Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Η Μάγισσα

               Ο Θάνατος ήταν εδώ και καιρό προ των πυλών. Ο Αντώνης  ένιωθε πως κάτι είχε κάνει λάθος. Μπορεί πια να μην την ήθελε, αλλά έπρεπε κάποια στιγμή να το κάνει. Έπρεπε να την χωρίσει και να πετάξει εκείνα τα επτά χρόνια στα σκουπίδια. Ο Αντώνης  βέβαια, δεν της είχε φερθεί καλά. Εκείνη είχε δώσει τα πάντα για εκείνον, αλλά δεν τη ήθελε πια. Ίσως ο σπόρος της ζήλιας που είχε φυτευτεί μέσα του πριν από καιρό να είχε ριζώσει τόσο βαθιά ώστε να μην μπορούσε να ξεριζώσει αυτό το συναίσθημα. Εκείνη ήταν καλό παιδί, αλλά δεν μπορούσε άλλο. Άλλωστε δεν είχε σημασία το να περνάει καλά; Στο μέλλον θα έβρισκε περισσότερες γυναίκες και ίσως και καλύτερες.
             Χτες, εκεί στο ξενοδοχείο, τότε που την είχε κάνει να σιχαθεί τον εαυτό της ένιωσε ένα αλλόκοτο συναίσθημα. Παρότι δεν πίστευε στο θεό, ένιωσε πως θα τον τιμωρούσε μια ανώτερη δύναμη. Έβγαζε πια οιμωγές το βράδυ. Είχε κόκκινα σημάδια πάνω του. Κάτι ανατριχιαστικές κόκκινες κηλίδες που φάνταζαν σαν λέπρα. Είχε ξεφορτωθεί εκείνη, αλλά κάποιος τον τιμωρούσε. Ήταν δυνατόν να είχε θυμώσει κάτι ανώτερο μαζί του;
             Είχε διαβάσει πριν από χρόνια για ένα ανάλογο περιστατικό. Ο τύπος εκείνος είχε ζητήσει και τη βοήθεια ενός πάστορα για να ξεφύγει από τον Ύψιστο. Ναι, η ιστορία αυτή είχε λάβει χώρα στην Αμερική. Όλα τα αλλόκοτα συνέβαιναν εκεί. Στην Ελλάδα όμως πως ήταν δυνατόν;
             Εκείνη η πλανεύτρα με τα ξανθιά μαλλιά, εκείνο το εγωιστικό πλάσμα τον είχε εκδικηθεί. Μπορεί να την είχε χαρακτηρίσει με ποικίλα επίθετα, αλλά ποτέ του δεν είχε τολμήσει να την αποκαλέσει με την πραγματική της ιδιότητα. Η Αντιγόνη ήταν μία μάγισσα που είχε βαλθεί να τον αποτρελάνει και μέχρι στιγμής τα κατάφερνε.
            Σηκώθηκε από το κρεβάτι. Με δυσκολία κινιόταν πια. Πήγε στην κουζίνα και γέμισε ένα ποτήρι με κονιάκ. Ήπιε με πάθος, σαν να ήξερε ότι το τέλος είχε ήδη γραφτεί. 
             Ένα νιαούρισμα μέσα στην ησυχία της νύχτας τον έκανε να ρίξει το γυάλινο ποτήρι στο πάτωμα. Κάποια κομμάτια από γυαλί έσκισαν τη σάρκα του αριστερού ποδιού. Η μαύρη γάτα τον κοίταξε απειλητικά κι ύστερα έφυγε. Παράλληλα, ακούστηκε το μεγάλο ρολόι που χτύπησε δεκατρείς φορές. Ναι, είχε πάει μία η ώρα κιόλας και δεν έλεγε να κοιμηθεί. Η παρουσία της γάτας μάλιστα είχε πυροδοτήσει ένα αφόρητο συναίσθημα πόνου. Ένιωθε πως τα πνευμόνια του δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν κανονικά.
        Κατευθύνθηκε προς τον καθρέφτη του κομοδίνου. Ήθελε να δει τον εαυτό του. Μέσα στο καθρέφτη αντίκρισε τη μορφή εκείνης. Κι όμως μέσα στο γυαλί έδειχνε ξανά όμορφη. Μέσα στο γυαλί έδειχνε χαρούμενη. Ήταν εκείνο το ξεχωριστό πλάσμα που είχε αγαπήσει, εκείνη η μάγισσα. Καθώς βέβαια κοίταζε τον καθρέφτη, ένα πεντάλφα ξεκίνησε να σχηματίζεται στο μέτωπό του. Ο σχηματισμός ξέσκιζε το δέρμα. Το φρέσκο αίμα έσταζε στο πάτωμα.
                «Φύγε», φώναξε και με το αριστερό του χέρι σπάζοντας το τζάμι.
          Το γυαλί έκοψε τα ρυπαρά του δάχτυλα. Ούρλιαξε όπως ποτέ άλλοτε. Μάλιστα, ζήτησε έλεος από τον Κύριο παρότι γνώριζε ότι το τέλος είχε ήδη γραφτεί.
             Η πόρτα χτύπησε. Τινάχτηκε, δεν ήθελε να την ανοίξει γιατί ήξερε ποιος ήταν. Έβαλε τον αντίχειρα του δεξιού χεριού στο στόμα και άρχισε να τον πιπιλίζει. Έκλαιγε με αναφιλητά όπως είχε κλάψει εκείνη. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι έμοιαζε με ένα νήπιο που είχε χάσει την κούκλα του. Ο Αντώνης  δεν ήταν όμως νήπιο, αλλά άνδρας.
         Η πόρτα χτύπησε ξανά, αλλά πάλι δεν άνοιξε γιατί ήξερε ποιος τον αναζητούσε. Μετά από περίπου μία ώρα μια ανώτερη δύναμη τον σήκωσε από το πάτωμα. Πάτησε τα γυαλιά, μα δεν πόνεσε. Ήθελε να σταματήσει, μα αδυνατούσε να ελέγξει το σώμα του. Ο Ανώτερος τον οδηγούσε προς το δωμάτιό του. Μια φωνή μίλησε μέσα στο κεφάλι του. Είπε κάτι ακαταλαβίστικες λέξεις που έμοιαζαν με: «ΚΛΑΣΠΤ ΑΠΤ».  Καθώς περιδιάβαινε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας ήθελε να ουρλιάξει, να ζητήσει βοήθεια, αλλά δεν μπορούσε πια…
Η ιστορία λέει ότι μετά από περίπου ένα μήνα εξαιτίας της τρομερής δυσοσμίας που έβγαινε από το διαμέρισμα αναγκάστηκε η αστυνομία να σπάσει την πόρτα και να μπει στο σπίτι. Αυτό που βρήκε άφησε έκπληκτους τους αστυνομικούς. Στην κρεβατοκάμαρα υπήρχε ένας κοκάλινος σκελετός. Στον τοίχο είχαν γραφτεί με αίμα κάτι αλλόκοτα σύμβολα. Οι αστυνομικοί που διερεύνησαν τον χώρο βρήκαν ακόμα και κάτι γιγαντιαίους αρουραίους που έδειχνε να έχουν τραφεί με τη σάρκα του κρεμασμένου. 
                Η ιστορία αυτή δεν έπρεπε να μαθευτεί. Όσοι είχαμε βρεθεί τότε στο σπίτι είχαμε ορκιστεί να μην πούμε τίποτα. Μολαταύτα, γέρασα και ένιωθα πως αν δεν κατέγραφα κάπου αυτό το περιστατικό, τότε θα αποτρελαινόμουνα τελείως. Μακάρι η καταγραφή αυτού του περιστατικού να καταφέρει να με σώσει από το τρελάδικο…

Ευχαριστώ για τη δημοσίευση το λογοτεχνικό ταξίδι :http://logotaxidi.blogspot.gr/2013/06/blog-post_18.html

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Τα ουγγρικά ψάρια

Τα ουγγρικά ψάρια







Τιμή: 13,33€
Συγγραφέας: Γιάννης Πλιώτας
ISBN: 978-960-99666-4-1






Περιγραφή: Μια μυστηριώδης υπόθεση απαγωγής.
Ένας παραγνωρισμένος ποιητής. Ένας ανένταχτος μπάρμαν. Ένας πρώην παλαιστής. Μια μικρή τραγουδίστρια. Ένας τίμιος ρέφερι. Όλοι ενώνουν τις δυνάμεις τους απέναντι στον κοινό εχθρό.

Σφηνάκια, ροκ, πιστολιές, ματ, χρεωκοπίες, χειρουργοί, Λάο Τσε, γιορτές πατάτας, οφσάιντ, σκυλιά, πίτες με γύρο, μυστικοί πράκτορες, πιράνχας, αναρχικοί, ο Ρήγας Φεραίος, οι Ελ, τα ΠΑΣ, η αγάπη, ο θάνατος.

Μερικές φορές δεν έχει σημασία πόσο δυνατά μπορείς να χτυπήσεις, αλλά πόσο δυνατά μπορεί να σε χτυπήσουν και να συνεχίσεις να προχωράς.

      Τα ουγγρικά ψάρια είναι ουσιαστικά μια ιστορία που αφηγείται την απαγωγή ενός φίλου του συγγραφέα Γιάννη Πλιώτα(στο έργο ο συγγραφέας διατηρεί το πραγματικό του όνομα), του Χάκερ και την προσπάθεια του ιδίου αλλά και των φίλων του να καταφέρουν να τον σώσουν από τα δεσμά των απαγωγέων. Αρχικά, τον Γιάννη βοηθάει ο φίλος του ο Μάγος που είναι μπάρμαν σ’ένα παρηκμασμένο ροκάδικο. Όσο όμως η προσπάθεια απελευθέρωσης του Χάκερ συνεχίζεται τόσο η παρέα μεγαλώνει. Ύστερα, θα εμφανιστούν από το πουθενά ένας παλαιστής, ένας ρέφερι και μία νεαρή τραγουδίστρια που συμβάλλουν τα μέγιστα στην εξέλιξη της ιστορίας.
      Το βιβλίο είναι άκρως διασκεδαστικό και νομίζω αρκετά ανατρεπτικό. Μέσα από μια πληθώρα αστείων και διάφορων τραγελαφικών γεγονότων που συμβαίνουν ξετυλίγεται μια πρωτότυπη ιστορία που περιλαμβάνει πολύ μπύρα, πίτες με γύρο, ποικίλα αποφθέγματα που συχνά είναι εκτός τόπου και χρόνου και κάνουν τον αναγνώστη να γελά, μαθήματα υποκριτικής, αλλά και πολλές παρτίδες σκάκι με αμφίρροπη εξέλιξη! Παράλληλα, μέσα απ’ όλα αυτά γίνονται και συχνά επικριτικές αναφορές στα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας. Σας παρουσιάζω και ένα φοβερό απόσπασμα που με έκανε να γελάω δυνατά:

“... «Και ποια είναι τα στοιχεία;» ρώτησε κάπως επιφυλακτικά ο Μάγος. «Πρώτον και κυριότερο το 1», είπα δείχνοντας με το αριστερό μου χέρι ένα ξετσαλακωμένο, άδειο κουτί ζαχαροπλαστείου.«Μη μου πεις», ψέλλισε ο Μάγος μαγεμένος.
«Ναι, είναι αυτό που φαντάζεσαι. Το κουτί όπου ήταν η τούρτα. Έκανα ταυτοποίηση παίρνοντας δείγματα με μπατονέτα από τον πάτο και γλείφοντάς τα. Πλέον ξέρουμε από πού την είχε προμηθευτεί. Θα είναι εύκολο αύριο το πρωί να πάρουμε μία ίδια. Ή δύο αν δεν τις έχουν πολύ ακριβά. Piece of cake».
«Εντάξει. Αλλά τι έχουμε σε σχέση με την υπόθεση;»
«Εδώ. Για ρίξε μια ματιά στο 12», είπα δείχνοντας με το αριστερό μου χέρι ένα άδειο πακέτο τσιγάρα. «Είναι η ίδια ακριβώς μάρκα με τα αποτσίγαρα που είχαμε συλλέξει απ’ το σπίτι του Χάκερ. Και είναι ένα εύρημα που συνδέεται άμεσα με το 13», είπα δείχνοντας ακριβώς δίπλα.«Μα δεν υπάρχει τίποτα εκεί», διαμαρτυρήθηκε ο Μάγος.«Ακριβώς. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει στάχτη; Πολλή στάχτη; Κι όμως. Δεν βρήκα καθόλου στάχτη. Ύποπτο. Πολύ ύποπτο»...

       Οπότε νομίζω πως αν θέλετε να διασκεδάσετε και να γελάσετε με την ψυχή σας είναι το καλύτερο βιβλίο που μπορεί να βρεθεί στα χέρια σας. 
Καλή σας ανάγνωση!
   
Υ.Γ. Το βιβλίο μπορείτε να το διαβάσετε και δωρεάν στον ιστοχώρο των βορειοδυτικών εκδόσεων: http://voreiodytikes.blogspot.gr/p/e-books.html

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

ο κινέζος με το μενεξεδένιο τατουάζ

ο κινέζος με το μενεξεδένιο τατουάζ
[μίνως-αθανάσιος καρυωτάκης]

Πριν από τρία χρόνια στην στοά Μοδιάνου στην πανέμορφη πόλη της Θεσσαλονίκης συνήθιζε να κυκλοφορεί ένας Κινέζος που πουλούσε διάφορα μπιχλιμπίδια ώστε να μπορέσει να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τη ζωή του. Συχνά έκοβε βόλτες γύρω από την πλατεία Αριστοτέλους στα καφενεία και στα μπαράκια για να μαζέψει κάποια χρήματα. Όταν ο κόσμος τον έδιωχνε κατέφευγε εκεί στην στοά.

Εκεί έβρισκε τους φίλους του, τον Τζακ, τον σκύλο και τον Τουίτι, το κίτρινο καναρίνι. Καθόταν στην είσοδο της στοάς και ξεκινούσε την αφήγηση των ιστοριών του. Συχνά τις ιστορίες τις έβγαζε από το μυαλό του. Ήταν ωραίες, πολύ ωραίες, έτσι έλεγαν οι φίλοι του.

Ο χρόνος πέρναγε ευχάριστα. Ξέφευγε από την σκληρή πραγματικότητα και για λίγο ταξίδευε σε κόσμους που ποτέ το ανθρώπινο μάτι δεν είχε αντικρύσει. Συχνά μάλιστα, γύρναγε στο χωριό του, λίγο πιο έξω από το Χονγκ Κονγκ. Εκεί, ήταν ήσυχα, γαλήνια και επικρατούσε ευδαιμονία και μακαριότητα συνάμα.

Συνήθως κάποιο παιδάκι του έκοβε τους αναστοχασμούς και την ονειροπόληση. Έδειχνε τα μπιχλιμπίδια που είχε μπροστά του και φώναζε: «Μαμά, θέλω ένα από εκείνα τα ανθρωπάκια που χοροπηδάνε». Τότε, εκείνος χαμογελούσε πάντοτε διάπλατα, γιατί πίστευε πως θα έβρισκε κάποια χρήματα για να φάει. Μα, η μαμά ή ο μπαμπάς πολλές φορές κοίταζαν με μίσος τον Κινέζο, γιατί είχε σκιστά μάτια, κίτρινο δέρμα και ένα ζεστό χαμόγελο. Ήταν ένας ξένος και γι’ αυτό του συμπεριφέρονταν έτσι. Τρία χρόνια είχε μείνει στην Ελλάδα και εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει γιατί οι Έλληνες τον φοβόντουσαν. Ένα κοντό, δύσμοιρο ανθρωπάκι ήταν άλλωστε. Δεν είχε ούτε μπράτσα, μα ούτε και απειλητικό ύφος.

Τα τελευταία χρόνια ήταν τα δυσκολότερα για εκείνον. Η χώρα αντιμετώπιζε μια πρωτοφανή οικονομική κρίση. Ο «τζίρος» είχε μειωθεί δραματικά. Από είκοσι ευρώ είχε γίνει πέντε. Άσε που είχαν τριπλασιαστεί οι ρατσιστικές επιθέσεις. Το πρωί δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα, γιατί όλοι τον ήξεραν στις γύρω πλατείες, αλλά και στη στοά Μοδιάνου που πέρναγε τον περισσότερο καιρό. Το βράδυ όμως φοβόταν πια γιατί τα πράγματα είχαν γίνει άγρια.

Τις προάλλες τον είχαν σταματήσει δύο γεροδεμένοι τύποι με μαύρα μπλουζάκια και τον ήλεγχαν αν ήταν Έλληνας. Τον ρώτησαν πρώτα όλη την αλφαβήτα κι ύστερα το θρήσκευμά του. Είχε πει σωστά το αλφάβητο και είχε υποστηρίξει με ζέση ότι ήταν Χριστιανός Ορθόδοξος. Οι τύποι πείστηκαν και τον άφησαν να φύγει. Βλέπετε, ο Κινέζος είχε καταφέρει να γίνει Έλληνας μέσα σε μια νύχτα.

Έτσι, πέρναγε τα βράδια, απάνταγε στις ερωτήσεις και όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν. Ώσπου μία Παρασκευή δύο τύποι με λοστάρια, τον έπιασαν κτυπώντας τον αλύπητα. Φώναζαν: «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες».

Κάποια στιγμή, βαρέθηκαν να τον δέρνουν και αποφάσισαν να τον ξεγυμνώσουν. Στην πλάτη του είδαν ένα τατουάζ δράκου που είχε. Έβαλαν τα γέλια. Ο σχιστομάτης είχε και τατουάζ! Παράλληλα με τα χαχανητά συνέχιζαν να τον χτυπάνε πια σε όλο του το σώμα.

Ο Κινέζος κρύωνε. Ήταν βράδυ. Ήταν γυμνός. Ένα λοστάρι τον βρήκε στο κεφάλι. Το κεφάλι άνοιξε στα δύο σαν καρπούζι. Το φρέσκο αίμα κάλυψε την πλάτη και το τατουάζ. Οι τύποι με τα μαύρα μπλουζάκια τον άφησαν μισοπεθαμένο στο δρόμο.

Όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες αχτίδες του ηλίου ο Κινέζος άφησε την τελευταία του πνοή. Το αίμα είχε καλύψει το τατουάζ του άνδρα. Το πηγμένο αίμα υπό την δράση των αχτίδων είχε πάρει ένα αλλόκοτο μενεξεδένιο χρώμα.

Όταν έκανε εκείνο το Σάββατο την εμφάνισή του ο ήλιος, ο Κινέζος είχε αφήσει αυτόν τον κόσμο. Είχε πάει σ’ έναν άλλον. Εκεί δεν χρειαζόταν να πουλά μπιχλιμπίδια.