Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Το μονοπάτι του Θανάτου


             Ήταν τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα, τότε που στο Λονδίνο επιτέλους επικρατούσε ειρήνη. Κανένας δεν περίμενε να είχε μια τέτοια κατάληξη. Η πλειονότητα των ανθρώπων πίστευε ότι ο πόλεμος θα συνεχιζόταν μέχρι εσχάτων. Ακόμα και η ίδια είχε ξαφνιαστεί με την οριστική του διακοπή. Μάλιστα, όταν το είχε ακούσει ένα μεγάλο χαμόγελο είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό της. Η Ελισάβετ πίστευε πως επιτέλους είχε τελειώσει μια σκοτεινή εποχή. Τα επόμενα χρόνια θα ήταν σίγουρα καλύτερα. Ήταν βεβαία πως θα μπορούσε πια να παντρευτεί τον αγαπημένο της, τοn Ρίτζαρντ.
              Προχωρούσε στην Τάιμς Σκουέαρ ενώ δίπλα της χιλιάδες παιδιά με σκισμένα παντελόνια φώναζαν ενθουσιασμένα τραγουδώντας παράλληλα χαρωπά τραγούδια. Το ένα μάλιστα το θυμόταν. Σαν ήταν μικρή συνήθιζε κι εκείνη να το τραγουδά με τη πανέμορφη φωνή της. Είχε μια μαγευτική φωνή που ήταν σε θέση να μεταφέρει ακόμα και καθώς πρέπει, σοβαρούς κύριους σε κόσμους που το πόδι του ανθρώπου δεν έμελε ποτέ του να πατήσει.
            Η θεόπνευστη φωνή ήταν ένα από τα πάμπολλα προτερήματα με τα οποία είχε προικιστεί η Ελισάβετ. Μπορεί να μην ήταν ιδιαιτέρως όμορφη, αλλά είχε μια φινέτσα και ένα σκέρτσο που ήταν ικανό να σαγηνεύσει τη καρδιά οποιουδήποτε άνδρα. Στις ταραγμένες εποχές μάλιστα που προηγήθηκαν αναγκάστηκε να κάνει χρήση αυτή της γοητείας για να ξεφύγει από αδιέξοδες καταστάσεις. Οι άνδρες μέσα στον ορυμαγδό του πολέμου έδειχναν να είναι ισχυροί, αλλά κατά βάθος ήταν κάποια απροστάτευτα παιδάκια που αναζητούσαν αγωνιωδώς μια σανίδα σωτηρίας.
            Όλα αυτά όμως άνηκαν στο παρελθόν. Η γυναίκα προχωρούσε με άπλετη χαρά στους δρόμους. Το κορμί της ήταν στητό, ενώ το πλούσιο μπούστο της αναδεικνυόταν με ενάργεια χάρις στο υπέροχο φόρεμα που είχε φορέσει. Ήθελε να φαίνεται υπέροχη καθώς θα επισκεπτόταν τον αγαπημένο της. Σήμερα, είχε πει ότι θα της ανακοίνωνε κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό για τη σχέση τους.
             Είχε να δει τον Ρίτζαρντ περίπου ένα χρόνο. Όντας στρατηγός στο αγγλικό σώμα ακροβατούσε πάνω σ’ ένα τεντωμένο σκοινί. Μία λάθος κίνηση και τότε θα βρισκόσουνα νεκρός. Μονάχα στη σκέψη του θανάτου του έτρεμε σαν μωρό παιδί. Τον αγαπούσε πολύ και δεν ήθελε να τον χάσει. Χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσε να συνεχίσει τη ζωή της.
            Έφτασε στο τεράστιο νεοκλασικό όπου βρισκόταν το σπίτι του αγαπημένου της. Προτού διαβεί την εξώπορτα, έσκυψε και κοίταξε το πρόσωπό της με τη βοήθεια της αντανάκλασής της στο τζάμι. Αυτό που είδε την τρόμαξε. Το πρόσωπό της δεν ήταν λείο, αλλά ρυτιδιασμένο. Τα μάτια της είχαν πάρει ένα κοκκινωπό χρώμα, ενώ τα χείλη της είχαν γεμίσει με φρέσκο αίμα.
           Το θέαμά της την τάραξε συθέμελα. Κραδαίνοντας πάντοτε την ντελικάτη τσάντα της, έχασε την ισορροπία της και έπεσε στο βρεγμένο δρόμο. Τα καλλίγραμμα πόδια της σκίστηκαν λιγάκι από το πέσιμο.
           Έπειτα από κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα, αφού κατάφερε να βρει ξανά τη χαμένη της αυτοκυριαρχία, προσπάθησε να σηκωθεί. Δυστυχώς όμως, δεν τα κατάφερε. Προτού πέσει για δεύτερη φορά ένας άνδρας την άρπαξε ευγενικά από το μπράτσο και τη βοήθησε να σταθεί στα πόδια της. Η Ελισάβετ τον ευχαρίστησε με εγκαρδιότητα και τον αποχαιρέτησε μ’ ένα γαλήνιο χαμόγελο. Ο άνδρας με το μαύρο παλτό όμως προτού χαθεί στο σοκάκι φώναξε: «Όταν θα έρθει η ώρα, δεν θα τρομάξεις γιατί τα χέρια σου έχουν ήδη βαφτεί με αίμα. Δεν θα τρομάξεις. Θα κάνεις το σωστό, γιατί έτσι προστάζει το μονοπάτι του θανάτου»...


Η συνέχεια του διηγήματος στον ιστότοπο: http://word.youropia.gr/post.php?id=59814

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου