Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

«Μια Ημέρα»-βιβλιοεντύπωση



Συγγραφέας: ΝΙΚΟΛΣ ΝΤΕΪΒΙΝΤ 
Mεταφραστής: ΑΡΒΑΝΙΤΗ ΓΩΓΩ 
Κατηγορία: Λογοτεχνία - Σύγχρονη Ξένη Λογοτεχνία - Κοινωνικό 
Ημ/νία πρώτης έκδοσης: 08/2011 
Σελίδες: 592 
ISBN: 978-960-481-390-2 
Κωδικός: 35182 
Διαστάσεις: 14,1 x 20,2 εκ. 

Τιμή: €18,00

Περιγραφή: ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ BEST SELLER
Έμεινε ένα χρόνο στη λίστα με τα Best Seller του Amazon και των Sunday Times, πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα σε ολόκληρο τον κόσμο και έχει μεταφραστεί σε 36 γλώσσες.

Μπορεί κανείς να περάσει όλη του τη ζωή χωρίς να καταλάβει ότι αυτό που ψάχνει βρίσκεται μπροστά στα μάτια του.
15 Ιουλίου 1988. Η Έμμα και ο Ντέξτερ γνωρίζονται τη νύχτα της αποφοίτησής τους. Την επόμενη ημέρα ο καθένας πρέπει να πάρει το δρόμο του.
Άραγε πού θα βρίσκονται τον επόμενο χρόνο, την ίδια ημέρα; Και τον επόμενο; Θα ανακαλύψουν ότι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλο;

«Ευφυέστατο. Ένα μυθιστόρημα για το σπαρακτικό κενό ανάμεσα σε αυτό που ήμασταν και σε αυτό που έχουμε γίνει. Η πιο όμορφη και παράξενη ιστορία αγάπης… Κάθε αναγνώστης θα αγαπήσει αυτό το βιβλίο, και κάθε συγγραφέας θα ευχηθεί να το είχε γράψει».
Tony Parsons, συγγραφέας του Best Seller Man and Boy.

Το «Μια Ημέρα» είναι η ιστορία δύο ανθρώπων που παρότι αγαπιούνται από τη νύχτα της αποφοίτησής τους και ερωτεύονται περνάν από χίλια κύματα μέχρι να κοινοποιήσουν τα συναισθήματά τους ο ένας στον άλλον. Ως αποτέλεσμα να διατηρούν καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής τους φιλικές σχέσεις, αλλά οι επιλογές συντρόφων να αποδεικνύονται λανθασμένες. Για περίπου είκοσι χρόνια θα αλλάξουν δουλειές, συντρόφους, ιδέες και αντιλήψεις μέχρι να συνειδητοποιήσουν ότι η ευτυχία που αναζητούσαν με ζέση βρίσκεται τελικά μπροστά στα μάτια τους. Ωστόσο, ακόμα και όταν τη βρούνε θα συμβεί κάτι αναπάντεχο.

Παρότι δεν διαβάζω συχνά τέτοιου είδους μυθιστορήματα, έχω να δηλώσω ότι η ιστορία της Έμμα και του Ντέξτερ είναι ιδιαίτερα καλογραμμένη και δικαιολογεί απόλυτα την εντυπωσιακή πορεία του βιβλίου. Ο Νίκολς γνωστός για τα σενάρια που υπογράφει δείχνει ότι είναι ένας ικανότατος συγγραφέας παρουσιάζοντας μια εξαιρετική ιστορία για την αγάπη, τις ανθρώπινες σχέσεις, τον έρωτα και τη μοναξιά.

Κλείνοντας, θα ήθελα να πω ότι είχα την τιμή να γνωρίσω τον συγγραφέα από κοντά στην 10η ΔΕΒΘ που έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη. Μου έκανε εντύπωση ότι ήταν πολύ φιλικός και προσεγγίσιμος.

Αν θέλετε να δείτε τις ερωτήσεις-απαντήσεις που έδωσε κατά τη διάρκεια του press conference στην έκθεση βιβλίου μπορείτε να μπείτε εδώ:


Καλή σας ανάγνωση!

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Το τέρας τη σελήνης-βιβλιοεντύπωση

Συγγραφέας:
ΒΑΝ BOΓKT, Α. Ε.
Μεταφραστής:
Μιλίλη Λένα
Κατηγορία:
Επιστημονική φαντασία
ISBN:
978-960-517-246-6
Σελίδες:
160

Εκδόσεις:        Λυχνάρι
Τιμή:                4,49€

Περιγραφή: Ο Τζιμ Πεντρέικ, πρώην πιλότος της Αμερικανικής Αεροπορίας και με ακρωτηριασμένο το δεξί του χέρι βρίσκει σε μια λοφοπλαγιά μια περίεργη μηχανή. Δε μοιάζει με καμιά γνωστή συσκευή και έχει ένα μόνο ισχυρό πεδίο ενέργειας κι ακόμη το σπουδαιότερο, η μηχανή αυτή, φαίνεται να έχει μια ανεξήγητη και τρομαχτική δύναμη καθώς το ακρωτηριασμένο χέρι του Πεντρέικ αναπτύσσεται και πάλι, επουλώνοντας την πληγή. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζουν οι απίστευτες, εξωφρενικές περιπέτειες του Πεντρέικ που θα τον οδηγήσουν στη σελήνη, αλλά και στην έρημο όπου υποχρεώνεται να τα βάλει με τις ένοπλες δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών και με τον αδίστακτο για εξουσία Πρόεδρό τους.


Όπως αναφέρει και η παραπάνω περιγραφή, ουσιαστικά όλα ξεκινάνε όταν ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου Τζιμ Πεντρέικ βρίσκει μια αλλόκοτη μηχανή παρατημένη σε μια λοφοπλαγιά κοντά στο σπίτι του. Ο Τζιμ προσπαθεί να ανακαλύψει πως λειτουργεί η μηχανή και σε ποιόν ανήκει. Ένα ατύχημα θα του φανερώσει τη πανίσχυρη δύναμη της, καθώς εκείνη θα του επουλώσει το ακρωτηριασμένο χέρι. Ωστόσο, κάποια μυστική οργάνωση θα του κλέψει τη μηχανή και τότε θα εμπλακεί σ’ένα ανεξέλεγκτο ανθρωποκυνηγητό. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, αλλά και η μυστική οργάνωση θα προσπαθήσουν να τον αιχμαλωτίσουν για να εκμεταλλευτούν τα μεταλλαγμένα του κύτταρα που μπορούν με τη μετάγγιση αίματος να προσφέρουν δύναμη, νεανικότητα και κατά κάποιον τρόπο αιώνια ζωή. Παράλληλα, θα οδηγηθεί στη σελήνη όπου θα έρθει αντιμέτωπος με μια ανθρώπινη παροικία που την διοικεί ένας μισός άνθρωπος και μισός νεαντερνταριανός με φοβερές δυνάμεις που εισακούει στο όνομα Μεγάλος Ατζαμής.
Κοντολογίς, το βιβλίο είναι μια γνωστή Αμερικανιά με έντονη δράση, παράξενη πλοκή (που πολλές φορές σε μπερδεύει τόσο ώστε δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται), συνομωσίες, παράξενες εφευρέσεις και ονειρικές μάχες. Πάραυτα, νομίζω πως έχει αρκετά προσιτή τιμή και είναι ιδανικό για να περάσετε με ευχάριστο τρόπο τη μέρα σας, ενώ θα ξαπλώνετε στην ξαπλώστρα σας.

Καλή σας ανάγνωση!

Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Η πολιορκία του απόρθητου κάστρου στις απάτητες οροσειρές που πατούν στον ουρανό


Συγγραφέας: Πλιώτας Γιάννης

Ξύπνησα ιδρωμένος και ζαλισμένος σε ένα άθλιο μπορντέλο, που είχε στηθεί κάτω από μια μεγάλη τέντα χωρισμένη με παραπετάσματα. Ήμουν με το κεφάλι στα χέρια, ζαλισμένος ολοφάνερα απ’ το περιεχόμενο μιας άδειας κανάτας μπροστά μου. Δίπλα στον πάγκο καθόταν ένας μυστηριώδης τύπος που έμοιαζε με βεδουίνος, τυλιγμένος παρά την αφόρητη ζέστη σε χοντρές, μάλλινες κελεμπίες και κουκούλες. Από τη στάση του σώματός του υπέθεσα ότι γνωριζόμασταν. Με κοίταζε επίμονα.
   Αφού βεβαιώθηκε ότι είχα ανοίξει τα μάτια μου, ο άγνωστος συστήθηκε μεγαλοπρεπώς ως Αμπού Μούσα Γκιμπίρ Ιμπν Χαγιάν Αλ Αζντί, γεννημένος πριν από δεκαεφτά βροχές στο Ερίμ Κασμίρ, μια πρώην περσική επαρχία. Ο βεδουίνος ήταν η μοναδική σπορά ενός σπουδαίου ζωροάστρη αστρολόγου και μάγος-αλχημιστής ο ίδιος. Εκείνα τα χρόνια δεν ήξερα ακριβώς τι είναι ένας αλχημιστής, αλλά κατένευσα παίρνοντας το σοβαρό μου ύφος. 
   Ο βυθός της μνήμης μέσα μου είχε αναταραχτεί βίαια, ήμουν σε πλήρη σύγχυση. Δεν ξέρω αν έφταιγε το κρασί, αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ παρά ελάχιστα πράγματα, ούτε ακόμα και σε ποια πόλη είχα ξυπνήσει.
   Προσπαθώντας να διερευνήσω τις προθέσεις του Πέρση με το μακροσκελές όνομα, του έπιασα κουβέντα. Συστήθηκα ως βετεράνος σπαχής του στρατού των Σελτζούκων, που η ανδρεία μου στη μάχη του Γκιρμούζ είχε ανταμειφθεί από τον ίδιο τον Αλπ Αρσλάν με έναν κλήρο γης κοντά στη λίμνη Βαν. Ήμουν καλός ψεύτης, τουλάχιστον έτσι πίστευα. Του ζήτησα, αν είχε την καλοσύνη, να επαναλάβει το όνομά του.
   Ο Πέρσης γέλασε, μου εξήγησε ότι μπορώ να τον προσφωνώ απλώς «δάσκαλο Γκιμπίρ» και φώναξε να μας φέρουν ακόμα μια κανάτα κρασί, δίχως να το πολυνερώσουν. Χωρίς να με ρωτήσει - και προς απογοήτευσή μου - έδιωξε με μια κοφτή χειρονομία τρεις παλλακίδες που μας πλησίασαν λικνιζόμενες, και άρχισε να μου αφηγείται ζωηρά την ιστορία της ζωής του. Ενώ μιλούσαμε - δηλαδή αυτός έπιασε ένα μονόλογο που οι λέξεις έπεφταν σα χάντρες κομπολογιού - διαπίστωσα ότι η αφήγηση μου ήταν ανεξήγητα οικεία.
   Υποκρινόμενος ότι ακούω αφοσιωμένος και πίνοντας απ’ το ξιδιασμένο κρασί, μελέτησα τη φυσιογνωμία του Πέρση. Είχα την εντύπωση ότι τα χαρακτηριστικά του Γκιμπίρ καθώς και η χροιά της φωνής του αμυδρά κάτι μου θύμιζαν, αλλά ο τρομερός πονοκέφαλος δε με βοηθούσε να συγκεντρωθώ. Όταν του το ανέφερα, χωρίς περιστροφές τράβηξε την κουκούλα του για να μην έχουν χώρο να κρυφτούν οι σκιές και μου αποκάλυψε ένα πρόσωπο αναπάντεχα οικείο. Ήμουν εγώ!
   Τινάχτηκα όρθιος απ’ την έκπληξή μου, παραπάτησα κι έπεσα στο έδαφος, παρασέρνοντας κανάτες και κούπες. Δεν ήταν δυνατόν! Εγώ; Ο Πέρσης, ήμουν εγώ;
   Ήταν σαν να είχα γεράσει ακόμα περισσότερο, να είχαν αραιώσει τα μαλλιά στο κεφάλι μου και να είχα φυτέψει ένα αραιό γένι στο πηγούνι μου. Το πρόσωπό μου σκαμμένο από αυλάκια, αλλά τα μάτια μου παρέμεναν το ίδιο ζωντανά, γυάλιζαν ερευνώντας το χώρο, βεβαιώνονταν ότι το άτσαλο πέσιμό μου δεν είχε τραβήξει παραπανήσια προσοχή απ’ τους υπόλοιπους μεθυσμένους πελάτες.
   Ο δάσκαλος Γκιμπίρ χαμογέλασε συγκαταβατικά και άπλωσε το χέρι του για να με βοηθήσει να σηκωθώ. Με ήξερε καλά, λοιπόν, δε συναντηθήκαμε τυχαία. Όταν του είπα ότι δεν είχε εκπλαγεί ιδιαίτερα που αμφότεροι ήμασταν… εγώ, αρκέστηκε να κουνήσει το κεφάλι του και μέσα απ’ τα πάλλευκα δόντια του να μου υποδείξει ότι δεν γνώριζα ακόμα ούτε το ένα εκατοστό από τα μυστικά του κόσμου. Η λέξη «μυστικά» αγκίστρωσε την προσοχή μου. Συμφώνησα και ξανακάθισα δίπλα του ψύχραιμος. Αν μας κοίταζε κάποιος από μακριά, θα νόμιζε ότι μιλούσαμε για την παρατεταμένη αβροχιά που είχε πέσει στη χώρα.
   Ο Γκιμπίρ συνέχισε λέγοντας ότι δεν ήταν από πάντα έτσι η μορφή του. Κάποτε, πριν χρόνια αμέτρητα - πάνε αιώνες με διαβεβαίωσε - επέστρεφε από μια εκστρατεία. Ενώ έσερνε τα πόδια του στην άμμο, σκόνταψε σε ένα ξύλινο κουτί και από μέσα βγήκε βαριεστημένο ένα τζίνι.
   Σε εκείνο το σημείο τον κοίταξα έκδηλα δύσπιστα, αλλά εκείνος δεν πτοήθηκε.
   Σύμφωνα με τα λεγόμενά του και σύμφωνα με τα λεγόμενα του τζίνι, ο Γκιμπίρ είχε να πραγματοποιήσει τρεις ευχές. Σε εκείνο το σημείο αναλογίστηκα την πιθανότητα να τον χλευάσω, αλλά συγκρατήθηκα. Ας έβλεπα πού το πήγαινε…
   Η πρώτη του ευχή ήταν να αποκτήσει την απόλυτη γνώση, κάτι που οφείλω να ομολογήσω ήταν αρκετά έξυπνο. Συνήθως όλοι οι άσχετοι ζητάνε να έχουν όποια γυναίκα επιθυμούν, κάτι που οδηγεί με γεωμετρική ακρίβεια και με εντελώς απρόβλεπτο τρόπο στην καταστροφή.
   Ο Γκιμπίρ συνέχισε, κάνοντας μια σεμνή επίδειξη των γνώσεών του. Από το λόγο του πέρασαν ο προφήτης Μωάμεθ, πολλά βιβλία, η ατελείωτη βορειοδυτική ομίχλη, ο σιμούν, το χαλασμένο χαλάζι από χαλαζία και άλλα, πιο παράξενα: καθρέφτες, πρίσματα, ακατανόητα όργανα που εγκλώβιζαν το φως, κάτι που ονομαζόταν υδροχλωρικό οξύ, ελιξίρια που εξαπατούν τις αισθήσεις, φίδια που μεταφέρουν δίχτυα αράχνης, καθώς και το μέγιστο επίτευγμά του: το «aqua regia», του οποίου τη χρήση παραλείπω ώστε να μη σχηματίσετε την εντύπωση ότι ήταν ολοκληρωτικά μυθομανής. Ο Γκιμπίρ ακούραστος επέμεινε να μου εξηγήσει μια μέθοδο με την οποία η πέτρα κονιορτοποιείται σε άτμητα, επαναλάμβανε μ’ εμμονή τον αριθμό δεκαεφτά και μου ανέλυσε μια θεωρία για το ότι οι Έλληνες εφεύραν πρώτοι τα τζίνι.
   Αν δεν ήμουν πεπεισμένος ότι σίγουρα δε βρισκόμουν μέσα σε κάποιο πολύπλοκο όνειρο μέσα σε όνειρο, μάλλον θα είχα απηυδήσει με τις αερολογίες και θα τον είχα διώξει, αλλά τώρα ετοίμαζα ερωτήσεις ώστε να μάθω περισσότερα για το εξωφρενικό παραμύθι του.
   Σε μια στιγμή που έκανε μια μικρή παύση για να πιει λίγο κρασί, πετάχτηκα: «Ναι, εντάξει όλα αυτά. Αλλά ποια ήταν η δεύτερη ευχή που ζήτησες; Εκτός αν δεν την έχεις ζητήσει ακόμ…» 
   Αναπάντεχα, χωρίς ν’ ακούσω τίποτα και χωρίς να νιώσω τίποτα, στη μέση της κουβέντας τον έχασα από τα μάτια μου, ακαριαία εξαϋλώθηκε! 
   Σηκώθηκα αναστατωμένος και κοίταξα γύρω μου τους υπόλοιπους θαμώνες για να δω αν είχαν εκπλαγεί ή έστω παρατηρήσει την εξαφάνισή του. Τίποτα. Το χασίς και τα τσαλίμια των γυναικών είχαν κλείσει τα μάτια όλων. Κούνησα το κεφάλι μου επιτιμητικά. 
   Τότε είδα στην είσοδο της τέντας μια ομάδα οπλισμένων ανδρών που μόλις είχαν μπει και έλεγχαν το χώρο. Έδειχναν εκνευρισμένοι. Στους θώρακές τους ξεχώριζαν τα εμβλήματα του Αλπ Αρσλάν. Με κοίταξαν καλά καλά. Έκανα πως δεν τους βλέπω. Ευτυχώς, έφυγαν. 
   Τις επόμενες μέρες, αναρωτιόμουν αν εκείνη η συνάντηση στο χαμαιτυπείο θα μπορούσε να είναι κάποιου είδους περίπλοκη παραβολή, που είχε εφεύρει το συνειδητό μου για να με κάνει να απαρνηθώ μια και καλή το μεθύσι. Ρώτησα δεξιά κι αριστερά στην πόλη αν ήξεραν κανέναν Δάσκαλο Γκιμπίρ ή αν είχαν ξαναδεί την αφεντιά μου, όμως εισέπραξα μόνο αρνητικές απαντήσεις και καχύποπτες αντερωτήσεις. 
   Το χειρότερο ήταν ότι δε θυμόμουν ούτε ποιος ήμουν, ούτε τι δουλειά έκανα, ούτε ποια ήταν η πατρίδα μου. 
   Δεν έμεινα πολύ καιρό σ’ εκείνο το άθλιο, σκονισμένο μέρος. Προσευχήθηκα και νήστεψα για τρεις μέρες και νύχτες, έτσι, επειδή το τρία είναι μαγικός αριθμός. Τεχνηέντως στις προσευχές μου απέφευγα να γίνω συγκεκριμένος, μιας και δε θυμόμουν σε ποιον ακριβώς Θεό πίστευα. 
   Το τέταρτο ξημέρωμα έκλεψα ένα τοπάζι, το αντάλλαξα με μιάμιση καμήλα, την οποία αντάλλαξα με ένα σκύμνο που δάγκωνε, το σκύμνο τον πούλησα για ένα χαλί απ’ την Καθάι, το χαλί το έδωσα για δύο δηλητηριώδη μαύρα μάμπα, που τα αντάλλαξα με προμήθειες, ένα μικροκαμωμένο άτι και ένα ανίκητο φυλαχτό. Εξαντλημένος, πέρασα τις πύλες της πόλης και ξανοίχτηκα στον ωκεανό από άμμο. 
 
 
   Και ήταν πάλι όταν σκεφτόμουν όλα αυτά καβάλα στο άτι, στο σύνορο ανάμεσα σε δύο ερήμους, όταν ο υποτιθέμενος αλχημιστής Γκιμπίρ με τα λευκά δόντια και τις κελεμπίες εμφανίστηκε και πάλι ξαφνικά μπροστά μου, ξεφυτρώνοντας μέσα απ’ τις θίνες. Η αλήθεια είναι ότι τρόμαξα σαν την άλλη φορά, γιατί δεν είναι λίγο να πετιέται μπροστά σου ο εαυτός σου. 
   Μου ζήτησε συγγνώμη για την προ ημερών ξαφνική φυγή μου, αλλά δικαιολογήθηκε ότι ήταν μια προφύλαξη για δικό μας καλό. Χαμογελαστός, πρότεινε να μείνω να ξεκουραστώ δίπλα μου, μιας και η σελήνη είχε ήδη ανατείλει. Αν μοιραζόμουν το νερό μου μαζί μου, θα ξόδευε τη νύχτα για να μου αφηγηθεί τη συνέχεια της ιστορίας μου. 
   Σήκωσα τους ώμους και κάθισα δίπλα μου. Μπορεί να μάθαινα και κάτι για τον εαυτό μου. 
 
 
   Με την πρώτη του ευχή πραγματοποιημένη, ο μάγος-αλχημιστής επέστρεψε ενθουσιασμένος και με ανανεωμένες ιδέες για εφευρέσεις στο εργαστήριό του στο Ερίμ Κασμίρ. Είχε λείψει για δύο βροχές - ένα αρκετά σοβαρό διάστημα. Στο μυαλό του περνούσαν κάθε είδους εφευρέσεις και μαγγανείες.
   Μια μέρα που βγήκε στην αγορά ν’ αγοράσει μαντζούνια και φολίδες κροκόδειλου για ένα πολύ δύσκολο πείραμα, είδε τα μάτια μιας βεζιροπούλας να τον κοιτάζουν κρυμμένα πίσω από ένα καφασωτό. Ήταν τα πιο όμορφα μάτια της Ανατολής, του κόσμου όλου. 
   Ξεχνώντας πειράματα κι ιδέες, ο μάγος έτρεξε ν’ αγοράσει πλούσια δώρα και πήγε να βρει τον πατέρα της να τη ζητήσει σε γάμο γιατί αν περνούσε έστω και μία ώρα ακόμα μακριά απ’ τα μάτια της θα μαράζωνε. Δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει τη δεύτερη ευχή του τζίνι για να κάνει τη βεζιροπούλα δικιά του, γιατί πίστευε ότι η αγάπη είναι ισχυρότερη απ’ τη μαγεία. 
   Παρουσιάστηκε με διαπιστευτήρια και περγαμηνές στο βεζίρη, άπλωσε μάτια τίγρης και τόπια μετάξι μπροστά του και του φίλησε σταυρωτά τα πόδια, τρεις φορές. Παρουσίασε μια συσκευή που πετούσε σαν έντομο, κατάπιε ένα κατάπλασμα που καταπράυνε την πείνα και κόμπασε πως είχε μια φοβερή εφεύρεση που επιτρέπει στους ανθρώπους να περνάνε μέσα από τοίχους. Όμως ο βεζίρης τον έδιωξε· φοβόταν να δώσει την κόρη του σε μάγο. 
   Ο Γκιμπίρ ξέθαψε απ’ το υπόγειο του εργαστηρίου του μια αρχαία ελαιογραφία που έδειχνε μια κοπέλα, της οποίας τα αμυγδαλωτά μάτια έμοιαζαν από καθαρή σύμπτωση με της βεζιροπούλας. Την κρέμασε απέναντι απ’ το γραφείο του και έπεσε σε μελαγχολία. 
   Τρεις μόνο μήνες μετά και ενώ ο μάγος αναστέναζε ολημερίς κι ολονυχτίς, η βεζιροπούλα κλέφτηκε μ’ έναν πανέμορφο ορεσίβιο πρίγκιπα, που είχε το κάστρο του στις απάτητες οροσειρές, των οποίων οι κορυφές πατούν τον ουρανό. Η πόλη σε γενικές γραμμές αδιαφόρησε για τη φυγή της κακομαθημένης βεζιροπούλας και ο πατέρας της έπνιξε τον καημό του σε σερμπέτια. Αλλά ο σαγηνευμένος μάγος μη έχοντας τι άλλο να κάνει, αποφάσισε να συγκεντρώσει πολεμιστές και να κηρύξει πόλεμο στο ορεινό βασίλειο του διαφθορέα, εκμαυλιστή και πιθανώς διακορευτή. 
   Μετερχόμενος παρακάλια και απειλές, μοιράζοντας ανυπόστατες υποσχέσεις, πραγματοποιώντας επιδείξεις ξορκιών και προσευχόμενος δεκαεφτά φορές τη μέρα, κατόρθωσε να φτιάξει έναν σχεδόν στρατό, όχι μόνο από πελταστές, σφενδονιστές, ιππότες κι ιπποκόμους, αλλά και από πένητες, τρελούς, ρουφιάνους, παρανόμους. 
   Ενώ είχαν συγκεντρωθεί στους πρόποδες των απάτητων οροσειρών (των οποίων οι κορυφές πατούν τον ουρανό), ξεκίνησε μια καταρρακτώδης βροχή, η οποία σύντομα έλαβε διαστάσεις καταιγίδας και αμέσως μετά μετατράπηκε σε θεομηνία, πριν καταλήξει σε κατακλυσμό. Προφανώς ήταν αδύνατο να ξεκινήσουν την ανάβαση υπό αυτές τις απάνθρωπες συνθήκες.
   Άπαντες στο στράτευμα στράφηκαν στο μάγο για τη λύση, μα η περίσταση ήταν δεινή. Αν ήταν πριν τρεις μήνες, ο μάγος-αλχημιστής Γκιμπίρ θα μπορούσε να κάνει ένα ξόρκι αλλαγής καιρού και να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Αλλά μέχρι να ξεκινήσει η εκστρατεία, είχε εξαντλήσει όλες τις σκόνες και τις συνταγές του για να εντυπωσιάσει πιθανούς κι απίθανους συμμάχους. 
   Έτσι κατέφυγε στην αρχαιότερη μέθοδο των πιο αρχαίων μάγων: την υπό συνθήκες εξαπάτηση. Με στόμφο προφήτεψε ότι η τρέχουσα θεομηνία οφειλόταν στη μήνι των Θεών (όπερ έδει δείξαι) για τις αμαρτίες που ο στρατός κουβαλούσε, και προκειμένου να παύσει, οι άνθρωποι όφειλαν να προβούν σε θυσίες. Τι θυσίες; Δεν είχε σημασία. Η λίστα θα μπορούσε να επιμηκύνεται ατελείωτα, όσο δε στέρευε η φαντασία του. 
   Την πρώτη εβδομάδα ο ετερόκλητος στρατός πρόθυμα θυσίασε κατσίκια, πρόβατα, κριάρια, ζυγούρια, τράγους, αγελάδες, βόδια και ταύρους. Ορισμένοι φανατικοί δε λυπήθηκαν ούτε τα μελίσσια, ούτε τα ωδικά πτηνά. Μολοταύτα τα αποτελέσματα των θυσιών κρίθηκαν αμφιλεγόμενα ακόμα κι απ’ τους πιο αισιόδοξα εθελότυφλους. 
   Τη δεύτερη εβδομάδα ο μάγος έβαλε να σφάξουν αρουραίους, κόκορες, κουνέλια, σκίουρους, σκαντζόχοιρους, γάτες και φίδια, πράξεις που μάλλον ήταν προς την εσφαλμένη κατεύθυνση γιατί η βροχή δυνάμωσε, έτσι ώστε να μην μπορείς να δεις ή να ακούσεις άνθρωπο στα πέντε βήματα. 
   Την τρίτη εβδομάδα η αιματοχυσία περιορίστηκε μιας και ο μάγος ζήτησε να κάψουν ξύλα (άθλος, μιας και δεν υπήρχε στεγνή ούτε σκλήθρα), να λιώσουν πέτρες, να στείψουν βράχους και να σκάψουν τελετουργικά αυλάκια στη γη. Οι ουρανοί άκαμπτοι, ασυγκίνητοι. 
   Ο ανερμάτιστος Γκιμπίρ τα είχε βρει σκούρα και το στράτευμα κινδύνευε να διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη. Τότε σαν από μηχανής Θεός, κατέφτασε ένας πολεμιστής να παρέχει χείρα βοηθείας. Ήταν ψηλός σαν κέδρος, δυνατός σα σιμούν και ξακουστός σ’ όλες ανεξαιρέτως τις χώρες της Ανατολής για την αντρειοσύνη του. Ήταν ο ήρωας Αλ-Αχλίες που καυχιόταν ότι η θετή μητέρα του ήταν θεά της θάλασσας κ.λπ, κ.λπ. 
   Το γιατί ο ημίθεος διάλεξε να βοηθήσει το μάγο, κανείς δε σκέφτηκε να ρωτήσει. Ο Αλ-Αχλίες στάθηκε αντίκρυ με το βουνό, βροντοφώναξε, έσεισε το δόρυ του και κοπάνησε τα στήθια του. Τότε - σύμφωνα πάντα με το μύθο - η θετή μητέρα του τον εισάκουσε και μεσολάβησε στο θεό της βροχής για να κλείσουν οι καταπακτές των ουρανών. 
   Έτσι ο στρατός ξεκίνησε την ανάβαση με ανανεωμένες προσδοκίες και σίγουρος για τη νικηφόρα έκβαση της πολιορκίας. Δεν ήταν μόνο ότι θα επέστρεφε η πανέμορφη βεζιροπούλα στο νόμιμο κάτοχό της, αλλά και ότι ο καθένας θα έπαιρνε μερίδιο από τα πλούσια λάφυρα. 
   Μα οι άγγελοι κι οι δαίμονες του πολέμου διαφορετικά σχέδια έχουν και καθότι τρέφονται με θάνατο, δύσκολα αφήνουν μια σύρραξη να σβήσει. Πότε παίρνοντας το μέρος του ενός και πότε του άλλου, κατάφεραν ο πόλεμος να διαρκέσει δεκαεφτά ολάκερα χρόνια. Μπροστά από τα τείχη της απόρθητης πόλης πολλοί νιοι πέθαναν και αυτοί που μείνανε στο τέλος ήταν τόσοι λίγοι, που δεν προλάβαιναν να θάψουν τους νεκρούς και τους άφηναν να σαπίζουν στις χαράδρες. Η στρατιά του μάγου είχε λιανέψει τόσο, που το να συνεχίσουν τον πόλεμο άγγιζε το παράλογο. Όρθιοι είχαν απομείνει μόνο ο μάγος, ο Αλ-Αχλίες που σπάνια ξεμύτιζε απ’ τη σκηνή του για να σκοτώσει εχθρούς, καμιά ντουζίνα βεδουίνοι, μια χούφτα αλαζόνες αμαζόνες, ένας πέρσης ευγενής δισέγγονος κάποιου Χοσρόη και δύο αγχωμένοι λόχοι χαζάρων λογχιστών. Επίσης σε αυτά τα δεκαεφτά χρόνια ο μάγος είχε λησμονήσει τα μάτια, τη φωνή, ακόμα και το όνομα της αγαπημένης του. Για την κατάσταση των πολιορκημένων λίγα ήξεραν μιας και δεν έβλεπαν μέσα απ’ τα τείχη. 
   Για να συντηρούνται θα ’τρωγαν βράχια και θα ’πιναν σύννεφα. Σίγουρα κι εκείνοι οι δύσμοιροι είχαν τραγικές απώλειες, αλλά τουλάχιστον είχαν μαζί τις γυναίκες τους. Μέσα σε τόσα χρόνια προλάβαιναν να γεννήσουν και να ανδρώσουν νέες φουρνιές υπερασπιστών. 
   Τότε, πριν την ταπεινωτική υποχώρηση η κάθαρσις ήρθε απρόσμενα, μ’ ένα τέχνασμα που σκαρφίστηκε - ποιος άλλος; - ο πολυμήχανος Αλ-Αχλίες. Οι συμπολεμιστές του είχαν να τον αντικρίσουν περίπου δύο χρόνια και μάλλον είχαν ξεχάσει την ύπαρξή του. Απορημένοι ένα πρωινό είδαν τον ημίθεο να βγαίνει ημίγυμνος απ’ τη σκηνή του κρατώντας αντί για όπλα, ένα ξύλινο κουτί. Το ίδιο ξύλινο κουτί απ’ όπου είχε βγει το τζίνι κάποτε, αλλά στο μεταξύ του μάγου κάπου του είχε παραπέσει. 
   Ο Αλ-Αχλίες δεν ήταν και στην καλύτερη πνευματική κατάσταση και αγνοώντας τις επίμονες αιτιάσεις του Γκιμπίρ, κατευθύνθηκε προς τα τείχη. Έφτασε μπροστά στην κεντρική πύλη. Εχθροί πολλοί είχαν μαζευτεί στις επάλξεις, αλλά κανείς δε διανοήθηκε να επιτεθεί στον άοπλο και απροστάτευτο ήρωα. Ο Αλ-Αχλίες απίθωσε το κουτί ακριβώς μπροστά στην πύλη. Μετά έκβαλε κραυγή για να τον ακούσουν: «Έχετε διωρία να παραδοθείτε μέχρι να δύσει ο ήλιος. Δε θα πειραχθούν οι ζωές και οι περιουσίες σας. Θα πάρουμε τη βεζιροπούλα και δεκαεφτά χιλιάδες χρυσά νομίσματα ως αποζημίωση για το χρόνο που ξοδέψαμε. Αν επιλέξετε να μη συμμορφωθείτε, τότε θα ανοίξω το κουτί». 
   Το τέχνασμα ήταν πανίσχυρο. Πολύ πριν εκπνεύσει η διωρία, οι πύλες άνοιξαν διάπλατα και οι πολιορκημένοι έντρομοι παραδόθηκαν. Ο φόβος τους είχε κόψει τα πόδια, κανείς δεν είχε το κουράγιο να περιμένει το άνοιγμα του ξύλινου κουτιού. Παρέδωσαν το ακριβές ποσό μαζί με ένα κέρινο ομοίωμα και μια ελαιογραφία της βεζιροπούλας, μιας και η ίδια είχε σκοτωθεί από βολή καταπέλτη την πρώτη πρώτη μέρα της πολιορκίας. 
   Καθώς ο στρατός επέστρεφε στο Ερίμ Κασμίρ, ο μάγος κρατώντας περιχαρής την ελαιογραφία ρώτησε τον Αλ-Αχλίες τι μέρος του θησαυρού ήθελε. Ο ήρωας σήκωσε τους ώμους: 
   «Δεν ξέρω. Φλουριά δε ζητάω. Τι να τα κάμω; Θέλω ίσως μια τρύπα να χωθώ, να εξαφανιστώ απ’ την ηλιθιότητα του κόσμου. Κάπου ήσυχα, χωρίς πόλεμο. Μόνος, με παρέα σκορπιούς, φοίνικες και σκοτάδι». 
   Ο μάγος έγνεψε. Και μετά ξαναρώτησε: 
   «Θα μου πεις γιατί δε φορούσες πανοπλία όταν πήγες κάτω απ’ τα τείχη τους; Δεν φοβήθηκες ότι θα σε σκοτώσουν;» Ο Αλ-Αχλίες σταμάτησε και κοίταξε απορημένος το μάγο: 
   «Μα φορούσα πανοπλία. Απλώς ήταν αόρατη». 
   Ο Γκιμπίρ κάτι ετοιμάστηκε να του πει, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή σκόνταψε σε κάτι και έπεσε με τα μούτρα στην άμμο. Παραδόξως, ήταν και πάλι το ξύλινο κουτί, απ’ όπου βγήκε ευθύς το τζίνι και ρώτησε τον Γκιμπίρ ποια ήταν η πρώτη του ευχή. 
   Ο Γκιμπίρ μπερδεμένος, είπε ότι ήθελε να αποκτήσει την απόλυτη γνώση και επέστρεψε αποκαρδιωμένος στο Ερίμ Κασμίρ. 
 
 
   Όταν η αφήγηση έφτασε στο τέλος, είχε αρχίσει να ξημερώνει. Η φωνή του Γκιμπίρ ήταν ξεθωριασμένη, βραχνή. Δεν έτρεφε πια πολύ ενδιαφέρον για τη γνωστή Γη. Για λίγο αμίλητοι ατενίσαμε το φως που ξεπρόβαλλε στην ανατολή, ακούσαμε το περπάτημα των σαμιαμιθιών και μου διηγήθηκε φανταστικές, μελλούμενες ιστορίες για έναν άλλο κόσμο, πέρα από θάλασσες και κάτω από διαφορετικούς ουρανούς. Ομολογώ ότι δεν τον πίστεψα, αλλά ήθελα κάτι τελευταίο να τον ρωτήσω:
   «Και ποια ήταν η δεύτερη ευχή;» 
   Ο Πέρσης με κοίταξε στα μάτια. 
   «Να είμαι εσύ». 
   Για λίγο μείναμε εκεί ακίνητοι, στη μέση της ερήμου. Ήταν αστείο αυτό που συνέβαινε, μάλλον. Αν και ήξερα ήδη την απάντηση, αναστενάζοντας ξαναρώτησα: 
   «Και ποια ήταν η τρίτη ευχή;» 
   «Να έχω όποια γυναίκα επιθυμώ».

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Ανακοίνωση σχετικά με τη "Βάρδο Νέξ"



Καλησπέρα φίλοι,

Εδώ και καιρό παρατηρείτε ότι δεν γράφω καμία σελίδα σχετικά με τη «Βάρδο Νέξ». Ο λόγος είναι ότι θέλω η ιστορία της βάρδου να ξανακοιταχθεί εξονυχιστικά και μετά από προσεχτική δουλειά να κυκλοφορήσει σ’ένα βιβλίο, το οποίο θα υπάρχει τόσο σε έντυπη μορφή, αλλά και σε δωρεάν ηλεκτρονική μορφή ώστε να μπορέσουν όλοι να διαβάσουν το έπος της Νέξ. Το ξέρω ότι δεν μπόρεσα να ανταποκριθώ στην αρχική μου δέσμευση, δηλαδή να δημοσιεύεται κάθε μέρα μια νέα σελίδα, αλλά ζητώ την κατανόησή σας. Αν όλα πάνε καλά το βιβλίο θα βρίσκεται στα χέρια σας του χρόνου τον Χειμώνα.


Καλό σας καλοκαίρι και μείνετε συντονισμένοι στο μπλόγκ γιατί αναμένεται να υπάρξουν νέες εκπλήξεις!!! J

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Ο ταύρος που έκλαψε

Κι ήταν η μέρα που ένας ταύρος έκλαψε και ικέτεψε για τη ζωή του... 

 Οι εργαζόμενοι σ' ένα σφαγείο του Χονγκ Κονγκ, έμειναν έκπληκτοι όταν είδαν έναν ταύρο να γονατίζει ξαφνικά και να κλαίει πριν τον πάρουν μέσα στο σφαγείο! Ο Σίου, ένας από τους εργάτες, είπε πως τον είδε να τρέμει και σοκαρίστηκε όταν παρατήρησε τα δακρυσμένα του μάτια. Συνέχισαν την προσπάθειά τους να τον τραβήξουν στο εσωτερικό του σφαγείου, αλλά απέτυχαν. Ο ταύρος, συνεχίζοντας το κλάμα, δεν υποχωρούσε...

Οι εργαζόμενοι, συγκινημένοι, αποφάσισαν να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα χρήματα για να αγοράσουν τον ταύρο, και να τον δώσουν σε μοναχούς που θα τον φροντίζουν στην υπόλοιπη ζωή του...

Όταν τον πλησίασαν με σκοπό να τον ελευθερώσουν, το πλάσμα σηκώθηκε καθώς το πλησίαζαν, και τους ακολούθησε...


Δεν το πιστεύετε;

Ε, δείτε τον:


Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Ο Βιβλιοθηκάριος


Ο Βιβλιοθηκάριος

Άνοιξε το πορτατίφ, πατώντας εκείνο το ξύλινο κουμπί που φάνταζε πια τόσο παλαιικό. Ο Βιβλιοθηκάριος δούλευε στην Παγκόσμια Μαγική Βιβλιοθήκη περίπου χίλια χρόνια. Δεν έκανε τίποτα σπουδαίο σε καθημερινή βάση, απλά τοποθετούσε τα βιβλία στη σωστή θέση εφόσον οι μαγικές πένες είχαν καταγράψει στις σελίδες των βιβλίων τα γεγονότα που λάμβαναν χώρα εκείνη τη στιγμή. Κοντολογίς, οι μαγικές πένες κατέγραφαν κυρίως την ιστορία της κάθε χώρας.
Στην Π.Μ.Β. υπήρχαν βιβλία για όλα τα κράτη, για όλα τα έθνη και για κάθε άτομο ξεχωριστά. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια παρατηρούταν μία στασιμότητα στην καταγραφή της ιστορίας. Ορισμένα βιβλία είχαν να μεταφερθούν χρόνια στα ειδικά διαμορφωμένα γραφεία. Πολλοί λαοί φοβόντουσαν την απότομη αλλαγή στη ζωή τους. Τουλάχιστον αυτό είχαν φανερώσει τα περίπου χίλια χρόνια ζωής που είχε αφιερώσει σ’ αυτό το επάγγελμα.
Τώρα, καθόταν μπροστά από το γραφειάκι του και μελετούσε διάφορους τόμους που είχαν πάμπολλα χρόνια να ανοιχθούν και να καταγραφούν. Αν είχαν περάσει παραπάνω από δεκαπέντε χρόνια, τότε οι πληροφορίες περνιόντουσαν σε μια βάση δεδομένων κι ύστερα τα βιβλία καταστρέφονταν.
Αφού συμβουλεύθηκε τη λίστα του, συνειδητοποίησε ότι ένας τόμος με το όνομα «Ελλάδα» είχε ξεπεράσει το χρονικό περιθώριο και επομένως έπρεπε να γίνει η προαναφερόμενη διαδικασία. Ο γεράκος με τη μακριά λευκή γενειάδα και το ημίψηλο καπέλο σηκώθηκε νωχελικά από την ξύλινη καρέκλα του και κατευθύνθηκε προς τον διάδρομο δεκατρία για να βρει το συγκεκριμένο τόμο.
Ύστερα από κάποια ώρα έφερε τη σκάλα και ξεκίνησε να ανεβαίνει με δυσκολία. Βλέπετε, τα χρόνια είχαν περάσει και σε λίγο καιρό θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη δουλειά του. Έπρεπε επιτέλους να πάρει σύνταξη και να ξεκουραστεί.
Ξάφνου, λίγο πριν αγγίξει με τα γεμάτα ρόζους χέρια του τις κιτρινισμένες σελίδες, το βιβλίο ξεκίνησε να πετάει προς το τεσσαρακοστό πέμπτο μαγικό γραφείο. Η πένα βουτήχτηκε αστραπιαία στη μελάνη και ξεκίνησε να γράφει πιο γρήγορα από ποτέ. Οι σελίδες άλλαζαν ταχύτατα, ενώ η πένα συνέχιζε να γράφει ακατάπαυστα.
Ο γεράκος προς στιγμήν νόμιζε ότι είχε γίνει κάποιο λάθος. Ίσως τα χρόνια απραξίας να είχαν οδηγήσει στην καταστροφή του βιβλίου. Έπρεπε να κατέβει και να ελέγξει την κατάσταση.
Έφτασε γρήγορα στο γραφείο. Έσκυψε πάνω στις σελίδες και διάβασε με τεράστια κεφαλαία γράμματα : «ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2013». Είχαν καταγραφεί πρωτοφανή συμβάντα, όπως πτώσεις κυβερνήσεων, κλείσιμο σχολείων και νοσοκομείων, καταστροφή της κοινωνικής συνοχής, δημιουργία ορυχείων, ψυχική καταρράκωση των πολιτών, αλλά συνάμα και έντονες αντιδράσεις, πρωτοφανείς κινητοποιήσεις κ.ο.κ. Όχι, η μαγεία δεν είχε «χαλάσει». Όλα λειτουργούσαν στην εντέλεια.
Ο βιβλιοθηκάριος στράφηκε στο γραφειάκι του, κάθισε στην καρέκλα του και έσβησε από τη λίστα το βιβλίο με τον τίτλο «Ελλάδα». Παράλληλα, κάτω από τα γένια του  σχηματίστηκε ένα χαμόγελο. Ήταν η πρώτη φορά ύστερα από πάμπολλα χρόνια που καταγραφόταν σημαντική ιστορία σ’ εκείνη τη χώρα, και ο πολύπειρος άνδρας γνώριζε ότι συνέβαιναν γεγονότα υψίστης σημασίας που θα ήταν σίγουρα τραγικά, αναπάντεχα, θα συντάραζαν συθέμελα τις κοινωνικές δομές, αλλά συγχρόνως θα ήταν ωραία κατά κάποιον τρόπο και ελπιδοφόρα, γιατί ίσως να έβγαζαν τους πολίτες από το αδιέξοδο και την κατάθλιψη. Επομένως, εκείνο το καλοκαίρι του 2013 αναμενόταν να είναι μια περίοδος σημαντικότατη για το έθνος. Με άλλα λόγια, θα ήταν όντως ένα καλό καλοκαίρι…

Ψέματα και Αλήθειες για την 10η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

Ψέματα και Αλήθειες για την 10η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

Στις 19 Μαΐου η 10η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (ΔΕΒΘ) έριξε τους τίτλους τέλους της για φέτος.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της απαισιοδοξίας, της μιζέριας και της κατήφειας που υπάρχει  διάχυτο στην ελληνική κοινωνία διοργανώθηκε για δέκατη συνεχόμενη χρονιά η Έκθεση στην οποία συμμετείχαν περίπου 220 εκδοτικοί οίκοι απ’ όλη τη χώρα, αλλά υπήρχαν και «περίπτερα» από διάφορες χώρες του κόσμου, όπως η Αργεντινή, η Αίγυπτος, η Γερμανία κ.τ.λ. Αξίζει να σημειωθεί ότι φέτος τιμώμενη χώρα ήταν η Μεγάλη Βρετανία και υπήρχε ιδιαίτερο αφιέρωμα για τον Κ.Π. Καβάφη.
Πολλά γράφτηκαν και πολλά ακούστηκαν για τη φετινή διοργάνωση. Ένα κυρίαρχο επιχείρημα για τη φαινομενικά αποτυχημένη διοργάνωση ήταν το γεγονός ότι δεν ήρθε κανένα μεγάλο, διεθνές, συγγραφικό όνομα, ώστε να τη στηρίξει και να την αναδείξει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται και το τραγικότερο λάθος που λαμβάνει χώρα σχεδόν κάθε φορά σ’ αυτή την ηλιόλουστη χώρα. Πάντοτε προσπαθούμε να υποβαθμίσουμε μια προσπάθεια και εν τέλει να κρίνουμε χωρίς να βουτήξουμε πρώτα τη γλώσσα μας στο μυαλό μας. Το παραπάνω επιχείρημα που προβάλλεται είναι εντελώς λάθος, για τον απλό λόγο ότι φέτος είχαμε τεράστια ονόματα στην ΔΕΒΘ, αν αναλογιστούμε τόσο το μέγεθος της χώρας μας, αλλά και βεβαίως το αναγνωστικό κοινό της, που βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις των χωρών της Ευρώπης. Ο Βρετανός συγγραφέας και σεναριογράφος Ντέβιντ Νίκολς, του οποίου το βιβλίο του «Μια Ημέρα» έχει πουλήσει παραπάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 36 γλώσσες και έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο με επιτυχία, δεν νομίζω πως δεν είναι μια αξιοσέβαστη παρουσία στον χώρο του βιβλίου. Εκτός αυτού, ήταν εξαιρετικά προσεγγίσιμος, χαμογελαστός, συμπαθής και μαζί με τις διάφορες εκδηλώσεις που συμμετείχε έδωσε στο κοινό τη δυνατότητα να τον γνωρίσει καλύτερα.
Πέρα όμως του Ντέβιντ Νίκολς στη ΔΕΒΘ βρέθηκε και μία ακόμα σημαντική συγγραφέας, η Νικόλ Κράους. Κι αυτή έχει μια διόλου ευκαταφρόνητη συγγραφική καριέρα. Έχει αποσπάσει αρκετά σημαντικά διεθνή βραβεία και τα βιβλία της έχουν πουλήσει  πάμπολλα αντίτυπα. Παράλληλα, στους εκθεσιακούς χώρους εμφανίστηκαν και άλλοι σημαντικοί Έλληνες συγγραφείς.
Ένα ακόμα επιχείρημα κατά της διοργάνωσης φέτος είναι ότι η ΔΕΒΘ δεν έχει ποτέ έναν συγκεκριμένο θεματικό άξονα και οι εκδηλώσεις της δεν σχετίζονται τόσο με την επικαιρότητα. Φέτος, πραγματικά αυτό το ιδεατό επιχείρημα αδυνατώ να το καταλάβω. Ο Κ.Π. Καβάφης και οι εκδηλώσεις που σχετίζονταν μ’ αυτόν δεν ήταν επίκαιρες; Τέλος, μια άλλη «χαζομάρα» που λέγεται κατά κόρον είναι ότι είναι μια εμπορική-καταναλωτική διοργάνωση. Όταν συμμετέχουν περίπου 220 εκδοτικοί οίκοι, υπάρχει μεγάλη γκάμα βιβλίων και κάποιοι μάλιστα είχαν εξαιρετικά προσιτές τιμές, άρα πώς γίνεται να είναι αμιγώς εμπορικό γεγονός από τη στιγμή που γνωρίζουμε όλοι ότι το βιβλίο δεν είναι μονάχα εμπόρευμα αλλά κυρίως πολιτισμός;
Κλείνοντας, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι η φετινή ΔΕΒΘ δεν ήταν ο πιο επιτυχημένος θεσμός στην Ελλάδα, καθώς υπάρχουν αρκετά πράγματα που θα πρέπει να βελτιωθούν. Ωστόσο, είναι φοβερά υποκριτικό σε μια χώρα όπου σχεδόν κανείς δεν διαβάζει και αντιμετωπίζουμε το βιβλίο σαν την ασχολία των ψευτοκουλτουτιάριδων να έχουμε διαρκώς ασυμβίβαστες με την πραγματικότητα απαιτήσεις. Η ΔΕΒΘ -που ίσως να μην γίνει και ποτέ ξανά λόγω του κλεισίματος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου- μπορεί να μην είναι ό, τι καλύτερο, αλλά είναι μια σημαντική για τη χώρα εκδήλωση που βοηθάει το κοινό να έρθει σε επαφή με τη λογοτεχνία και να πάρει μερικές ανάσες πολιτισμού.

O David Nicholls στη Θεσσαλονίκη

O David Nicholls στη Θεσσαλονίκη

Την Παρασκευή 17 Μαΐου στις έξι η ώρα, το περιοδικό εΜΜΕίς βρέθηκε στη 10η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου και συγκεκριμένα στην αίθουσα Δημήτρη Χατζή, όπου και παρακολούθησε τη συνέντευξη του γνωστού συγγραφέα David Nicholls.
Σας παραθέτουμε τις σημαντικότερες ερωτήσεις-απαντήσεις:
Θα ήθελα να σας ρωτήσω αν εσείς αισθάνεστε πιο κοντά στον χαρακτήρα της Έμμα, αν δηλαδή της έχετε δώσει στοιχεία του χαρακτήρα σας. Νομίζω κιόλας πως έχετε βάλει τις δικές σας σπουδές;
Όπως όλοι οι συγγραφείς που γράφουν νουβέλες προσπαθώ να αρνηθώ τον εμπλουτισμό με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ξέρετε, ποτέ δεν έχω γράψει ένα βιβλίο για τον εαυτό μου, αλλά αν ψάξω να βρω μία εκδοχή του εαυτού μου που να με πλησιάζει αρκετά, αυτή είναι της Έμμα Μόρλεϋ στο «Μια Ημέρα». Έχουμε τα ίδια γούστα, το ίδιο υπόβαθρο, είμαστε κατά κάποιον τρόπο από την ίδια περιοχή και στην αρχή του βιβλίου έχει και αυτή συγγραφικές εμπνεύσεις αλλά δεν έχει αυτοπεποίθηση. Δυστυχώς, στην αρχή και εγώ δεν είχα αυτοπεποίθηση. Θα ξεκινήσει να εργάζεται σ’ ένα απαίσιο μεξικάνικο εστιατόριο, για μένα ήταν γαλλικό, θα ζήσει σ’ ένα επίσης απαίσιο διαμέρισμα στο Βόρειο Λονδίνο, εγώ ζούσα σε ένα ίδιο διαμέρισμα στο Νότιο Λονδίνο. Επίσης, πολλά από τα άγχη που έχει είναι κοινά και βεβαίως, όπως εκείνη στο βιβλίο, έκανα και εγώ το τρομερό λάθος να ασχοληθώ με την υποκριτική. Δεν είχα καμία ικανότητα σαν ηθοποιός, ήμουν πραγματικά κακός και ξόδεψα πάμπολλα χρόνια στην υποκριτική. Κοντολογίς, αυτά που μοιράζομαι με την Έμμα είναι ότι αγαπάω τη λογοτεχνία, ότι είχα φιλοδοξίες να γράψω αλλά καθόλου αυτοπεποίθηση και νομίζω πως όταν γράφεις και βάζεις αυτοβιογραφικά στοιχεία σ’ έναν χαρακτήρα σου, η εκδοχή σου είναι πολύ καλύτερη. Στην περίπτωση της Έμμα, έχει περισσότερες αρχές, είναι πιο αστεία, πιο αυθόρμητη και γενικότερα έχει αρκετά στοιχεία του εαυτού μου. Όσο για τον Ντέξτερ, εγώ δεν ευχαριστιόμουν τη διαβίωση μου στο Λονδίνο στη δεκαετία του ενενήντα. Καθόμουν στο σπίτι και διάβαζα χοντρά βιβλία.  Έτσι, νομίζω πως ο Ντέξτερ μοιάζει περισσότερο με τους παλιούς μου φίλους. Μολαταύτα, υπάρχουν και ορισμένα πράγματα που δεν μπορώ να τα υιοθετήσω όταν γράφω. Δηλαδή, δεν θα μπορούσα ποτέ να γράψω ένα βιβλίο που να είναι σε πρώτο πρόσωπο και να το αφηγείται γυναίκα. Εδώ υπάρχει βέβαια και ένα λάθος που κατά τη γνώμη μου κάνουν πολλοί συγγραφείς όταν γράφουν κωμωδία και δραματική κωμωδία, και αυτό είναι ότι μεγαλοποιούν τις διαφορές μεταξύ γυναικών και ανδρών. Ξέρετε, να κάνουν τους άντρες να αντιπαθούν σφόδρα τη δέσμευση, την ιδέα του γάμου και τις γυναίκες που ενδιαφέρονται μονάχα για τα παπούτσια και για τα ψώνια. Κανένας από τους φίλους μου δεν είναι έτσι και πιστεύω πως αυτό που προβάλλεται είναι απλά ένα στερεότυπο και το «Μια Ημέρα» ήταν μια συνειδητή προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας γυναικείος χαρακτήρας  που δεν θα βασίζεται σ’ αυτά τα στερεότυπα.
Είναι προφανές αυτό που ισχυρίζεστε, ότι δηλαδή έχετε βάλει στοιχεία του χαρακτήρα σας και σε άλλους χαρακτήρες του βιβλίου, γιατί και ο Ίαν είναι ένας κακός κωμωδός…
Ναι, όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο αγαπούσα πραγματικά τη βρετανική κωμωδία και στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα ήταν η ιδανική εποχή γι’ αυτήν. Μεγάλωσα σε μια εποχή που υπήρχαν μεγάλοι σταντ απ κωμωδοί και έτσι ήθελα και εγώ όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο να γίνω ένας. Αν και θα ήθελα να είμαι σαν χαρακτήρας πιο κοντά στην Έμμα, δυστυχώς, μοιάζω περισσότερο με τον Ίαν, γιατί ήμουν ένας άνθρωπος χωρίς ελπίδες και πραγματικά κακός στο stand up comedy. Προσπάθησα να γίνω κωμικός, συμμετείχα σε ένα διπλό νούμερο, αλλά τελικά ο φίλος μου ήταν ο αστείος και όχι εγώ. Ευτυχώς, αυτές τις φιλοδοξίες τις παράτησα.
Τώρα, θα ήθελα να περάσουμε στο θέμα της τηλεόρασης. Στο βιβλίο σας μιλάτε για τη λεγόμενη trash Tv… και επομένως θα ήθελα να ρωτήσω πώς έγινε αυτή η μετάβαση; Ήταν απλά η αθώα αντιγραφή ενός Αμερικάνικου εμπορικού μοντέλου;
Στη Βρετανία ήταν ένα κομμάτι της κληρονομιάς της κα Θάτσερ. Είναι αδύνατον να πω πως δεν με επηρέασε το BBC σαν παιδί, που ήταν και η υπέρτατη φιλοδοξία μου, να δουλέψω κάποια στιγμή εκεί. Ήταν μέρος της παράδοσης, αλλά κατά κάποιον τρόπο υπέροχο, η ψυχαγωγική κουλτούρα που προσέφερε, αλλά βέβαια χρωστάω μεγάλο μέρος της μόρφωσής μου και στο σχολείο μου. Ένα άλλο μέρος της κληρονομιάς της κα Θάτσερ είναι ότι εισήγαγε στη Βρετανία την ελεύθερη αγορά και η τηλεόραση δεν έχει πια την υποχρέωση να μορφώνει, να ψυχαγωγεί και να ενημερώνει που ήταν και οι τρεις πυλώνες του BBC. Έτσι, η τηλεόραση έγινε ένα πολύ συναρπαστικό μέσο, χωρίς να λέω βέβαια ότι όλες οι εκπομπές ήταν σκουπίδια. Δεν θέλω, λοιπόν, να πω αν είναι καλός ή όχι ο κρατικός έλεγχος της τηλεόρασης. Ξαφνικά, όμως, στη Βρετανία στη δεκαετία του ‘90 η τηλεόραση έχασε κάποιο από τον μορφωτικό της χαρακτήρα. Έχω δουλέψει τόσο στο BBC που είναι κρατικό κανάλι όσο και σε ιδιωτικά, αλλά δεν είχε τόσο μεγάλη διαφορά… Δουλεύοντας για την τηλεόραση στη δεκαετία του 90, ήμουν έκπληκτος από το πόσο ανόμοια ήταν τα πράγματα από τότε που ήμουν παιδί.
…πιστεύετε ότι θα έπρεπε να υπάρχουν κάποιες παρεμβάσεις στην τηλεόραση, όπως όταν, για παράδειγμα, εξευτελίζονται άνθρωποι όπως περιγράφετε και στο μυθιστόρημά σας;
Είμαι πολύ επιφυλακτικός σε κάθε μορφή λογοκρισίας. Αν έχουμε κάποια υποχρέωση, αυτή είναι να κλείσουμε την τηλεόραση. Προσωπικά, δεν βλέπω τέτοιου είδους προγράμματα… και νιώθω ότι έχουμε την υποχρέωση να μην συμμετέχουμε σε όλο αυτό, να μην συνεισφέρουμε. Η μεγαλύτερη δύναμη που έχεις είναι που ξοδεύεις τα χρήματά σου…
Κάποια βιβλία σας έχουν γυριστεί σε ταινίες. Επομένως, θα ήθελα να ρωτήσω κατά πόσο το αποτέλεσμα στο τέλος της ταινίας ταιριάζει με αυτό που εσείς είχατε στο μυαλό σας όταν ολοκληρώνατε το βιβλίο;
Όταν γράφω ένα βιβλίο, το σκέφτομαι σαν νουβέλα, αλλά είναι αλήθεια ότι το σκέφτομαι και με ηθοποιούς να το ενσαρκώνουν. Όταν έγραφα το «Μια Ημέρα» φανταζόμουνα τον Ίαν να παίζεται ακριβώς από τον  ίδιο ηθοποιό  που τελικά τον ενσάρκωσε στην ταινία. Αυτό είναι ένα παράξενο παράδειγμα που δείχνει ότι αυτή η μεταφορά έγινε ακριβώς όπως ήθελες. Δεν είναι όμως αυτή η ουσία. Όταν γράφω ένα βιβλίο, είναι σαν να παίζετε παράλληλα μέσα στο κεφάλι μου. Μερικές φορές το αποτέλεσμα θα είναι ιδανικό, δηλαδή όπως το φανταζόσουν και άλλες πάλι όχι. Στο παρελθόν είχα εμπλακεί σ’ αυτή τη διαδικασία, αλλά τώρα πια πιστεύω πως δεν είναι το καλύτερο να το μετατρέψεις όπως το είχες στο κεφάλι σου, γιατί πολύ απλά δεν γίνεται. Επομένως, είναι αυτό που προανέφερα, μερικές φορές η μεταφορά είναι ακόμα καλύτερη από αυτό που σκεφτόμουν, άλλες απλά καλή και άλλες κακή.
Θα ήθελα να σας ρωτήσω για το τέλος του βιβλίου. Μετά το πέρασμα τόσων προβλημάτων μεταξύ της Έμμα και του Ντέξτερ, γιατί επιλέξατε αυτό το τέλος;
Επειδή μπορεί κάποια άτομα να μην έχουν διαβάσει το βιβλίο -και ξέρετε ότι δεν είναι ωραίο να φτάνεις απευθείας στο τέλος- θα απαντήσω χωρίς να αναφέρω πολλά για το τέλος. Θα πω, λοιπόν, ότι όλα τα βιβλία που έχω γράψει βασίζονται πάνω σε ένα πολύ προσεγμένο χειρόγραφο-πλάνο και το τέλος στο «Μια Ημέρα» είναι ουσιαστικά και η αρχή του βιβλίου. Ήξερα πάντοτε τι θα γίνει στους χαρακτήρες. Ήξερα πάντα ποια θα είναι η τελική σκηνή και  ουσιαστικά δεν άλλαξε η ιστορία του βιβλίου. Κάποιοι μπορεί να θεωρούν ότι το τέλος είναι αποτέλεσμα της παρορμητικότητάς μου, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι η ιστορία ήταν από την αρχή έτσι.
Ποια προτερήματα πιστεύετε ότι θα πρέπει να έχει ένας σύγχρονος συγγραφέας; Και σε ποια σχέση έχουν φτάσει τα δύο φύλα στην Αγγλία σήμερα;
Πιστεύω ότι ζούμε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα περίοδο όσον αφορά στον κόσμο της συγγραφής. Πάντα διάβαζα σε καθημερινή βάση και τώρα το βρίσκω όλο και πιο δύσκολο να διαβάζω καθημερινά, γιατί διαρκώς χτυπάει το τηλέφωνό μου. Είναι δύσκολο πια να υπάρχει αυτή η συγκέντρωση ώστε να καταφέρεις να μπεις σ ’αυτό που ονομάζουμε συγγραφικό κόσμο. Είναι δύσκολο, λοιπόν, να βρούμε αυτό τον χρόνο για να ασχοληθούμε με τη συγγραφή. Ειδικότερα, για εμένα, προτού ξεκινήσω να γράφω και να διαβάζω, έπρεπε να το υπενθυμίσω στον εαυτό μου τριάντα λεπτά νωρίτερα, ώστε να μην κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή. Έτσι, πιστεύω ότι οι συγγραφείς έχουν την υποχρέωση να παραμείνουν πολύ παθιασμένοι για τη συγγραφή και το βιβλίο, γι’ αυτό με θεωρώ προνομιούχο που βρίσκομαι εδώ και βλέπω ότι όλος αυτός ο κόσμος ενδιαφέρεται, αλλά και που βλέπω τόσα πολλά βιβλιοπωλεία στη Θεσσαλονίκη. Μ’ αυτόν τον τρόπο κολλάς στο βιβλίο και παραμένεις ενθουσιασμένος. Για εμένα, άλλωστε, η λογοτεχνία είναι η καλύτερη εμπειρία που βιώνει κάποιος μέσω της τέχνης. Τώρα, όσον αφορά στο δεύτερο ερώτημα, δεν είμαι και πολύ σίγουρος. Όταν ξεκίνησα να γράφω το «Μια Ημέρα», ήμουν σε μια σχέση, δεν ήμουν οικογενειάρχης, τώρα όμως έχω δύο παιδιά και είναι μεγάλη μου ευχαρίστηση που δεν χρειάζεται πια να βγαίνω ραντεβού! Είμαι ανακουφισμένος που δεν χρειάζεται να βγαίνω με άτομα που τα ξέρω ελάχιστα και να προσπαθώ να τα εντυπωσιάσω. Είμαι πολύ επιφυλακτικός, όμως, ώστε να κάνω μια γενίκευση όσον αφορά στις σχέσεις των δύο φύλων σήμερα. Βρίσκομαι πολύ μακριά πια από αυτόν τον κόσμο, οπότε φοβάμαι πως δεν μπορώ να σας απαντήσω με σαφήνεια. Για τους συγγραφείς της κωμωδίας και των σχέσεων πάντα θα υπάρχουν εμπόδια στις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων, γιατί δίνονται έτσι τα εφόδια που χρειάζονται για να γράψουν μια ρομαντική ιστορία.
Η ερώτηση του ΕΜΜΕίς:
Γιατί γράφετε; Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος σκοπός; Κάποια συγκεκριμένη φιλοδοξία;
Όπως και η Έμμα στη νουβέλα, ξόδεψα πολύ χρόνο στα 20 μου με το να κάνω πράγματα που δεν μπορούσα ή που ήμουν απίστευτα κακός στο να τα κάνω. Όταν επιτέλους βρήκα την αυτοπεποίθηση να δώσω κάτι που είχα γράψει, ένα μέρος του εαυτού μου ικανοποιήθηκε  και ένιωσα σαν να βρήκα αυτό που έψαχνα. Έτσι, νιώθω πολύ παθιασμένος, υπερήφανος, ενθουσιασμένος, αλλά και προνομιούχος που γράφω για να ζω. Μου είναι, βέβαια, πολύ δύσκολο να βρω την πειθαρχία ώστε να γράφω καθημερινά. Επίσης, ένα άλλο συναίσθημα που με παρακινεί, είναι ο φόβος να προλάβω τις προθεσμίες, ο φόβος του να μην μπορέσω να γράψω ξανά και μέσω αυτού να εξασφαλίζω τα προς το ζην. Έχω, λοιπόν, και πολλά αρνητικά κίνητρα, αλλά τα κυριότερα είναι το πάθος για το συγγραφικό κόσμο και τη λογοτεχνία. Για εμένα το να είσαι συγγραφέας είναι η καλύτερη δουλειά στον κόσμο και είμαι πάρα πολύ ευγνώμων που είμαι συγγραφέας.
Θα ήθελα να πείτε κάποιες καλές συμβουλές σε όσους νέους θέλουν να ασχοληθούν με τη συγγραφή; 
Η μία είναι αυτή που είπα πιο πριν, να διαβάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο και να διαβάζουν βιβλία από όλο τον κόσμο και διαφορετικά είδη. Κανείς δεν γράφει καλά βιβλία όταν είναι απομονωμένος. Δεν είναι, βέβαια, μόνο τα βιβλία, είναι και οι υπέροχες και διαχρονικές ταινίες. Η δεύτερη συμβουλή, είναι να μείνετε μακριά από το διαδίκτυο, ώστε να είστε συγκεντρωμένοι όταν γράφετε.
Μετά το τέλος της εκδήλωσης ο συγγραφέας βρέθηκε στο στάντ των εκδόσεων Ιανός για να υπογράψει την ελληνική έκδοση του βιβλίου και στο στάντ των εκδόσεων Κωνσταντινίδης για την υπογραφή των αντιτύπων στην Αγγλική.
Βιογραφικό
Ο Ντέιβιντ Νίκολς σπούδασε υποκριτική πριν τελικά αποφασίσει να γίνει συγγραφέας. Έχει γράψει σενάρια για πολλές τηλεοπτικές σειρές του BBC όπως το Cold Feet, Rescue Me, I Saw You, και ήταν υποψήφιος για τα βραβεία της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και Τηλεόρασης (BAFTA). Το πρώτο του μυθιστόρημα  «Starter For Ten» γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία, ενώ έγραψε και το σενάριο για την ομώνυμη ταινία. Το «Μια Ημέρα» είναι το τρίτο του μυθιστόρημα. Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε τον ιστότοπο του συγγραφέα:http://www.davidnichollswriter.com/

Ταξίδι στο Νησί των Πυροτεχνημάτων!

Ταξίδι στο Νησί των Πυροτεχνημάτων!

Ήταν βράδυ όταν επικοινώνησα με το συνάδελφο και δαιμόνιο δημοσιογράφο Πίκο Απίκο. Βλέπετε, ήθελα τη βοήθειά του για να φτάσω στο Νησί των Πυροτεχνημάτων και να συνομιλήσω με τον  εξερευνητή, εφευρέτη, ταχυδακτυλουργό και ζογκλέρ μελάτων αυγών Ευγένιο Τριβιζά. Ο Πίκος υποσχέθηκε να με βοηθήσει εφόσον θα βρισκόμουν την επόμενη μέρα το πρωί στην άκρως απόρρητη τοποθεσία όπου είχε προσεδαφίσει το πολύχρωμο αερόστατό του.
Έτσι, το επόμενο πρωινό ανεβήκαμε στο αερόστατο και αφού περάσαμε τη Φρουτοπία, το Κουνουπακιστάν, το Πιπερού, τη Χώρα των Χαμένων Χαρταετών, το Γαλαξία των Λέξεων και την Πολιτεία με όλα τα Χρώματα εκτός από το Ροζ, φτάσαμε στο Νησί των Πυροτεχνημάτων. Ο δαιμόνιος δημοσιογράφος με ρώτησε αν είχα ντυθεί ευπρεπώς, όπως μου είχε πει, ώστε να κάνω καλή εντύπωση και να εκμαιεύσω όσο το δυνατόν περισσότερες «καυτές» ειδήσεις.
Έγνεψα καταφατικά και διάβηκα το κατώφλι του σπιτιού. Ο κύριος Τριβιζάς καθόταν σε μια μπεζ πολυθρόνα και δίπλα του στέκονταν ο παπαγάλος του η Σύνθια, ο άσπρος ελέφαντας Πουκιπόν, ο Παντελής ο ιπποπόταμος, η Λιλή η λεοπάρδαλη και βεβαίως, ο Οράτιος το αόρατο πράσινο καγκουρό!
«Καλησπέρα σας, ήρθα για τη συνέντευξη», είπα χαμογελώντας.
«Θα θέλατε να πιείτε κάτι προτού ξεκινήσουμε;»
Αρνήθηκα ευγενικά και ο κος Ευγένιος είπε ενθουσιασμένα, «Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν!»
Άνοιξα το τεφτέρι με τις ερωτήσεις μου και ξεκίνησε η συνέντευξη:
Τι σημαίνει για εσάς το βιβλίο;
Συντροφιά, παρηγοριά, σπηλιά θησαυρών και γαλέρα ονείρων. Άλλοτε φωτιά που αναλώνει, άλλοτε κόλαση που προκαλεί  άλλοτε ζέφυρος που  αναζωογονεί και  άλλοτε ανεμοστρόβιλος που παρασύρει. Αντικείμενο πόθου που προσφέρει όχι μόνο  διανοητικές αλλά και  αισθησιακές  απολαύσεις. Η αφή  της υφής  του χαρτιού και  οι φερομόνες  της οσμής το μελανιού είναι μέρος της σαγηνευτικής του έλξης. Αν όμως δεν είναι άξιο του ονόματος τους, τότε μιλάμε για αδικοχαμένο χαρτί και σπαταλημένο μελάνι.
Ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο και γιατί;
Το καθένα είναι ξεχωριστό και τόσα πολλά τα αγαπημένα που θα χρειαζόταν ένα ακόμα βιβλίο για να χωρέσει τους τίτλους τους.
Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε σχεδόν αποκλειστικά με την παιδική λογοτεχνία;
Επειδή τα πρώτα μας αναγνώσματα μάς αγγίζουν βαθύτερα, μας επηρεάζουν δραστικότερα, μας διαμορφώνουν και μας συνοδεύουν πολλές φορές σε όλη μας τη ζωή.
Γιατί γράφετε;
Η ευδαιμονία της δημιουργίας είναι το κυρίαρχο κίνητρο.
Ποια είναι η γνώμη σας για τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής;
Φαντάζομαι ότι προσφέρουν κάτι αντίστοιχο με ένα ωδείο. Τα ωδεία μπορεί να κατευθύνουν, να υποστηρίξουν, να εμπνεύσουν, να διδάξουν τεχνικές και να καλλιεργήσουν μια έφεση όχι όμως και να διανείμουν φωνές σοπράνο.
Πιστεύετε ότι η οικονομική κρίση αποτελεί τροχοπέδη για την ελληνική λογοτεχνία;
Η  κρίση μπορεί να πλήξει την εμπορική διακίνηση της λογοτεχνίας όχι όμως τη λογοτεχνία καθ’ εαυτή.  Όταν ο Ντίκενς αναγκαζόταν να δανείζεται  χρήματα από τη γιαγιά της συζύγου του για να αγοράζει παπούτσια, όταν ο Stephen King υποχρεωνόταν να αφήσει το σχολείο και να δουλεύει δέκα ώρες την ημέρα κολλώντας ετικέτες σε κουτιά με βαφές παπουτσιών επειδή ο πατέρας του  είχε φυλακιστεί για χρέη, όταν ο Όργουελ δεν είχε χρήματα για να συνεχίσει να  σπουδάζει, όταν η Rowling, ανύπαντρη μητέρα, αναγκαζόταν να καταφεύγει σε καφενεία για να γράφει επειδή δεν είχε χρήματα για να θερμαίνει το δωμάτιό της και όταν  – μια ακραία περίπτωση- ο συνθέτης  Olivier Messiaen συνέθετε αριστουργήματα όντας κρατούμενος σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως,  καταλαβαίνει κανείς ότι κρίσεις και οικονομικές δυσκολίες ποτέ δεν αποτέλεσαν τροχοπέδη στη λογοτεχνική ή όποια άλλη πνευματική παραγωγή.  Η ανάγκη για δημιουργική έκφραση είναι δυνατότερη από κάθε στέρηση και κάθε οικονομική δυσκολία, είναι μια δίψα του ανθρώπινου πνεύματος, η δίψα που μας κάνει ανθρώπους.
Γιατί πιστεύετε ότι δεν υπάρχει μεγάλο αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα;
Πιστεύω ότι φταίνε μεταξύ άλλων και τα σχολικά βιβλία. Μία έρευνα για τη θέση την οποία κατέχει το λογοτεχνικό βιβλίο στη ζωή των μαθητών, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι από τη σκοπιά των μαθητών η ανάγνωση σχολικών βιβλίων «σκοτώνει» γενικώς το διάβασμα. Φαίνεται ότι τα σχολικά βιβλία ταλανίζουν τόσο πολύ τα παιδιά ώστε αισθάνονται στην υπόλοιπη ζωή τους  απέχθεια για οποιοδήποτε έντυπο (με την εξαίρεση ίσως των καρνέ επιταγών). Τα σχολικά βιβλία είναι ως επί το πλείστον κουραστικά και βαρετά. Αν μπορούσαν να γίνουν πολύ πιο ελκυστικά, ίσως να αυξανόταν και το αναγνωστικό κοινό.
Πότε αναμένεται να κυκλοφορήσει το βιβλίο σας «Οι 66 Εξωγήινοι Ξιφομάχοι»;
Αν όλα πάνε καλά, περίπου σε 66 τέρμινα.
Πείτε μας λίγα λόγια για το νέο σας βιβλίο «Αν σου πέσει ένα βουβάλι στο κεφάλι»;
Είναι ένα βιβλίο-δώρο για όλους όσους αντιμετωπίζουν αναποδιές και ατυχίες στη ζωή τους. Ένα βιβλίο χαράς! Ένα βιβλίο παρηγοριάς! Ένα βιβλίο-αντίδοτο κατά της στεναχώριας, της κατσουφιάς και της απαισιοδοξίας! Προσφέρει σωτήριες συμβουλές για το πώς πρέπει να αντιδράσει κανείς αν τον πάρει μια πεινασμένη αρκούδα στο κυνήγι, αν κουτσουλίσει ένας κόνδορας το καινούριο του καπέλο ή αν του πέσει ένα βουβάλι στο κεφάλι. Ένα βιβλίο με πολύτιμες  συμβουλές για κρίσιμες στιγμές, που ίσως αλλάξουν ζωές.
Έχετε κάποιο νέο συγγραφικό εγχείρημα στα σκαριά;
‘Ενα βιβλίο με τίτλο «ΟΠΟΥ ΦΥΓΕΙ ΦΥΓΕΙ – ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΠΟΥΛΙ ΚΑΙ Ο ΕΞΕΡΕΥΝΗΤΗΣ  ΜΕ ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΚΑΠΕΛΟ» που θα κυκλοφορήσει  σύντομα  από τις εκδόσεις  «Ίκαρος».
Είναι το αποτέλεσμα μιας τυχαίας συνάντησής μου με τον Αιθίοπα ακτιβιστή Υohannes Gebregeorgis στη βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης, όπου μου είχε εκφράσει τη δυσαρέσκεια των Αφρικανών διανοούμενων για τη διαιώνιση αποικιοκρατικών και ευρωποκεντρικών αντιλήψεων στα παιδικά βιβλία με αφορμή το «κλασσικό» αγγλικό παιδικό βιβλίο «Curiοus George».
Στο βιβλίο αυτό ένας εξερευνητής παγιδεύει ένα πιθηκάκι και το μεταφέρει στην Αμερική, όπου λόγω της περιέργειας και αδεξιότητάς του προκαλεί διάφορες κωμικές καταστροφές, ώσπου καταλήγει σε έναν ζωολογικό κήπο. Το να απομακρύνεις ένα πλάσμα από το φυσικό του χώρο, να το μεταφυτεύεις σε ένα περιβάλλον που δεν ταιριάζει στη φύση και τα ένστικτά του, να το γελοιοποιείς επειδή δε φέρεται σαν πολιτισμένος άνθρωπος και τελικά να το φυλακίζεις σε έναν ζωολογικό κήπο, εκφράζει μια απαράδεκτη ρατσιστική νοοτροπία.
Γνωρίζοντας τον ανατρεπτικό χαρακτήρα της ιστορίας μου «Τα τρία μικρά λυκάκια» από τη θητεία του στη δημόσια βιβλιοθήκη του Σαν Φρανσίσκο, ο Yohannes Gebregeorgis μού ζήτησε να αναλάβω τη συγγραφή μιας ανατροπής του βιβλίου αυτού.  Δέχτηκα την πρόκληση και το αποτέλεσμα  είναι  ένα  βιβλίο στο οποίο ο θετικός ήρωας είναι το πιθηκάκι, ενώ γελοιοποιείται ο εξερευνητής που το ξεριζώνει από το περιβάλλον του.
Τo βιβλίο, εικονογραφημένο από τη Λίζα Ηλιού, μεταφρασμένο στα Αγγλικά από την Κατερίνα Τσιροδημήτρη και στα Αμχαρικά από τον Yohannes Gebregeorgis, θα κυκλοφορήσει ταυτόχρονα  στην Ελληνική, Αγγλική και Αμχαρική γλώσσα.
Θα ήθελα να μου εκμυστηρευτείτε ένα γεγονός που νιώθετε ότι σας καθόρισε σαν άνθρωπο.
Είχα βρει στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου ένα βιβλίο με ιστορίες του Hector Hugh Munro, γνωστού με το ψευδώνυμο Σάκι. Έμοιαζαν με παιδικές αλλά δεν ήταν. Σε μία από αυτές ένα αγόρι, επειδή έχει κάνει αταξίες, τιμωρείται να μένει νηστικό. Όλη η οικογένεια απολαμβάνει ένα πλούσιο  δείπνο, εκτός από τον τιμωρημένο που βρίσκεται κλεισμένος στο δωμάτιό του. Το δείπνο όμως περιλαμβάνει μεταξύ άλλων μανιτάρια τα οποία αποδεικνύονται  δηλητηριώδη. Όλη η οικογένεια βρίσκει έναν επώδυνο θάνατο. Ακόμα και ο μουγκός παππούς ουρλιάζει σφαδάζοντας από τον πόνο. Καταφθάνει ένας αστυνομικός. Ενώ μετράει τα πτώματα, βλέπει ένα αγόρι να κατεβαίνει  δειλά τη σκάλα από τον πάνω όροφο. Το κοιτάζει σα να το ρωτάει «Εσύ γιατί ζεις;» Και το αγόρι σκέφτεται «Ζω επειδή ήμουν άτακτος». Οι ιστορίες αυτές και άλλες παρόμοιες με είχαν βάλει  σε βαθιές σκέψεις, επειδή έρχονται σε μετωπική σύγκρουση με την άποψη ότι το «καλό» ανταμείβεται και το κακό «τιμωρείται».  Εδώ συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Η τιμωρία του άταχτου αγοριού αποδεικνύεται αιτία της επιβίωσης του. Πώς εξηγούνται όλα αυτά; Οι μεγάλοι δεν μπορούσαν να μου δώσουν ικανοποιητικές εξηγήσεις. Δεν είναι απορίας άξιο ότι, ψάχνοντας για απαντήσεις, κατέληξα να γίνω εγκληματολόγος.
Ποια είναι η συμβουλή σας σε όσους θέλουν να ασχοληθούν εντατικότερα με τη λογοτεχνία;
Όσοι πραγματικά το επιθυμούν δεν έχουν ανάγκη από καμία απολύτως συμβουλή.
Ο Οράτιος, το αόρατο πράσινο καγκουρό, έχει συνειδητά επιλέξει να παραμένει αόρατος;
Σε αυτή και άλλες εύλογες απορίες απαντάει ο ίδιος ο Οράτιος  στη δεκαεξάτομη αυτοβιογραφία του την οποία έχει αρχίσει να γράφει εδώ και καιρό  και στην οποία δεν κρύβει απολύτως τίποτα. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι τη γράφει με αόρατο μελάνι σε κομματάκια χαρτοπόλεμου.
Τέλος, θα ήθελα να σας ρωτήσω ποιο ήταν το τελευταίο ταξίδι που πραγματοποιήσατε μαζί με τον πολύ καλό σας φίλο τον κάπτεν- Βαρθολομαίο Μπόρφιν και ποιο θα είναι το επόμενο;
Μόλις επιστρέψαμε από ένα συναρπαστικό ταξίδι στη Χώρα της Πρωταπριλιάς που οι κάτοικοί της λένε την αλήθεια μόνο μια φορά το χρόνο και σε λίγο ξεκινάμε για το μακρινό Κουρδιστάν που ζουν τα κουρδιστά παιχνίδια. Χρειάζονται τη βοήθειά μας επειδή κανείς πια δεν τα κουρδίζει.
«Σας ευχαριστώ πολύ που δεχτήκατε να μου μιλήσετε», είπα καθώς έβλεπα τον κ. Τριβιζά που μάζευε με φούρια τα πράγματά του για το επερχόμενο ταξίδι. Ύστερα, συνάντησα τον Πίκο, ανέβηκα στο αερόστατο και χάθηκα στον ορίζοντα. Αυτό το ταξίδι θα μου έμενε αξέχαστο…
Βιογραφικό
Ο Ευγένιος Τριβιζάς δεν γεννήθηκε στο Περού και δεν σπούδασε γαλακτοκομία στη Γουαδελούπη. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο παππούς του δεν ήταν ένας κοκκινομάλλης παραγεμιστής μαξιλαριών από τον Άγιο Δομίνικο ούτε ένας αιωνόβιος μελισσοκόμος. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, το επάγγελμά του δεν είναι δοκιμαστής καναπέδων και τα βράδια δεν δουλεύει σε ένα διανυκτερεύον ζαχαροπλαστείο που παρασκευάζει ζελέδες για νάνους στην Αβησσυνία. Δεν έγραψε ποτέ το πρώτο του μυθιστόρημα, έγραψε απευθείας το δεύτερο και μετά το εικοστό τέταρτο. Αυτός είναι και ο λόγος που παρατηρούνται κάτι ανεξήγητα κενά στη σκεπτική του βιβλιογραφία. Το αγαπημένο του χρώμα δεν είναι το σκούρο τσαγαλί και το ζώδιό του δεν είναι πεταλουδόσαυρος. Αν κάτι μπορεί να έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά σίγουρα δεν είναι ο Ευγένιος Τριβιζάς αλλά και πάλι, ποιος ξέρει, μπορεί και να είναι. Για περισσότερες πληροφορίες μπείτε εδώ.