Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Ο Φαροφύλακας


Η ιστορία που θα σας αφηγηθώ έλαβε χώρα πριν από κάμποσα χρόνια σε μια ακτή στη Βόρεια Αγγλία, σε μια περιοχή όπου το επάγγελμα του φαροφύλακα ήταν ζωτικής σημασίας. Ήταν εκείνο το επάγγελμα που μπορούσε κάλλιστα να σώσει πλήθος ανθρώπων ή πάλι να τους οδηγήσει εξαιτίας ενός λάθους στην κόλαση. Πολλοί από εσάς θα προσπαθήσουν να με κατακρίνουν για τη διάσταση που δίνω στο επάγγελμα του φαροφύλακα, που πια στις μέρες μας εξαφανίστηκε, καθώς με την πάροδο του χρόνου η τεχνολογία αντικατέστησε και σε αυτό το πόστο τον άνθρωπο. Προτού λοιπόν, κατακρίνετε τα λόγια μου θα σας πρότεινα να ακούσετε την ιστορία μου για πρώτη και τελευταία φορά. Σας προτείνω, να κάτσετε αναπαυτικά σε κάποια παλαιϊκή πολυθρόνα και να ακούσετε την ιστορία του φαροφύλακα Τζόν Μπλέικ, ενός αμαρτωλού ανθρώπου που κατάφερε τελικά την ύστατη στιγμή να πάρει άφεση των αμαρτιών του… ή μήπως όχι;
Όλα ξεκίνησαν τον Οκτώβρη, οπότε και η θάλασσα παύει να είναι ήρεμη και αποκτά σιγά- σιγά ρυτίδες σαν μια ηλικιωμένη γυναίκα. Ωστόσο, πάντα κρατάει εκείνη την κλασσική φινέτσα που οδηγεί τους άνδρες να γοητευτούν από αυτή, και γιατί όχι, να την ερωτευτούν παράφορα.
Τον Οκτώβρη ο Τζόν Μπλέικ συνήθιζε να κάθεται δίπλα στη λάμπα του φάρου και να αγναντεύει τόσο τη θάλασσα όσο και τα χελιδόνια, τα οποία αργά αλλά σταθερά έμελλε να εγκαταλείψουν το κρύο κλίμα. Θα έφταναν σε περιοχές εξωτικές. Ο φαροφύλακάς μας πάντα ήθελε να ταξιδέψει σε μέρη εξωτικά, σε μέρη τόσο μαγευτικά που ο παράδεισος μπροστά τους φάνταζε ένας ερημότοπος. Όμως, όλες αυτές οι τολμηρές σκέψεις ανήκαν πια στο παρελθόν. Ο Εγγλέζος ύστερα από εκείνο το τραγικό περιστατικό που συνέβη τον Αύγουστο πριν από είκοσι πέντε χρόνια είχε δώσει υπόσχεση στον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και στον Ύψιστο ότι δεν θα εγκατέλειπε ξανά τον φάρο, όταν ο ήλιος έδινε τη θέση του στο φεγγάρι.  Βαρύς όρκος για έναν άνθρωπο, δεν συμφωνείτε; Καλύτερα, να σας εξιστορήσω εκείνο το τραγικό συμβάν, για να κατανοήσετε εναργέστερα πως οδηγήθηκε ο Τζόν Μπλέικ σε αυτόν τον όρκο.
Όπως ανέφερα, αυτό το περιστατικό συνέβη τον Αύγουστο πριν από είκοσι πέντε χρόνια. Ο φαροφύλακας τότε ήταν νέος, ονειροπόλος και αγαπούσε ακόρεστα τη θάλασσα. Όσο και αν σας φαίνεται παράξενο, δεν είχε καμία κακή συνήθεια, εκτός βέβαια από την έλξη που του ασκούσε κάθε καλλονή που τύχαινε να βρίσκεται δίπλα στο φάρο, πάνω στην άμμο της παραλίας. Αλλά ποιος μπορεί ακόμα και στα γεράματα να αντισταθεί στα θέλγητρα των γυναικών, στις σειρήνες εκείνες που ένα τους μόνο χαμόγελο μπορεί να οδηγήσει έναν άνδρα στην απόλυτη ευδαιμονία;
Ωστόσο, όλα αυτά άλλαξαν όταν μια μέρα βρήκε στην άμμο ένα μικρό σεντούκι με δουβλόνια. Το εύρημα αυτό για τα δεδομένα της εποχής, που επικρατούσε γενικότερη αφραγκία, ήταν ένας θησαυρός. Τα χρήματα έδωσαν στον νεαρό φαροφύλακα μια άνετη ζωή, γεμάτη απολαύσεις. Μέσα σε λίγες μέρες, ο πάλαι ποτέ νεαρός άνδρας που αποτελούσε υπόδειγμα για κάθε άνθρωπο στη γύρω περιοχή έγινε ένας ακόλαστος άνθρωπος πνιγμένος από το ποτό και τις ηδονές. Ώσπου κάποια μέρα τα χρήματα σώθηκαν, μόνο το ποτό του είχε απομείνει πια. Παραμελούσε τη δουλειά του και καθόταν μέχρι πρωίας στα πανδοχεία, καταναλώνοντας ρούμι.
Ήτανε τα τριακοστά πρώτα γενέθλια, όταν εμφανίστηκε στον ορίζοντα ένα καράβι που ήθελε να προσαράξει στις ακτές της περιοχής. Ο ασυνεπής φαροφύλακας όμως είχε αμελήσει να ανοίξει τη γιγαντιαία λάμπα που δέσποζε στο φάρο. Το καράβι, μαζί με όλους τους ναύτες χτύπησε πάνω στα βράχια. Κανένας δεν επέζησε. Έκτοτε ο Τζόν Μπλέικ έκοψε το ποτό και αποφάσισε να μείνει για πάντα στο φάρο μέχρι να νιώσει ότι ο Θεός τον συγχώρεσε για το θανάσιμό του λάθος. Αυτό που τον έκανε να συνεχίσει να ζει ήταν ένα τριαντάφυλλο που είχε ανθίσει στην άγονη περιοχή όπου είχε κτιστεί ο φάρος. Όπως το τριαντάφυλλο είχε παραμείνει ζωντανό και είχε καταφέρει να ανθίσει ανάμεσα στους βράχους, έτσι και ο Τζόν θα συνέχιζε τη ζωή του.
Επειδή ένιωθε ότι το τριαντάφυλλο ήταν γι’ αυτόν ζωτικής σημασίας το έκλεισε γύρω από ένα γυάλινο κουτί μέσα σε χώμα κατάλληλο για να αναπτυχθεί περαιτέρω, δημιουργώντας ένα αυτοσχέδιο θερμοκήπιο αποκλειστικά για το τριαντάφυλλο που του έσωσε τη ζωή.
Τα χρόνια πέρασαν χωρίς να εγκαταλείψει ξανά ο γέρος φαροφύλακας το πόστο του. Ο ίδιος φοβόταν πως ποτέ δεν θα του δινόταν η ευκαιρία για να λυτρωθεί από το θανάσιμο αμάρτημά του. Η μοίρα όμως είχε προνοήσει να του δώσει μια ευκαιρία, για να λάβει άφεση αμαρτιών.
Ήταν παραμονή των εβδομηκοστών έκτων γενεθλίων του, όταν το μεγάλο ρολόι στην κρεβατοκάμαρα σήμανε μεσάνυχτα. Ένα δυνατό μελτέμι έσπασε την απόλυτη ησυχία που επικρατούσε εκείνη τη νύχτα. Ήταν το έναυσμα του μαέστρου για να ξεκινήσει μια βιβλική θύελλα που έκανε τα τζάμια του φάρου να είναι έτοιμα να σπάσουν από την υπερβολική πίεση.
Μέσα στο πανδαιμόνιο μια πέτρα έσπασε το τζάμι του αυτοσχέδιου θερμοκηπίου, το τριαντάφυλλο λύγισε. Ο Τζόν κατάλαβε τι είχε γίνει και έτρεξε να σώσει το τριαντάφυλλο. Το άνοιγμα της πόρτας του φάρου βρήκε τον γέρο να βλέπει έντρομος το λουλούδι να ξεριζώνεται και να παρασέρνεται από τον αέρα που λυσσομανούσε.
Η καρδιά του γίνεται πιο αδύναμη. Νιώθει ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ένα καράβι έρχεται από το βάθος του ορίζοντα. Όχι δεν πρέπει να πεθάνει τώρα. Το ηλεκτρικό ρεύμα πέφτει, το φως σβήνει. Υπάρχει μια γεννήτρια στο πίσω μέρος, εκεί που κρατάει το ημερολόγιο και το γάλα που πίνει καθημερινά, αλλά δεν τον βαστάν τα πόδια του. Ο χάρος παλεύει να του πάρει τη ζωή. «Δύο λεπτά δώσ’ μου, Θεέ», φωνάζει ο Μπλέικ.
Σέρνοντας το κουφάρι του, φτάνει στη γεννήτρια, σκοντάφτει στο τραπεζάκι και ρίχνει το ποτήρι με το γάλα που θα έπινε αλλά και το ημερολόγιο. Το ημερολόγιο με το ποτήρι πέφτουν με δύναμη στο έδαφος. Η σελίδα με την ημερομηνία της μέρας παρασέρνεται από τον αέρα. Η καρδιά του φαροφύλακα σταματάει. Όμως έχει καταφέρει να κατεβάσει το διακόπτη της γεννήτριας. Το φως θα οδηγήσει το καράβι στην ακτή.
Στο πρόσωπό του έχει σχηματιστεί ένα γαλήνιο χαμόγελο. Ναι, είναι γεγονός, ο αμαρτωλός Τζον Μπλέικ κέρδισε μια θέση στον παράδεισο, συγχωρέθηκε. Η τελευταία του σκέψη ήταν να μπορούσε να γευτεί  εκείνο το ποτήρι γάλα που είχε και μια δόση ρούμι!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου