Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

ο κινέζος με το μενεξεδένιο τατουάζ

ο κινέζος με το μενεξεδένιο τατουάζ
[μίνως-αθανάσιος καρυωτάκης]

Πριν από τρία χρόνια στην στοά Μοδιάνου στην πανέμορφη πόλη της Θεσσαλονίκης συνήθιζε να κυκλοφορεί ένας Κινέζος που πουλούσε διάφορα μπιχλιμπίδια ώστε να μπορέσει να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τη ζωή του. Συχνά έκοβε βόλτες γύρω από την πλατεία Αριστοτέλους στα καφενεία και στα μπαράκια για να μαζέψει κάποια χρήματα. Όταν ο κόσμος τον έδιωχνε κατέφευγε εκεί στην στοά.

Εκεί έβρισκε τους φίλους του, τον Τζακ, τον σκύλο και τον Τουίτι, το κίτρινο καναρίνι. Καθόταν στην είσοδο της στοάς και ξεκινούσε την αφήγηση των ιστοριών του. Συχνά τις ιστορίες τις έβγαζε από το μυαλό του. Ήταν ωραίες, πολύ ωραίες, έτσι έλεγαν οι φίλοι του.

Ο χρόνος πέρναγε ευχάριστα. Ξέφευγε από την σκληρή πραγματικότητα και για λίγο ταξίδευε σε κόσμους που ποτέ το ανθρώπινο μάτι δεν είχε αντικρύσει. Συχνά μάλιστα, γύρναγε στο χωριό του, λίγο πιο έξω από το Χονγκ Κονγκ. Εκεί, ήταν ήσυχα, γαλήνια και επικρατούσε ευδαιμονία και μακαριότητα συνάμα.

Συνήθως κάποιο παιδάκι του έκοβε τους αναστοχασμούς και την ονειροπόληση. Έδειχνε τα μπιχλιμπίδια που είχε μπροστά του και φώναζε: «Μαμά, θέλω ένα από εκείνα τα ανθρωπάκια που χοροπηδάνε». Τότε, εκείνος χαμογελούσε πάντοτε διάπλατα, γιατί πίστευε πως θα έβρισκε κάποια χρήματα για να φάει. Μα, η μαμά ή ο μπαμπάς πολλές φορές κοίταζαν με μίσος τον Κινέζο, γιατί είχε σκιστά μάτια, κίτρινο δέρμα και ένα ζεστό χαμόγελο. Ήταν ένας ξένος και γι’ αυτό του συμπεριφέρονταν έτσι. Τρία χρόνια είχε μείνει στην Ελλάδα και εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει γιατί οι Έλληνες τον φοβόντουσαν. Ένα κοντό, δύσμοιρο ανθρωπάκι ήταν άλλωστε. Δεν είχε ούτε μπράτσα, μα ούτε και απειλητικό ύφος.

Τα τελευταία χρόνια ήταν τα δυσκολότερα για εκείνον. Η χώρα αντιμετώπιζε μια πρωτοφανή οικονομική κρίση. Ο «τζίρος» είχε μειωθεί δραματικά. Από είκοσι ευρώ είχε γίνει πέντε. Άσε που είχαν τριπλασιαστεί οι ρατσιστικές επιθέσεις. Το πρωί δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα, γιατί όλοι τον ήξεραν στις γύρω πλατείες, αλλά και στη στοά Μοδιάνου που πέρναγε τον περισσότερο καιρό. Το βράδυ όμως φοβόταν πια γιατί τα πράγματα είχαν γίνει άγρια.

Τις προάλλες τον είχαν σταματήσει δύο γεροδεμένοι τύποι με μαύρα μπλουζάκια και τον ήλεγχαν αν ήταν Έλληνας. Τον ρώτησαν πρώτα όλη την αλφαβήτα κι ύστερα το θρήσκευμά του. Είχε πει σωστά το αλφάβητο και είχε υποστηρίξει με ζέση ότι ήταν Χριστιανός Ορθόδοξος. Οι τύποι πείστηκαν και τον άφησαν να φύγει. Βλέπετε, ο Κινέζος είχε καταφέρει να γίνει Έλληνας μέσα σε μια νύχτα.

Έτσι, πέρναγε τα βράδια, απάνταγε στις ερωτήσεις και όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν. Ώσπου μία Παρασκευή δύο τύποι με λοστάρια, τον έπιασαν κτυπώντας τον αλύπητα. Φώναζαν: «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες».

Κάποια στιγμή, βαρέθηκαν να τον δέρνουν και αποφάσισαν να τον ξεγυμνώσουν. Στην πλάτη του είδαν ένα τατουάζ δράκου που είχε. Έβαλαν τα γέλια. Ο σχιστομάτης είχε και τατουάζ! Παράλληλα με τα χαχανητά συνέχιζαν να τον χτυπάνε πια σε όλο του το σώμα.

Ο Κινέζος κρύωνε. Ήταν βράδυ. Ήταν γυμνός. Ένα λοστάρι τον βρήκε στο κεφάλι. Το κεφάλι άνοιξε στα δύο σαν καρπούζι. Το φρέσκο αίμα κάλυψε την πλάτη και το τατουάζ. Οι τύποι με τα μαύρα μπλουζάκια τον άφησαν μισοπεθαμένο στο δρόμο.

Όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες αχτίδες του ηλίου ο Κινέζος άφησε την τελευταία του πνοή. Το αίμα είχε καλύψει το τατουάζ του άνδρα. Το πηγμένο αίμα υπό την δράση των αχτίδων είχε πάρει ένα αλλόκοτο μενεξεδένιο χρώμα.

Όταν έκανε εκείνο το Σάββατο την εμφάνισή του ο ήλιος, ο Κινέζος είχε αφήσει αυτόν τον κόσμο. Είχε πάει σ’ έναν άλλον. Εκεί δεν χρειαζόταν να πουλά μπιχλιμπίδια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου