Καθώς έφτασε βρήκε την πόρτα ανοιχτή πράγμα ασυνήθιστο. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο αισθάνθηκε πολύ άβολα και σκέφτηκε «γιατί άραγε είμαι τόσο φοβισμένη σήμερα, αφού συνήθως έρχομαι στη γιαγιά με μεγάλη ευχαρίστηση».
Μετά από αυτό πήγε προς το κρεβάτι και άνοιξε τις κουρτίνες. Στο κρεβάτι είδε ξαπλωμένη την γιαγιά με κατεβασμένο το καπέλο του ύπνου βαθιά μέσα στο πρόσωπο, ενώ το παρουσιαστικό της ξάφνιαζε την κοκκινοσκουφίτσα.
-Αμάν γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά;
-Για να σε ακούω καλύτερα!
-Αμάν γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα μάτια
-Για να σε βλέπω καλύτερα!
-Αμάν γιαγιά, γιατί έχει τόσο μεγάλα χέρια;
-Για να σε πιάνω καλύτερα!
-Αλλά γιαγιά, τι μεγάλο και τρομακτικό στόμα που έχεις;
-Για να σε φάω καλύτερα!
Και αμέσως πετάχτηκε από το κρεβάτι και όρμησε πάνω στην κοκκινοσκουφίτσα και την κατάπιε. Μετά ξάπλωσε στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκε ροχαλίζοντας πολύ δυνατά.
Τυχαία έξω από το σπιτάκι της γιαγιάς περνούσε ο κυνηγός, που ακούγοντας το ροχαλητό ξαφνιάστηκε. «Δεν είναι φυσικό γριά γυναίκα να ροχαλίζει έτσι» σκέφτηκε και μπήκε στο σπιτάκι για να δει αν χρειάζεται κάτι η γιαγιά. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο, πλησίασε το κρεβάτι και το λύκο που έψαχνε εδώ και καιρό ξαπλωμένο. Αμέσως άρπαξε το όπλο του, αλλά σκέφτηκε ότι ο λύκος μπορεί να έφαγε την γιαγιά και ίσως προλάβαινε ακόμη να την σώσει. Έτσι δεν πυροβόλησε αλλά πήρε το ψαλίδι και έκοψε την κοιλιά του λύκου που κοιμόταν. Μόλις άρχισε να κόβει μερικές φορές με το ψαλίδι, είδε να λάμπει η κοκκινοσκουφίτσα και μόλις έκοψε λίγο ακόμη πετάχτηκε το κοριτσάκι μέσα από την κοιλιά του λύκου.
-Αχ πόσο φοβήθηκα, ήταν τόσο σκοτεινά μέσα στην κοιλιά του λύκου.
Αμέσως μετά βγήκε και η γιαγιά ζωντανή μέσα από την κοιλιά. Η κοκκινοσκουφίτσα έτρεξε και έφερε πέτρες και με τις πέτρες γέμισαν την κοιλιά του λύκου. Μόλις  ξύπνησε ο λύκος ήθελε να το σκάσει, αλλά οι πέτρες ήταν τόσο βαριές που έπεσε κάτω και πέθανε.
Μετά από αυτό όλοι ήταν ικανοποιημένοι. Ο κυνηγός πήρε το τομάρι του λύκου, η γιαγιά έφαγε το γλυκό και ήπιε το κρασί που έφερε η κοκκινοσκουφίτσα και η κοκκινοσκουφίτσα σκεφτότανε ότι όσο ζούσε δεν θα άφηνε ξανά τον δρόμο της για να μπει στο δάσος, ειδικά όταν της το έχει απαγορεύσει η μαμά της.
 Επίσης λένε ότι μια άλλη φορά που η κοκκινοσκουφίτσα πήγαινε γλυκά στη γιαγιά της, ένας άλλος λύκος της μίλησε και προσπάθησε να την οδηγήσει μακριά από τον δρόμο της. Η κοκκινοσκουφίτσα όμως προφυλάχθηκε και πήγε απευθείας στο σπίτι της γιαγιάς. Όταν έφτασε στη γιαγιά της, της είπε ότι συνάντησε τον κακό λύκο και ότι της είπε καλημέρα, αλλά την κοίταξε με τέτοια κακία στα μάτια «που αν δεν ήταν καταμεσής στο δρόμο  θα με είχε φάει».
«Έλα» είπε η γιαγιά «ας κλειδώσουμε την πόρτα για να μη μπορεί να μπει». Μετά από λίγο ήρθε ο λύκος και χτύπησε την πόρτα «έλα γιαγιά άνοιξε, είμαι η κοκκινοσκουφίτσα και σου φέρνω γλυκά». Αλλά η γιαγιά και η εγγονή δεν αποκρίθηκαν και έκαναν ησυχία σαν να μην ήταν κανείς στο σπίτι. Ο κακός λύκος γυρνούσε γύρω-γύρω από το σπίτι για να δει τι συμβαίνει. Σαν είδε και απόειδε ότι κανείς δεν αποκρινόταν, ανέβηκε στη σκεπή του σπιτιού για να περιμένει.
Αλλά η γιαγιά κατάλαβε το σχέδιο του λύκου και είπε στην κοκκινοσκουφίτσα: «φέρε έναν κουβά, πάρε το νερό στο οποίο έβρασα εχθές τα λουκάνικα και ρίξε το στο πηγάδι». Η κοκκινοσκουφίτσα γέμισε το πηγάδι με το νερό από τα λουκάνικα. Τότε η μυρωδιά έφτασε μέχρι την σκεπή και ο λύκος άπλωνε το κεφάλι του για να δει τι μυρίζει τόσο ωραία. Κάποια στιγμή άπλωσε τόσο πολύ το κεφάλι του που έχασε την ισορροπία του, γλίστρησε από την σκεπή, έπεσε στο πηγάδι και πνίγηκε. Έτσι η κοκκινοσκουφίτσα επέστρεψε χαρούμενη στο σπίτι της και κανείς δεν της έκανε κακό.

Μπορείτε να ακούσετε το παραμύθι και από εδώ:
video

Πηγή:http://paramithakia.blogspot.gr/2011/02/blog-post_20.html
Για περισσότερες πληροφορίες: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BF%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

H Βάρδος Νέξ-σελίδα 71


            Μπορεί να με θεωρείτε γέρο και ανίδεο, αλλά θυμάμαι ακόμα τα τραγικά εκείνα γεγονότα που οδήγησαν τον πατέρα σου στην απόφαση να εναντιωθεί στα άλλα βασίλεια. Ο πατέρας σου αγαπητή μου δεν ήταν ποτέ κάποιος ματαιόδοξος άνθρωπος οποίος αναγκάστηκε να επιδείξει τις στρατιωτικές του ικανότητες. Τότε, τα παλιά χρόνια αναγκαστήκαμε να πολεμήσουμε για να σώσουμε τον Έσω Κόσμο από το απόλυτο χάος. Πολεμήσαμε για ένα καλύτερο αύριο, για έναν κόσμο χωρίς σκοτάδι.
             Μετά την νίκη μας, πιστέψαμε ότι τα πάντα είχαν τελειώσει. Ωστόσο, ο χρόνος είναι μεγάλος δάσκαλος. Μας δίδαξε και τους δύο ότι παρότι τη νίκη μας, το κακό δεν γίνεται να εξαφανιστεί για πάντα. Οι αμαρτίες και τα λάθη μας δυστυχώς δεν διαγράφονται έτσι εύκολα. Εγώ και ο Λύριος κάναμε κτηνωδίες, γιατί πιστεύαμε με έπαρση και οι δύο ότι αυτό ήταν το σωστό για τον κόσμο μας. Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου η ψυχή μας άρχισε να κουράζεται από τους φόνους. Εδώ, θα ήθελα να αναφέρω πως δεν είναι  φόνος μόνο ο θάνατος των εχθρών σου αλλά και οι λάθος υπολογισμοί που μπορούν να στοιχίσουν τη ζωή των συντρόφων μας. Επομένως, οφείλουμε να δείξουμε σύνεση και όχι ματαιοδοξία και άκρατη φιλοδοξία. Το βασίλειο του Βορρά δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξεκινήσει μια καταστροφή. Ήμασταν πάντοτε η δύναμη του καλού. Δεν γίνεται τώρα πια να αλλάξουμε στρατόπεδο», είπε ο σεβάσμιος γέροντας φροντίζοντας να αναδείξει εκείνη την ηγετική ικανότητα που είχε χαθεί στη λήθη του χρόνου.
            Αρκετοί σύμβουλοι ταυτίζονταν απόλυτα με την άποψη του Ασπρογένη. Στο άκουσμα του πύρινου λόγου του ξέσπασαν αρκετοί σε χειροκροτήματα. Κάποιοι μάλιστα κινήθηκαν προς το μέρος του γέροντα και του έσφιξαν με εγκαρδιότητα τα ρυτιδιασμένα χέρια του.
             Η σωσίας της Νέξ στεκόταν αμήχανη μπροστά στο συμβούλιο. Είχε χάσει την πυγμή που είχε πρωτύτερα. Κραδαίνοντας με δύναμη τα κατάξανθα μαλλιά της προσπαθούσε να βρει γρήγορα μια λύση ώστε να πετύχει τους καταχθόνιους σκοπούς της. Αλλά δεν την ήξερα καλά την Λέριαλ. Στο τέλος θα κατάφερνε να πετύχει τους στόχους της. Μπορεί ο σεβάσμιος γέροντας να είχε φέρει αντίρρηση στο σχέδιο της, αλλά εκείνος ήταν γηραιότατος. Σε λίγο θα εγκατέλειπε τον επίγειο κόσμο για τον Κάτω. Επομένως, μπορούσε να χειριστεί αυτή την τρομερή αδυναμία του αντιπάλου της για να αποδείξει ολοφάνερα τη σαθρότητα των λεγομένων του.  Το κύρος που απόπνεε η πριγκίπισσα και τωρινή βασίλισσα ήταν μεγαλύτερο από του μάγου εξαιτίας της καλοσύνης και των επιτυχιών του Λύριου.
            «Θα γίνει πόλεμος γιατί έτσι πρέπει. Ο Έσω Κόσμος θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια νέα απειλή. Στην οροσειρά του Λόριφ όπου βρίσκονται δαίμονες και τρομερά θηρία, το κακό έχει ξεκινήσει να συγκεντρώνει στρατό. Θα είναι δύσκολο να αντιμετωπίσουμε ένα συνονθύλευμα από τα τερατουργήματα που ζουν εκεί. Φήμες λένε ότι ο στρατός υποκινείται από το Δυτικό βασίλειο. Είμαστε υποχρεωμένοι να δράσουμε σύντομα, γιατί διαφορετικά δεν θα έχουμε ούτε την απαραίτητη προετοιμασία ούτε και τα ψυχικά αποθέματα για να συγκρουστούμε με πλάσματα που ποτέ κανείς θνητός δεν μπόρεσε να το αντιμετωπίζει. Είναι  λοιπόν λάθος να διατηρούμε τη θέση της ουδετερότητας. Ποιος λοιπόν μαζί μου;», φώναξε η γυναίκα σηκώνοντας με πάθος την γροθιά του δεξιού χεριού της.
             Τα λόγια της διέγειραν πάθη στις ψυχές των αναποφάσιστων. Η προφορική μονομαχία των δύο συνομιλητών δεν είχε τελειώσει ακόμα. Αντιθέτως, ήταν η απαρχή για μια σφοδρή σύγκρουση ανάμεσα στις δυνάμεις του καλού και του κακού. Μια σύγκρουση που θα καθόριζε κατά κάποιον τρόπο το μέλλον του Βόρειου βασιλείου.
             Ο σεβάσμιος μάγος λοιπόν άνοιξε το στόμα και ετοιμάστηκε να μιλήσει όπως κανείς ποτέ δεν είχε μιλήσει σε βασίλισσα…
                       

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης


         

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Μια ανείπωτη ιστορία



             Εκείνο το τερατόμορφο πλάσμα είχε φορέσει το κλειδί γύρω από το λαιμό του. Καθόταν σταυροπόδι και έπαιζε με μεγάλη επιδεξιότητα την φλογέρα. Τα μαύρα του φτερά ανέμιζαν κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι, ενώ οι κόκκινες ίριδες των ματιών έδειχναν να έχουν περιέλθει σε μια πρωτόγνωρη μέθη. Η ελάχιστη σάρκα που είχε παραμείνει πάνω στο σκελετωμένο του κορμί ήταν ένα παράταιρο σημάδι που φανέρωνε το ένδοξο παρελθόν του συγκεκριμένου άνδρα. Ναι, καλά ακούσατε, το συγκεκριμένο  πλάσμα είχε κάποτε όνομα. Είχε κάποτε, πριν από πάρα πολλά χρόνια μια ευτυχισμένη ζωή.
               Κάποτε πίσω απ’ όλη αυτή τη φρικιαστική εικόνα κρυβόταν ένας άνδρας που είχε χάσει κάθε στήριγμα στη ζωή του και έτσι είχε οδηγηθεί στην απόλυτη παρακμή.  Είχε όλα τα εχέγγυα για να μεγαλουργήσει στη ζωή του, αλλά κάποιες λανθασμένες επιλογές, κάποια τραγικά λάθη, του κατέστρεψαν μέσα σε περίπου έναν μήνα ότι είχε χτίσει.
              Τον παλιό καιρό, όταν μπορούσε να αισθανθεί και να γευτεί τους καρπούς της φύσης, ήταν ένας ανερχόμενος συγγραφέας. Στα δεκαοχτώ του χρόνια είχε κυκλοφορήσει το πρώτο του μυθιστόρημα και είχε συμμετάσχει σε διάφορα συλλογικά βιβλία. Στα δεκανέα του χρόνια έγινε ο νεαρότερος συγγραφέας όλων των εποχών που κέρδιζε το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου.
             Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν σε λίγα χρόνια ανέμεναν όλοι ότι ο κύριος Χ θα μεσουρανούσε στην λογοτεχνία καταφέρνοντας να μπει στο πάνθεον των αθανάτων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Δυστυχώ ς όμως, όλοι είχαν λησμονήσει το γεγονός ότι η καταξίωση και η αναγνωσιμότητα παραγάγουν φθόνο, μίσος, ζήλια, ματαιοδοξία και ποικίλα άλλα συναισθήματα που αν τα ενώσεις δημιουργούν ένα συνονθύλευμα δυσβάστακτο για τους κοινούς θνητούς.
          Ο κύριος Χ λοιπόν συνεπαρμένος από τις επιτυχίες του άλλαξε μονομιάς. Από φιλικός και ευγενικός μετατράπηκε σ’ έναν φιλάργυρο, κακό και ματαιόδοξο άνθρωπο. Οι φίλοι του τον εγκατέλειψαν κάποια στιγμή αναπάντεχα. Όταν έχασε λοιπόν τους φίλους του που μαζί με την οικογένειά του ήταν τα μοναδικά στηρίγματα πάνω στα οποία είχε δομηθεί η επιτυχία του. Η μοναξιά τον οδήγησε στη βαριά κατάθλιψη. Παράλληλα, ο καρκίνος χτύπησε όλα τα μέλη της οικογενείας του.
           Στην ηλικία των εικοσιπέντε χρόνων είχε μείνει μονάχα η μητέρα του. Απελπισμένος από την τραγική του μοίρα στράφηκε στις σκοτεινές θεότητες ελπίζοντας να τον βοηθήσουν να αποκτήσει πάλι ότι είχε χάσει. Εξαπάτησε, εκμεταλλεύτηκε, δολοφόνησε και βούτηξε με μεγάλη προθυμία μέσα στο λάκκο της ακολασίας. Όταν πια είχε έρθει η ώρα να αποκτήσει ότι είχε χάσει μια νέα συμφορά τον βρήκε. Η μάνα του είχε χτυπηθεί από μια ανίατη ασθένεια και κανένας  γιατρός δεν μπορούσε να βρει γιατρειά.
          Τότε ήταν που έκανε το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του. Αντάλλαξε τη ζωή του με εκείνη της πολυαγαπημένης του μητέρας!
           Έτσι σήμερα, αυτό το ταλαιπωρημένο πλάσμα φυλάει μια πύλη του Κάτω Κόσμου. Δεν μπορεί να φάει, μα ούτε και να αισθανθεί καθώς η καρδιά του βρίσκεται στο πιάτο ανάμεσα στα πόδια του. Μοναχική παρηγοριά είναι πια η μουσική, το παίξιμο της κοκάλινης φλογέρας.
         Αν τον συναντήσατε ποτέ λοιπόν, μην τρομάξετε. Απλά δείξτε κατανόηση σ’ αυτόν που κάποτε είχε τα πάντα και τώρα έχει μονάχα μια φλογέρα και ένα κλειδί για τον Κάτω Κόσμο…


Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Το κορνιζαρισμένο χαρτονόμισμα


Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα, οι αχτίδες του ήλιου χτύπαγαν το
πρόσωπο του κύριου Ιάκωβου. Μέσα στο μαύρο του σακάκι ένιωθε ολόκληρο
το κορμί να ζεσταίνεται. Ο ιδρώτας έτρεχε από το πρόσωπο, ενώ η ταχύτητα
των βημάτων του είχε μειωθεί δραματικά.
Εδώ και τρεις μέρες περίπου έτρεχε διαρκώς από το πρωί στις
διάφορες κρατικές υπηρεσίες ώστε να μπορέσει να λάβει επιτέλους τη
σύνταξή του. Σήμερα, πήρε τα χρήματα στα χέρια του. Το θέαμα βέβαια κάθε
άλλο παρά ευχάριστο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, καθώς από τα
πεντακόσια ευρώ που λάμβανε κάθε μήνα, έπαιρνε πια  τριακόσια. Είχαν
μειωθεί βλέπετε εξαιτίας των περικοπών. Η χώρα βρισκόταν στα πρόθυρα
χρεοκοπίας. Έπρεπε να κοπούν οι μισθοί, οι συντάξεις, οι δαπάνες του
κράτους και γενικότερα ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί κάποιος ώστε να
επιβιώσει το έθνος, τουλάχιστον έτσι έλεγαν οι ειδήσεις.
Ο κύριος Ιάκωβος ποτέ δε διαφώνησε μ’αυτή την τακτική. Πάντοτε
πίστευε πως όλοι έπρεπε να συνεισφέρουμε έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο για
να βγούμε από το φαύλο κύκλο που οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη
χρεοκοπία και στην καταστροφή της Ελλάδας. Πάντοτε  ήλπιζε πως όλα θα
τελείωναν κάποια στιγμή. Όταν θα τελείωνε αυτή η οικονομική δυσπραγία,
τότε όλα θα γίνονταν καλύτερα, το κράτος και μαζί το έθνος θα γινόταν
δυνατότερο.
Ωστόσο, οι περικοπές ήταν τόσο μεγάλες ώστε πλέον δεν μπορούσε να
ζήσει. Είχε καταντήσει να τρώει από τις επτά μέρες της εβδομάδας τις τέσσερις
μακαρόνια. Είχε κόψει σχεδόν τα πάντα, ακόμα και το ψωμί. Αγαπούσε το
ψωμί, μα οι τιμές του ήταν απαγορευτικές. Αυτό που τον εκνεύριζε απίστευτα
ήταν το γεγονός ότι είχε ψηφίσει την κυβέρνηση. Ναι, καλά ακούσατε, την
είχε ψηφίσει γιατί όφειλε να πράξει το σωστό ως σώφρων πολίτης. Με το
πέρασμα του χρόνου όμως, είχε αρχίσει να έχει τύψεις. Σχεδόν καθημερινά
έπιανε τον εαυτό του να αναπολεί τα παιδικά του χρόνια. Είχε βιώσει την
κατοχή, είχε βιώσει τη Χούντα, γι’ αυτό ανεχόταν αυτή την άθλια κατάσταση.
Δεν είχαν φτάσει οι Έλληνες ακόμα εκεί. Όχι ευτυχώς, μα βρισκόταν ένα
βήμα πριν απ’ αυτό το σημείο. Άραγε όταν είχε ρίξει την ψήφο είχε συμβάλλει
καίρια ώστε να σταματήσει ο στραγγαλισμός ή απλά τον είχε παρατείνει;  
Με το γεμάτο από τους ρόζους χέρι του άνοιξε την ξύλινη πόρτα του
σπιτιού του. Ετοίμασε το καφεδάκι του και κάθισε μπροστά από την
τηλεόραση. Θα έβλεπε για πολλοστή φορά ειδήσεις, γιατί όπως έλεγε πάντοτε:
«Σωστός πολίτης είναι ο ενημερωμένος πολίτης».
Ύστερα από τριάντα λεπτά όμως έκλεισε την τηλεόραση. Οι
δημοσιογράφοι ισχυρίζονταν ότι θα κοπούν κι άλλο οι συντάξεις κατά είκοσι
τις εκατό περίπου. Αν κοβόντουσαν πώς θα μπορούσε να ζήσει;
Κοίταξε μηχανικά το καθιστικό του. Το μάτι του έπεσε στην κορνίζα
όπου είχε τοποθετήσει με καμάρι ένα χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ. Ήταν το
πρώτο χαρτονόμισμα που έπιασε στα χέρια του μετά την αλλαγή της δραχμής.
Τώρα, που το έβλεπε κορνιζαρισμένο πάνω από τη βιβλιοθήκη του δεν
αισθανόταν την αίγλη ούτε την ευδαιμονία που είχε νιώσει όταν το είχε
πρωτοπιάσει στα χέρια του. «Αυτό είναι το νόμισμα της προόδου» είχε πει με
περηφάνια στην εγγονούλα του πριν από χρόνια. Πώς είχε πιστέψει κάτι τόσο
ανόητο;
Έκλαψε με αναφιλητά. Δεν άντεχε άλλο. Δεν μπορούσε να ζήσει άλλο
μέσα στη δυσθεώρητη ανασφάλεια που είχε απλωθεί στη χώρα. Δεν υπήρχε
πια κανένα ίχνος ελπίδας. Ακόμα και ο ίδιος που υποστήριζε τόσο καιρό με
αυταπάρνηση την κυβέρνηση και το Μνημόνιο είχε καταλάβει πως δεν ήταν
αυτός ο σωστός δρόμος.
Από το δρόμο άκουσε φωνές. Φώναζαν συνθήματα κατά της οικονομικής
πολιτικής. Εκεί μέσα σίγουρα θα βρίσκονταν όλοι οι  κομμουνιστές που είχαν
στόχο να χρεοκοπήσουν τη χώρα. Ήταν όντως έτσι ή μήπως όλες αυτές οι
σκέψεις ήταν το λιγότερο ανόητες;
Έπιασε το κάδρο με το χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ. Το κοίταξε για
ώρα. Μπορούσε να ακούσει ακόμα τις φωνές των διαδηλωτών. Έβγαλε το
τζάμι που κάλυπτε τα χρήματα. Έβαλε το χαρτονόμισμα στην τσέπη και βγήκε
στο μπαλκόνι για να αντικρίσει τους διαδηλωτές.
Το θέαμα που αντίκρισε τον εξέπληξε. Είδε νεαρά παιδιά μαζί με καθώς
πρέπει κύριους που φώναζαν δυνατά. Πώς ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο;
Ανέκαθεν πίστευε πως μέσα στις πορείες και στις διαδηλώσεις υπήρχαν
μονάχα καθάρματα που είχαν σκοπό να καταστρέψουν τις περιουσίες
πολιτών. Δεν είχε κατέβει σε πορεία, γιατί δεν ήταν κουμουνιστής ούτε
αριστερός. Ο ίδιος τοποθετούσε τον εαυτό του στο χώρο της δεξιάς. Άλλωστε,
τόσα χρόνια δεξιά δεν ψήφιζε; Άρα δεξιός δεν ήτανε;
Βγήκε γρήγορα από το σπίτι του. Μπήκε βιαστικά στο μαγαζί του
ελαιοχρωματιστή που άνηκε στο χώρο της αριστεράς. Μάλιστα, αρκετοί
ισχυρίζονταν πως ήταν αναρχικός.
«Αντώνη, μην κλείνεις το μαγαζί σου γιατί θέλω να αγοράσω κάτι» είπε ο
κύριος Ιάκωβος αλαφιασμένος.
Ο μαγαζάτορας άνοιξε την πόρτα έκπληκτος. Άφησε τον άνδρα να
διαβεί το κατώφλι.
«Θέλω μία μάσκα για να εμποδίζει τα δακρυγόνα και ό,τι άλλο πετάνε στις
πορείες οι αστυνομικοί» είπε σοβαρά ο γέροντας.
«Κύριε Ιάκωβε, είστε καλά;» ρώτησε αποσβολωμένος ο ελαιοχρωματιστής.
«Ναι, θέλω μία καλή μάσκα για να μην εισπνέω τα δακρυγόνα και τα
καπνογόνα» επέμεινε εκείνος.
Ο Αντώνης έγνευσε καταφατικά στον πελάτη. Καθυστέρησε κάποια
λεπτά, μα στο τέλος έφερε τη μάσκα. Κοιτώντας παράξενα τον γέροντα είπε
πως κόστιζε συνολικά είκοσι ευρώ. Παράλληλα, τον ρώτησε για ποιον λόγο
την ήθελε. Ο Ιάκωβος απήντησε ότι θα πήγαινε στην πορεία.
«Αν έρθετε μαζί μου στην πορεία κατά των μέτρων, τότε σας τη χαρίζω» είπε
χαμογελώντας ο ελαιοχρωματιστής.
«Όχι, σε παρακαλώ δέξου ετούτο το χαρτονόμισμα. Πρέπει να το ξεφορτωθώ
από πάνω μου. Τόσα χρόνια πίστευα πως το συγκεκριμένο νόμισμα θα φέρει χαρά
και ευδαιμονία. Να καταλάβεις, ήμουνα τόσο βλάκας που το είχα κορνιζάρει.
Σήμερα συνειδητοποίησα πως τα χρήματα δε φέρνουν τη χαρά. Μονάχα η ελπίδα
μαζί με την προοπτική θα μας βοηθήσει να δούμε καλύτερες μέρες. Το νόμισμα ήταν
και είναι κάτι φτιαχτό. Σε παρακαλώ, δέξου το. Θέλω να το ξεφορτωθώ και ίσως
μαζί του ξεφορτωθώ και κάποιες αμαρτίες που διέπραξα όλον αυτόν τον καιρό».
«Θα το δεχτώ, αλλά θα περιμένεις να κλείσω το μαγαζί και να πάμε μαζί στη
διαδήλωση» είπε γελώντας ο αναρχικός.
Έτσι, οι δύο άνδρες βγήκαν από το μαγαζί,  ενώθηκαν με το πλήθος και
πάλεψαν για ένα καλύτερο αύριο. Είθε να πέτυχαν το σκοπό τους.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Το παραπάνω διήγημα αποτελεί μέρος του ebook: "Το Ταξίδι ενός Χαρτονομίσματος", που κυκλοφορεί δωρεάν από τις εκδόσεις Σαΐτα. Για να το κατεβάσετε ΔΩΡΕΆΝ επισκεφτείτε τον παρακάτω σύνδεσμο:
 http://www.saitapublications.gr/2013/01/ebook.16.html