Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Πρελούδιο: Όταν ένα χρέος ξεπληρώνεται…


      Στο διαδικτυακό περιοδικό εΜΜΕίς από το τωρινό τεύχος(41) αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε να υλοποιήσουμε ένα ρηξικέλευθο εγχείρημα, να δημιουργήσουμε ένα βιβλίο, το οποίο θα έχει γραφτεί όμως από πολλά άτομα μαζί. Ο κάθε «συγγραφέας» θα γράφει ένα συγκεκριμένο αριθμό λέξεων κι ύστερα θα το στέλνει στον επόμενο δημιουργό κ.ο.κ. Σ’αυτό το τεύχος έγραψα εγώ και ο καλός συνάδελφος Χρήστος Παναγόπουλος(μπλε γραμματοσειρά). Αυτό το εγχείρημα είναι κάτι το πρωτότυπο, αφού δεν έχει λάβει χώρα ποτέ ξανά στην Ελλάδα κάτι αντίστοιχο! Διαβάστε το λοιπόν και πείτε μας την άποψή σας!


Πρελούδιο: Όταν ένα χρέος ξεπληρώνεται…

Ο μαυροντυμένος άνδρας άρχισε να τρέχει γρήγορα. Φοβόταν, καθώς είχε χάσει πριν από μερικά δεύτερα τον πολύτιμο φάκελο. Δεν γνώριζε τι είχε μέσα ο κόκκινος φάκελος και ούτε ήθελε να ξέρει. Το μόνο πράγμα που γνώριζε ήταν ότι όφειλε να μην τον χάσει. Δεν ήξερε τον λόγο, αλλά όταν είχε προσληφθεί, για να φέρει εις πέρας τη μεταφορά, ένιωθε ότι κάτι δραματικό θα λάμβανε χώρα και μάλιστα πολύ σύντομα.
Εκείνη την ημέρα του είχε δοθεί απλόχερα η ευκαιρία να γίνει πλούσιος, μονάχα αν κατάφερνε να μεταφέρει τον κόκκινο φάκελο στον αποδέκτη του. Στην αρχή, η δουλειά φαινόταν απλοϊκή, αλλά στην πορεία αντιλήφθηκε τη δυσκολία του εγχειρήματός του.
Όταν είχε βγει από το ξενοδοχείο με το «εμπόρευμα», πρόσεξε μια καλλίγραμμη γυναίκα να προσπαθεί να τον ακολουθήσει. Ήταν έμπειρος, όμως, και γνώριζε τον τρόπο, για να της ξεφύγει. Μέσα σ’ ένα δεκάλεπτο τον είχε χάσει.
Η κοπέλα έδειχνε να μην έχει την κατάλληλη εκπαίδευση για να τον παρακολουθήσει με επιτυχία. Ήταν, όμως, δυνατό να είχαν στείλει μια τόσο ανίδεη να τον ακολουθήσει;
Αρχικά, βέβαια, αυτό πίστεψε. Η γυναίκα τον είχε χάσει απλά γιατί ήταν εξαιρετικός στη δουλειά του. Είχε μάθει να ξεφεύγει, χρησιμοποιώντας τους δαιδαλώδεις δρόμους της πόλης. Άλλωστε, τη γνώριζε σαν την παλάμη του χεριού του. Η υπερβολική χαρά του βέβαια δεν κράτησε για πολύ, καθώς ύστερα από μία ώρα εμφανίστηκε από το πουθενά ξανά η γυναίκα. Τη φορά αυτή όμως δεν έδειχνε καθόλου θελκτική. Αντιθέτως μάλιστα, αν κοίταζες με προσήλωση μέσα στα μάτια, θα μπορούσες να διεισδύσεις στα ενδότερα της ψυχής της. Εκεί θα συναντούσες επαγγελματισμό, στυγνότητα, αίσθηση του κινδύνου και εξαιρετικές δολοφονικές ικανότητες. Έπρεπε να ξεφύγει. Εκείνη ήταν ένας στυγνός δολοφόνος, ενώ ο ίδιος ένα απλός μεταφορέας…
Τα έχασε. Σε μια στιγμή πανικού άρχισε να τρέχει.  Με δυο-τρεις γρήγορες δρασκελιές χώθηκε σε ένα στενό και σκοτεινό σοκάκι. Είχε λαχανιάσει. Κοντοστάθηκε, κοίταξε πίσω του, για να βεβαιωθεί πως διέφυγε.
“Το σκοτάδι είναι καλός προστάτης”, είπε σχεδόν ξέπνοα, κοιτάζοντας προς τη μεριά του φωτεινού δρόμου.
“Αρκεί να ξέρεις να το χρησιμοποιείς…”, ακούστηκε μια γυναικεία χροιά ξοπίσω του. Ένιωσε μια κρύα σιδερένια επιφάνεια να ακουμπά απότομα στο στέλεχος του κεφαλιού του. “Μη γυρίσεις”, του είπε η ίδια φωνή, σχεδόν τραγουδιστά. Κρύος ιδρώτας τον είχε περιλούσει. Αυτός ο μειλίχιος τόνος έκρυβε μέσα του κάτι απόκοσμο, μια γλυκόπικρη αίσθηση θανάτου. Υπάκουσε.
“Ξέρεις… ο φάκελος…”, ψέλλισε εκείνος. “Ναι, χάθηκε…”, απάντησε η φωνή ψιθυρίζοντας στο αυτί του. “Μια απώλεια κοστίζει πολλά. Και εσύ τώρα ξοφλάς!”, συνέχισε η αόρατη μορφή και μεμιάς τραβήχτηκε βίαια πίσω του. Ακούστηκαν δύο υπόκωφες ριπές. Το άψυχο σώμα του σωριάστηκε στο έδαφος.
Δύο λιγνά χέρια ξεβίδωσαν γρήγορα το σιγαστήρα και μάζεψαν τους κάλυκες που είχαν πέσει στο λιθόστρωτο. Στάθηκε ψυχρά και ήρεμα, κοιτάζοντας μέσα από το μαύρο βέλο το θύμα της. Τα τακούνια της χτυπούσαν ρυθμικά, καθώς έβγαινε και πάλι στο φως του κεντρικού δρόμου. Μια καλλίγραμμη σκοτεινή σιλουέτα. Άγρια, αλλά όμορφη. Μπήκε βιαστικά σε ένα τζιπ που την περίμενε και εξαφανίστηκε μέσα στη βουή της λεωφόρου.
Λίγα τετράγωνα πιο πίσω, ένας ηλικιωμένος άνδρας έβρισκε στην άκρη του δρόμου πεταμένο έναν κόκκινο φάκελο. Τον μάζεψε, κοιτάζοντας αριστερά και δεξιά μήπως τον είχε πάρει κάποιος είδηση. Πρόσεξε αμέσως τα μπλε μεγάλα γράμματα:  “ΠΡΟΣ ΕΤΑΙΡ(Ε)ΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ – ΕΠΕΙΓΟΝ“.
Ο κύριος Ιάκωβος μόλις είχε βγει από το καφενείο της γειτονιάς. Είχε βρει μπροστά στα πόδια του εκείνον τον αλλόκοτο φάκελο. Δεν ήξερε για ποιον λόγο, αλλά τον άρπαξε φοβισμένα.  Ένιωσε μια ανώτερη δύναμη να του υπαγορεύει να δει το περιεχόμενο. Με τα ροζιασμένα χέρια πήγε να τον ανοίξει.
«Γέρο, άσε το φάκελο κάτω», ακούστηκε μια γυναικεία φωνή...


Για να Διαβάσετε τη συνέχεια επισκεφτείτε τον ιστότοπο του περιοδικού:
http://pacific.jour.auth.gr/emmeis/?p=7149

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου