Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Παραμύθι της Αφρικής-Το παλικάρι και ο άνθρωπος με το σαπισμένο στήθος



Πριν χρόνους πολλούς ήταν ένας άνθρωπος που είχε ένα γιό. Όταν ο
γιος μεγάλωσε κι έφτασε σε ηλικία γάµου, γνώρισε µια κοπέλα από
άλλο χωριό και ήθελε να την παντρευτεί, Ο πατέρας του τού έδωσε
μερικές κατσίκες για προίκα και του είπε να πάει να φέρει την κοπέλα
που θέλει για γυναίκα.
Ο νέος µάζεψε τις κατσίκες και πήρε το δρόµο για το χωριό της
κοπέλας που θα παντρευότανε.
Περπάτησε, περπάτησε κι όταν βρέθηκε στην άκρη του Δάσους οι
κατσίκες του σκορπίσανε από δω κι από κει μασουλώντας µέχρι που
κάποια στιγµή τις έχασε. Ο νέος τις κυνήγησε αλλά δεν µπόρεσε να
πιάσει καµία. Εξουθενωμένος, κάθισε στην άκρη του δρόµου και
ξέσπασε σε κλάµατα.

Εκείνη τη στιγµή εµφανίστηκε ο Άνθρωπος-µε-το-σαπισµένo-στήθος.
Στάθηκε µπροστά στο νεαρό και τον ρώτησε τι θα του έδινε αν τον
βοηθούσε να ξαναπιάσει τις κατσίκες του. Ο νέος άντρας του
αποκρίθηκε: «Θα κάνω ό,τι κι αν µου ζητήσεις». Ο Άνθρωπος-µε-τo-
σαπισµένo-στήθος χώθηκε µέσα στην ψηλή βλάστηση και µετά από
λίγες στιγµές εµφανίστηκε µε τις κατσίκες. Είπε το λοιπόν στο νεαρό:
«θα σε συνοδεύσω στο µέρος που θα συναντήσεις τη µέλλουσα
γυναίκα σου. Και όταν φτάσουμε, αν µας υποδεχτούνε λέγοντες:
"Καληµέρα σε όλους", τότε όλ' αυτά που θα µας τρατάρουνε θα
γίνουνε δικά µου. Αν αντίθετα πούνε: "Γεια σε σένα", και χαιρετήσουνε
µόνο εσένα, τότε όλα τα δώρα σού ανήκουν».
Μόλις φανήκανε από μακριά στο χωριό της νύφης, τα πεθερικά του
τρέξανε να τους υποδεχτούνε φωνάζοντας: «Γεια σας αξιότιμοι
επισκέπτες». Ο Άνθρωπος-με-το-σαπισμένο-στήθος, θριαμβεύοντας
έκανε νόημα στο νεαρό. Ό,τι λοιπόν δόθηκε στο παλικάρι, φαγητά,
τρόφιμα καθώς και τα διάφορα δώρα για το γάμο, ανήκαν σ' εκείνον.
Στη συνέχεια πήρανε το δρόμο της επιστροφής μαζί με τη νύφη και
όταν φτάσανε στο στοιχειωμένο τόπο, εκεί όπου ο νεαρός στον
πηγαιμό είχε χάσει τις κατσίκες, ο Άνθρωπος-με-το-σαπισμένο-στήθος
του είπε: «Δώσε μου τώρα και τα υπόλοιπα που σου έχουν απομείνει».
Και ο νέος άντρας έδωσε όλο το παστό κρέας που είχε κρατήσει και
που υπολόγιζε να το πάει στον πατέρα του.
Tην ίδια στιγμή παρουσιάστηκαν από παντού, αμέτρητοι Άνθρωποι-
με-σαπισμένα-τα-στήθη, απαιτώντας μερίδιο κι αυτοί. Κι όπως του

νεαρού δεν του είχε πια απομείνει τίποτα έξω από τη γυναίκα του,
κατάλαβε τότε πόσο σκληρή ήταν η μοίρα του. Ένιωθε και τελείως
αδύναμος και το μόνο που έκανε ήταν να μπήξει τα κλάματα. Οι
Άνθρωποι-με- τα-σαπισμένα-στήθη αρπάξανε την κοπέλα και την
κομματιάσανε και μετά την μοιράσανε. Έτσι ο νέος άντρας επέστρεψε
στο χωριό του με άδεια χέρια.

Ζαΐρ, Λούμπα
Από το βιβλίο:

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ
ΕΠΙΛΟΓΗ – ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Τέος Ρόμβος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου