Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Το κορνιζαρισμένο χαρτονόμισμα


Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα, οι αχτίδες του ήλιου χτύπαγαν το
πρόσωπο του κύριου Ιάκωβου. Μέσα στο μαύρο του σακάκι ένιωθε ολόκληρο
το κορμί να ζεσταίνεται. Ο ιδρώτας έτρεχε από το πρόσωπο, ενώ η ταχύτητα
των βημάτων του είχε μειωθεί δραματικά.
Εδώ και τρεις μέρες περίπου έτρεχε διαρκώς από το πρωί στις
διάφορες κρατικές υπηρεσίες ώστε να μπορέσει να λάβει επιτέλους τη
σύνταξή του. Σήμερα, πήρε τα χρήματα στα χέρια του. Το θέαμα βέβαια κάθε
άλλο παρά ευχάριστο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, καθώς από τα
πεντακόσια ευρώ που λάμβανε κάθε μήνα, έπαιρνε πια  τριακόσια. Είχαν
μειωθεί βλέπετε εξαιτίας των περικοπών. Η χώρα βρισκόταν στα πρόθυρα
χρεοκοπίας. Έπρεπε να κοπούν οι μισθοί, οι συντάξεις, οι δαπάνες του
κράτους και γενικότερα ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί κάποιος ώστε να
επιβιώσει το έθνος, τουλάχιστον έτσι έλεγαν οι ειδήσεις.
Ο κύριος Ιάκωβος ποτέ δε διαφώνησε μ’αυτή την τακτική. Πάντοτε
πίστευε πως όλοι έπρεπε να συνεισφέρουμε έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο για
να βγούμε από το φαύλο κύκλο που οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη
χρεοκοπία και στην καταστροφή της Ελλάδας. Πάντοτε  ήλπιζε πως όλα θα
τελείωναν κάποια στιγμή. Όταν θα τελείωνε αυτή η οικονομική δυσπραγία,
τότε όλα θα γίνονταν καλύτερα, το κράτος και μαζί το έθνος θα γινόταν
δυνατότερο.
Ωστόσο, οι περικοπές ήταν τόσο μεγάλες ώστε πλέον δεν μπορούσε να
ζήσει. Είχε καταντήσει να τρώει από τις επτά μέρες της εβδομάδας τις τέσσερις
μακαρόνια. Είχε κόψει σχεδόν τα πάντα, ακόμα και το ψωμί. Αγαπούσε το
ψωμί, μα οι τιμές του ήταν απαγορευτικές. Αυτό που τον εκνεύριζε απίστευτα
ήταν το γεγονός ότι είχε ψηφίσει την κυβέρνηση. Ναι, καλά ακούσατε, την
είχε ψηφίσει γιατί όφειλε να πράξει το σωστό ως σώφρων πολίτης. Με το
πέρασμα του χρόνου όμως, είχε αρχίσει να έχει τύψεις. Σχεδόν καθημερινά
έπιανε τον εαυτό του να αναπολεί τα παιδικά του χρόνια. Είχε βιώσει την
κατοχή, είχε βιώσει τη Χούντα, γι’ αυτό ανεχόταν αυτή την άθλια κατάσταση.
Δεν είχαν φτάσει οι Έλληνες ακόμα εκεί. Όχι ευτυχώς, μα βρισκόταν ένα
βήμα πριν απ’ αυτό το σημείο. Άραγε όταν είχε ρίξει την ψήφο είχε συμβάλλει
καίρια ώστε να σταματήσει ο στραγγαλισμός ή απλά τον είχε παρατείνει;  
Με το γεμάτο από τους ρόζους χέρι του άνοιξε την ξύλινη πόρτα του
σπιτιού του. Ετοίμασε το καφεδάκι του και κάθισε μπροστά από την
τηλεόραση. Θα έβλεπε για πολλοστή φορά ειδήσεις, γιατί όπως έλεγε πάντοτε:
«Σωστός πολίτης είναι ο ενημερωμένος πολίτης».
Ύστερα από τριάντα λεπτά όμως έκλεισε την τηλεόραση. Οι
δημοσιογράφοι ισχυρίζονταν ότι θα κοπούν κι άλλο οι συντάξεις κατά είκοσι
τις εκατό περίπου. Αν κοβόντουσαν πώς θα μπορούσε να ζήσει;
Κοίταξε μηχανικά το καθιστικό του. Το μάτι του έπεσε στην κορνίζα
όπου είχε τοποθετήσει με καμάρι ένα χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ. Ήταν το
πρώτο χαρτονόμισμα που έπιασε στα χέρια του μετά την αλλαγή της δραχμής.
Τώρα, που το έβλεπε κορνιζαρισμένο πάνω από τη βιβλιοθήκη του δεν
αισθανόταν την αίγλη ούτε την ευδαιμονία που είχε νιώσει όταν το είχε
πρωτοπιάσει στα χέρια του. «Αυτό είναι το νόμισμα της προόδου» είχε πει με
περηφάνια στην εγγονούλα του πριν από χρόνια. Πώς είχε πιστέψει κάτι τόσο
ανόητο;
Έκλαψε με αναφιλητά. Δεν άντεχε άλλο. Δεν μπορούσε να ζήσει άλλο
μέσα στη δυσθεώρητη ανασφάλεια που είχε απλωθεί στη χώρα. Δεν υπήρχε
πια κανένα ίχνος ελπίδας. Ακόμα και ο ίδιος που υποστήριζε τόσο καιρό με
αυταπάρνηση την κυβέρνηση και το Μνημόνιο είχε καταλάβει πως δεν ήταν
αυτός ο σωστός δρόμος.
Από το δρόμο άκουσε φωνές. Φώναζαν συνθήματα κατά της οικονομικής
πολιτικής. Εκεί μέσα σίγουρα θα βρίσκονταν όλοι οι  κομμουνιστές που είχαν
στόχο να χρεοκοπήσουν τη χώρα. Ήταν όντως έτσι ή μήπως όλες αυτές οι
σκέψεις ήταν το λιγότερο ανόητες;
Έπιασε το κάδρο με το χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ. Το κοίταξε για
ώρα. Μπορούσε να ακούσει ακόμα τις φωνές των διαδηλωτών. Έβγαλε το
τζάμι που κάλυπτε τα χρήματα. Έβαλε το χαρτονόμισμα στην τσέπη και βγήκε
στο μπαλκόνι για να αντικρίσει τους διαδηλωτές.
Το θέαμα που αντίκρισε τον εξέπληξε. Είδε νεαρά παιδιά μαζί με καθώς
πρέπει κύριους που φώναζαν δυνατά. Πώς ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο;
Ανέκαθεν πίστευε πως μέσα στις πορείες και στις διαδηλώσεις υπήρχαν
μονάχα καθάρματα που είχαν σκοπό να καταστρέψουν τις περιουσίες
πολιτών. Δεν είχε κατέβει σε πορεία, γιατί δεν ήταν κουμουνιστής ούτε
αριστερός. Ο ίδιος τοποθετούσε τον εαυτό του στο χώρο της δεξιάς. Άλλωστε,
τόσα χρόνια δεξιά δεν ψήφιζε; Άρα δεξιός δεν ήτανε;
Βγήκε γρήγορα από το σπίτι του. Μπήκε βιαστικά στο μαγαζί του
ελαιοχρωματιστή που άνηκε στο χώρο της αριστεράς. Μάλιστα, αρκετοί
ισχυρίζονταν πως ήταν αναρχικός.
«Αντώνη, μην κλείνεις το μαγαζί σου γιατί θέλω να αγοράσω κάτι» είπε ο
κύριος Ιάκωβος αλαφιασμένος.
Ο μαγαζάτορας άνοιξε την πόρτα έκπληκτος. Άφησε τον άνδρα να
διαβεί το κατώφλι.
«Θέλω μία μάσκα για να εμποδίζει τα δακρυγόνα και ό,τι άλλο πετάνε στις
πορείες οι αστυνομικοί» είπε σοβαρά ο γέροντας.
«Κύριε Ιάκωβε, είστε καλά;» ρώτησε αποσβολωμένος ο ελαιοχρωματιστής.
«Ναι, θέλω μία καλή μάσκα για να μην εισπνέω τα δακρυγόνα και τα
καπνογόνα» επέμεινε εκείνος.
Ο Αντώνης έγνευσε καταφατικά στον πελάτη. Καθυστέρησε κάποια
λεπτά, μα στο τέλος έφερε τη μάσκα. Κοιτώντας παράξενα τον γέροντα είπε
πως κόστιζε συνολικά είκοσι ευρώ. Παράλληλα, τον ρώτησε για ποιον λόγο
την ήθελε. Ο Ιάκωβος απήντησε ότι θα πήγαινε στην πορεία.
«Αν έρθετε μαζί μου στην πορεία κατά των μέτρων, τότε σας τη χαρίζω» είπε
χαμογελώντας ο ελαιοχρωματιστής.
«Όχι, σε παρακαλώ δέξου ετούτο το χαρτονόμισμα. Πρέπει να το ξεφορτωθώ
από πάνω μου. Τόσα χρόνια πίστευα πως το συγκεκριμένο νόμισμα θα φέρει χαρά
και ευδαιμονία. Να καταλάβεις, ήμουνα τόσο βλάκας που το είχα κορνιζάρει.
Σήμερα συνειδητοποίησα πως τα χρήματα δε φέρνουν τη χαρά. Μονάχα η ελπίδα
μαζί με την προοπτική θα μας βοηθήσει να δούμε καλύτερες μέρες. Το νόμισμα ήταν
και είναι κάτι φτιαχτό. Σε παρακαλώ, δέξου το. Θέλω να το ξεφορτωθώ και ίσως
μαζί του ξεφορτωθώ και κάποιες αμαρτίες που διέπραξα όλον αυτόν τον καιρό».
«Θα το δεχτώ, αλλά θα περιμένεις να κλείσω το μαγαζί και να πάμε μαζί στη
διαδήλωση» είπε γελώντας ο αναρχικός.
Έτσι, οι δύο άνδρες βγήκαν από το μαγαζί,  ενώθηκαν με το πλήθος και
πάλεψαν για ένα καλύτερο αύριο. Είθε να πέτυχαν το σκοπό τους.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Το παραπάνω διήγημα αποτελεί μέρος του ebook: "Το Ταξίδι ενός Χαρτονομίσματος", που κυκλοφορεί δωρεάν από τις εκδόσεις Σαΐτα. Για να το κατεβάσετε ΔΩΡΕΆΝ επισκεφτείτε τον παρακάτω σύνδεσμο:
 http://www.saitapublications.gr/2013/01/ebook.16.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου