Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Η πολιορκία του απόρθητου κάστρου στις απάτητες οροσειρές που πατούν στον ουρανό


Συγγραφέας: Πλιώτας Γιάννης

Ξύπνησα ιδρωμένος και ζαλισμένος σε ένα άθλιο μπορντέλο, που είχε στηθεί κάτω από μια μεγάλη τέντα χωρισμένη με παραπετάσματα. Ήμουν με το κεφάλι στα χέρια, ζαλισμένος ολοφάνερα απ’ το περιεχόμενο μιας άδειας κανάτας μπροστά μου. Δίπλα στον πάγκο καθόταν ένας μυστηριώδης τύπος που έμοιαζε με βεδουίνος, τυλιγμένος παρά την αφόρητη ζέστη σε χοντρές, μάλλινες κελεμπίες και κουκούλες. Από τη στάση του σώματός του υπέθεσα ότι γνωριζόμασταν. Με κοίταζε επίμονα.
   Αφού βεβαιώθηκε ότι είχα ανοίξει τα μάτια μου, ο άγνωστος συστήθηκε μεγαλοπρεπώς ως Αμπού Μούσα Γκιμπίρ Ιμπν Χαγιάν Αλ Αζντί, γεννημένος πριν από δεκαεφτά βροχές στο Ερίμ Κασμίρ, μια πρώην περσική επαρχία. Ο βεδουίνος ήταν η μοναδική σπορά ενός σπουδαίου ζωροάστρη αστρολόγου και μάγος-αλχημιστής ο ίδιος. Εκείνα τα χρόνια δεν ήξερα ακριβώς τι είναι ένας αλχημιστής, αλλά κατένευσα παίρνοντας το σοβαρό μου ύφος. 
   Ο βυθός της μνήμης μέσα μου είχε αναταραχτεί βίαια, ήμουν σε πλήρη σύγχυση. Δεν ξέρω αν έφταιγε το κρασί, αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ παρά ελάχιστα πράγματα, ούτε ακόμα και σε ποια πόλη είχα ξυπνήσει.
   Προσπαθώντας να διερευνήσω τις προθέσεις του Πέρση με το μακροσκελές όνομα, του έπιασα κουβέντα. Συστήθηκα ως βετεράνος σπαχής του στρατού των Σελτζούκων, που η ανδρεία μου στη μάχη του Γκιρμούζ είχε ανταμειφθεί από τον ίδιο τον Αλπ Αρσλάν με έναν κλήρο γης κοντά στη λίμνη Βαν. Ήμουν καλός ψεύτης, τουλάχιστον έτσι πίστευα. Του ζήτησα, αν είχε την καλοσύνη, να επαναλάβει το όνομά του.
   Ο Πέρσης γέλασε, μου εξήγησε ότι μπορώ να τον προσφωνώ απλώς «δάσκαλο Γκιμπίρ» και φώναξε να μας φέρουν ακόμα μια κανάτα κρασί, δίχως να το πολυνερώσουν. Χωρίς να με ρωτήσει - και προς απογοήτευσή μου - έδιωξε με μια κοφτή χειρονομία τρεις παλλακίδες που μας πλησίασαν λικνιζόμενες, και άρχισε να μου αφηγείται ζωηρά την ιστορία της ζωής του. Ενώ μιλούσαμε - δηλαδή αυτός έπιασε ένα μονόλογο που οι λέξεις έπεφταν σα χάντρες κομπολογιού - διαπίστωσα ότι η αφήγηση μου ήταν ανεξήγητα οικεία.
   Υποκρινόμενος ότι ακούω αφοσιωμένος και πίνοντας απ’ το ξιδιασμένο κρασί, μελέτησα τη φυσιογνωμία του Πέρση. Είχα την εντύπωση ότι τα χαρακτηριστικά του Γκιμπίρ καθώς και η χροιά της φωνής του αμυδρά κάτι μου θύμιζαν, αλλά ο τρομερός πονοκέφαλος δε με βοηθούσε να συγκεντρωθώ. Όταν του το ανέφερα, χωρίς περιστροφές τράβηξε την κουκούλα του για να μην έχουν χώρο να κρυφτούν οι σκιές και μου αποκάλυψε ένα πρόσωπο αναπάντεχα οικείο. Ήμουν εγώ!
   Τινάχτηκα όρθιος απ’ την έκπληξή μου, παραπάτησα κι έπεσα στο έδαφος, παρασέρνοντας κανάτες και κούπες. Δεν ήταν δυνατόν! Εγώ; Ο Πέρσης, ήμουν εγώ;
   Ήταν σαν να είχα γεράσει ακόμα περισσότερο, να είχαν αραιώσει τα μαλλιά στο κεφάλι μου και να είχα φυτέψει ένα αραιό γένι στο πηγούνι μου. Το πρόσωπό μου σκαμμένο από αυλάκια, αλλά τα μάτια μου παρέμεναν το ίδιο ζωντανά, γυάλιζαν ερευνώντας το χώρο, βεβαιώνονταν ότι το άτσαλο πέσιμό μου δεν είχε τραβήξει παραπανήσια προσοχή απ’ τους υπόλοιπους μεθυσμένους πελάτες.
   Ο δάσκαλος Γκιμπίρ χαμογέλασε συγκαταβατικά και άπλωσε το χέρι του για να με βοηθήσει να σηκωθώ. Με ήξερε καλά, λοιπόν, δε συναντηθήκαμε τυχαία. Όταν του είπα ότι δεν είχε εκπλαγεί ιδιαίτερα που αμφότεροι ήμασταν… εγώ, αρκέστηκε να κουνήσει το κεφάλι του και μέσα απ’ τα πάλλευκα δόντια του να μου υποδείξει ότι δεν γνώριζα ακόμα ούτε το ένα εκατοστό από τα μυστικά του κόσμου. Η λέξη «μυστικά» αγκίστρωσε την προσοχή μου. Συμφώνησα και ξανακάθισα δίπλα του ψύχραιμος. Αν μας κοίταζε κάποιος από μακριά, θα νόμιζε ότι μιλούσαμε για την παρατεταμένη αβροχιά που είχε πέσει στη χώρα.
   Ο Γκιμπίρ συνέχισε λέγοντας ότι δεν ήταν από πάντα έτσι η μορφή του. Κάποτε, πριν χρόνια αμέτρητα - πάνε αιώνες με διαβεβαίωσε - επέστρεφε από μια εκστρατεία. Ενώ έσερνε τα πόδια του στην άμμο, σκόνταψε σε ένα ξύλινο κουτί και από μέσα βγήκε βαριεστημένο ένα τζίνι.
   Σε εκείνο το σημείο τον κοίταξα έκδηλα δύσπιστα, αλλά εκείνος δεν πτοήθηκε.
   Σύμφωνα με τα λεγόμενά του και σύμφωνα με τα λεγόμενα του τζίνι, ο Γκιμπίρ είχε να πραγματοποιήσει τρεις ευχές. Σε εκείνο το σημείο αναλογίστηκα την πιθανότητα να τον χλευάσω, αλλά συγκρατήθηκα. Ας έβλεπα πού το πήγαινε…
   Η πρώτη του ευχή ήταν να αποκτήσει την απόλυτη γνώση, κάτι που οφείλω να ομολογήσω ήταν αρκετά έξυπνο. Συνήθως όλοι οι άσχετοι ζητάνε να έχουν όποια γυναίκα επιθυμούν, κάτι που οδηγεί με γεωμετρική ακρίβεια και με εντελώς απρόβλεπτο τρόπο στην καταστροφή.
   Ο Γκιμπίρ συνέχισε, κάνοντας μια σεμνή επίδειξη των γνώσεών του. Από το λόγο του πέρασαν ο προφήτης Μωάμεθ, πολλά βιβλία, η ατελείωτη βορειοδυτική ομίχλη, ο σιμούν, το χαλασμένο χαλάζι από χαλαζία και άλλα, πιο παράξενα: καθρέφτες, πρίσματα, ακατανόητα όργανα που εγκλώβιζαν το φως, κάτι που ονομαζόταν υδροχλωρικό οξύ, ελιξίρια που εξαπατούν τις αισθήσεις, φίδια που μεταφέρουν δίχτυα αράχνης, καθώς και το μέγιστο επίτευγμά του: το «aqua regia», του οποίου τη χρήση παραλείπω ώστε να μη σχηματίσετε την εντύπωση ότι ήταν ολοκληρωτικά μυθομανής. Ο Γκιμπίρ ακούραστος επέμεινε να μου εξηγήσει μια μέθοδο με την οποία η πέτρα κονιορτοποιείται σε άτμητα, επαναλάμβανε μ’ εμμονή τον αριθμό δεκαεφτά και μου ανέλυσε μια θεωρία για το ότι οι Έλληνες εφεύραν πρώτοι τα τζίνι.
   Αν δεν ήμουν πεπεισμένος ότι σίγουρα δε βρισκόμουν μέσα σε κάποιο πολύπλοκο όνειρο μέσα σε όνειρο, μάλλον θα είχα απηυδήσει με τις αερολογίες και θα τον είχα διώξει, αλλά τώρα ετοίμαζα ερωτήσεις ώστε να μάθω περισσότερα για το εξωφρενικό παραμύθι του.
   Σε μια στιγμή που έκανε μια μικρή παύση για να πιει λίγο κρασί, πετάχτηκα: «Ναι, εντάξει όλα αυτά. Αλλά ποια ήταν η δεύτερη ευχή που ζήτησες; Εκτός αν δεν την έχεις ζητήσει ακόμ…» 
   Αναπάντεχα, χωρίς ν’ ακούσω τίποτα και χωρίς να νιώσω τίποτα, στη μέση της κουβέντας τον έχασα από τα μάτια μου, ακαριαία εξαϋλώθηκε! 
   Σηκώθηκα αναστατωμένος και κοίταξα γύρω μου τους υπόλοιπους θαμώνες για να δω αν είχαν εκπλαγεί ή έστω παρατηρήσει την εξαφάνισή του. Τίποτα. Το χασίς και τα τσαλίμια των γυναικών είχαν κλείσει τα μάτια όλων. Κούνησα το κεφάλι μου επιτιμητικά. 
   Τότε είδα στην είσοδο της τέντας μια ομάδα οπλισμένων ανδρών που μόλις είχαν μπει και έλεγχαν το χώρο. Έδειχναν εκνευρισμένοι. Στους θώρακές τους ξεχώριζαν τα εμβλήματα του Αλπ Αρσλάν. Με κοίταξαν καλά καλά. Έκανα πως δεν τους βλέπω. Ευτυχώς, έφυγαν. 
   Τις επόμενες μέρες, αναρωτιόμουν αν εκείνη η συνάντηση στο χαμαιτυπείο θα μπορούσε να είναι κάποιου είδους περίπλοκη παραβολή, που είχε εφεύρει το συνειδητό μου για να με κάνει να απαρνηθώ μια και καλή το μεθύσι. Ρώτησα δεξιά κι αριστερά στην πόλη αν ήξεραν κανέναν Δάσκαλο Γκιμπίρ ή αν είχαν ξαναδεί την αφεντιά μου, όμως εισέπραξα μόνο αρνητικές απαντήσεις και καχύποπτες αντερωτήσεις. 
   Το χειρότερο ήταν ότι δε θυμόμουν ούτε ποιος ήμουν, ούτε τι δουλειά έκανα, ούτε ποια ήταν η πατρίδα μου. 
   Δεν έμεινα πολύ καιρό σ’ εκείνο το άθλιο, σκονισμένο μέρος. Προσευχήθηκα και νήστεψα για τρεις μέρες και νύχτες, έτσι, επειδή το τρία είναι μαγικός αριθμός. Τεχνηέντως στις προσευχές μου απέφευγα να γίνω συγκεκριμένος, μιας και δε θυμόμουν σε ποιον ακριβώς Θεό πίστευα. 
   Το τέταρτο ξημέρωμα έκλεψα ένα τοπάζι, το αντάλλαξα με μιάμιση καμήλα, την οποία αντάλλαξα με ένα σκύμνο που δάγκωνε, το σκύμνο τον πούλησα για ένα χαλί απ’ την Καθάι, το χαλί το έδωσα για δύο δηλητηριώδη μαύρα μάμπα, που τα αντάλλαξα με προμήθειες, ένα μικροκαμωμένο άτι και ένα ανίκητο φυλαχτό. Εξαντλημένος, πέρασα τις πύλες της πόλης και ξανοίχτηκα στον ωκεανό από άμμο. 
 
 
   Και ήταν πάλι όταν σκεφτόμουν όλα αυτά καβάλα στο άτι, στο σύνορο ανάμεσα σε δύο ερήμους, όταν ο υποτιθέμενος αλχημιστής Γκιμπίρ με τα λευκά δόντια και τις κελεμπίες εμφανίστηκε και πάλι ξαφνικά μπροστά μου, ξεφυτρώνοντας μέσα απ’ τις θίνες. Η αλήθεια είναι ότι τρόμαξα σαν την άλλη φορά, γιατί δεν είναι λίγο να πετιέται μπροστά σου ο εαυτός σου. 
   Μου ζήτησε συγγνώμη για την προ ημερών ξαφνική φυγή μου, αλλά δικαιολογήθηκε ότι ήταν μια προφύλαξη για δικό μας καλό. Χαμογελαστός, πρότεινε να μείνω να ξεκουραστώ δίπλα μου, μιας και η σελήνη είχε ήδη ανατείλει. Αν μοιραζόμουν το νερό μου μαζί μου, θα ξόδευε τη νύχτα για να μου αφηγηθεί τη συνέχεια της ιστορίας μου. 
   Σήκωσα τους ώμους και κάθισα δίπλα μου. Μπορεί να μάθαινα και κάτι για τον εαυτό μου. 
 
 
   Με την πρώτη του ευχή πραγματοποιημένη, ο μάγος-αλχημιστής επέστρεψε ενθουσιασμένος και με ανανεωμένες ιδέες για εφευρέσεις στο εργαστήριό του στο Ερίμ Κασμίρ. Είχε λείψει για δύο βροχές - ένα αρκετά σοβαρό διάστημα. Στο μυαλό του περνούσαν κάθε είδους εφευρέσεις και μαγγανείες.
   Μια μέρα που βγήκε στην αγορά ν’ αγοράσει μαντζούνια και φολίδες κροκόδειλου για ένα πολύ δύσκολο πείραμα, είδε τα μάτια μιας βεζιροπούλας να τον κοιτάζουν κρυμμένα πίσω από ένα καφασωτό. Ήταν τα πιο όμορφα μάτια της Ανατολής, του κόσμου όλου. 
   Ξεχνώντας πειράματα κι ιδέες, ο μάγος έτρεξε ν’ αγοράσει πλούσια δώρα και πήγε να βρει τον πατέρα της να τη ζητήσει σε γάμο γιατί αν περνούσε έστω και μία ώρα ακόμα μακριά απ’ τα μάτια της θα μαράζωνε. Δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει τη δεύτερη ευχή του τζίνι για να κάνει τη βεζιροπούλα δικιά του, γιατί πίστευε ότι η αγάπη είναι ισχυρότερη απ’ τη μαγεία. 
   Παρουσιάστηκε με διαπιστευτήρια και περγαμηνές στο βεζίρη, άπλωσε μάτια τίγρης και τόπια μετάξι μπροστά του και του φίλησε σταυρωτά τα πόδια, τρεις φορές. Παρουσίασε μια συσκευή που πετούσε σαν έντομο, κατάπιε ένα κατάπλασμα που καταπράυνε την πείνα και κόμπασε πως είχε μια φοβερή εφεύρεση που επιτρέπει στους ανθρώπους να περνάνε μέσα από τοίχους. Όμως ο βεζίρης τον έδιωξε· φοβόταν να δώσει την κόρη του σε μάγο. 
   Ο Γκιμπίρ ξέθαψε απ’ το υπόγειο του εργαστηρίου του μια αρχαία ελαιογραφία που έδειχνε μια κοπέλα, της οποίας τα αμυγδαλωτά μάτια έμοιαζαν από καθαρή σύμπτωση με της βεζιροπούλας. Την κρέμασε απέναντι απ’ το γραφείο του και έπεσε σε μελαγχολία. 
   Τρεις μόνο μήνες μετά και ενώ ο μάγος αναστέναζε ολημερίς κι ολονυχτίς, η βεζιροπούλα κλέφτηκε μ’ έναν πανέμορφο ορεσίβιο πρίγκιπα, που είχε το κάστρο του στις απάτητες οροσειρές, των οποίων οι κορυφές πατούν τον ουρανό. Η πόλη σε γενικές γραμμές αδιαφόρησε για τη φυγή της κακομαθημένης βεζιροπούλας και ο πατέρας της έπνιξε τον καημό του σε σερμπέτια. Αλλά ο σαγηνευμένος μάγος μη έχοντας τι άλλο να κάνει, αποφάσισε να συγκεντρώσει πολεμιστές και να κηρύξει πόλεμο στο ορεινό βασίλειο του διαφθορέα, εκμαυλιστή και πιθανώς διακορευτή. 
   Μετερχόμενος παρακάλια και απειλές, μοιράζοντας ανυπόστατες υποσχέσεις, πραγματοποιώντας επιδείξεις ξορκιών και προσευχόμενος δεκαεφτά φορές τη μέρα, κατόρθωσε να φτιάξει έναν σχεδόν στρατό, όχι μόνο από πελταστές, σφενδονιστές, ιππότες κι ιπποκόμους, αλλά και από πένητες, τρελούς, ρουφιάνους, παρανόμους. 
   Ενώ είχαν συγκεντρωθεί στους πρόποδες των απάτητων οροσειρών (των οποίων οι κορυφές πατούν τον ουρανό), ξεκίνησε μια καταρρακτώδης βροχή, η οποία σύντομα έλαβε διαστάσεις καταιγίδας και αμέσως μετά μετατράπηκε σε θεομηνία, πριν καταλήξει σε κατακλυσμό. Προφανώς ήταν αδύνατο να ξεκινήσουν την ανάβαση υπό αυτές τις απάνθρωπες συνθήκες.
   Άπαντες στο στράτευμα στράφηκαν στο μάγο για τη λύση, μα η περίσταση ήταν δεινή. Αν ήταν πριν τρεις μήνες, ο μάγος-αλχημιστής Γκιμπίρ θα μπορούσε να κάνει ένα ξόρκι αλλαγής καιρού και να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Αλλά μέχρι να ξεκινήσει η εκστρατεία, είχε εξαντλήσει όλες τις σκόνες και τις συνταγές του για να εντυπωσιάσει πιθανούς κι απίθανους συμμάχους. 
   Έτσι κατέφυγε στην αρχαιότερη μέθοδο των πιο αρχαίων μάγων: την υπό συνθήκες εξαπάτηση. Με στόμφο προφήτεψε ότι η τρέχουσα θεομηνία οφειλόταν στη μήνι των Θεών (όπερ έδει δείξαι) για τις αμαρτίες που ο στρατός κουβαλούσε, και προκειμένου να παύσει, οι άνθρωποι όφειλαν να προβούν σε θυσίες. Τι θυσίες; Δεν είχε σημασία. Η λίστα θα μπορούσε να επιμηκύνεται ατελείωτα, όσο δε στέρευε η φαντασία του. 
   Την πρώτη εβδομάδα ο ετερόκλητος στρατός πρόθυμα θυσίασε κατσίκια, πρόβατα, κριάρια, ζυγούρια, τράγους, αγελάδες, βόδια και ταύρους. Ορισμένοι φανατικοί δε λυπήθηκαν ούτε τα μελίσσια, ούτε τα ωδικά πτηνά. Μολοταύτα τα αποτελέσματα των θυσιών κρίθηκαν αμφιλεγόμενα ακόμα κι απ’ τους πιο αισιόδοξα εθελότυφλους. 
   Τη δεύτερη εβδομάδα ο μάγος έβαλε να σφάξουν αρουραίους, κόκορες, κουνέλια, σκίουρους, σκαντζόχοιρους, γάτες και φίδια, πράξεις που μάλλον ήταν προς την εσφαλμένη κατεύθυνση γιατί η βροχή δυνάμωσε, έτσι ώστε να μην μπορείς να δεις ή να ακούσεις άνθρωπο στα πέντε βήματα. 
   Την τρίτη εβδομάδα η αιματοχυσία περιορίστηκε μιας και ο μάγος ζήτησε να κάψουν ξύλα (άθλος, μιας και δεν υπήρχε στεγνή ούτε σκλήθρα), να λιώσουν πέτρες, να στείψουν βράχους και να σκάψουν τελετουργικά αυλάκια στη γη. Οι ουρανοί άκαμπτοι, ασυγκίνητοι. 
   Ο ανερμάτιστος Γκιμπίρ τα είχε βρει σκούρα και το στράτευμα κινδύνευε να διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη. Τότε σαν από μηχανής Θεός, κατέφτασε ένας πολεμιστής να παρέχει χείρα βοηθείας. Ήταν ψηλός σαν κέδρος, δυνατός σα σιμούν και ξακουστός σ’ όλες ανεξαιρέτως τις χώρες της Ανατολής για την αντρειοσύνη του. Ήταν ο ήρωας Αλ-Αχλίες που καυχιόταν ότι η θετή μητέρα του ήταν θεά της θάλασσας κ.λπ, κ.λπ. 
   Το γιατί ο ημίθεος διάλεξε να βοηθήσει το μάγο, κανείς δε σκέφτηκε να ρωτήσει. Ο Αλ-Αχλίες στάθηκε αντίκρυ με το βουνό, βροντοφώναξε, έσεισε το δόρυ του και κοπάνησε τα στήθια του. Τότε - σύμφωνα πάντα με το μύθο - η θετή μητέρα του τον εισάκουσε και μεσολάβησε στο θεό της βροχής για να κλείσουν οι καταπακτές των ουρανών. 
   Έτσι ο στρατός ξεκίνησε την ανάβαση με ανανεωμένες προσδοκίες και σίγουρος για τη νικηφόρα έκβαση της πολιορκίας. Δεν ήταν μόνο ότι θα επέστρεφε η πανέμορφη βεζιροπούλα στο νόμιμο κάτοχό της, αλλά και ότι ο καθένας θα έπαιρνε μερίδιο από τα πλούσια λάφυρα. 
   Μα οι άγγελοι κι οι δαίμονες του πολέμου διαφορετικά σχέδια έχουν και καθότι τρέφονται με θάνατο, δύσκολα αφήνουν μια σύρραξη να σβήσει. Πότε παίρνοντας το μέρος του ενός και πότε του άλλου, κατάφεραν ο πόλεμος να διαρκέσει δεκαεφτά ολάκερα χρόνια. Μπροστά από τα τείχη της απόρθητης πόλης πολλοί νιοι πέθαναν και αυτοί που μείνανε στο τέλος ήταν τόσοι λίγοι, που δεν προλάβαιναν να θάψουν τους νεκρούς και τους άφηναν να σαπίζουν στις χαράδρες. Η στρατιά του μάγου είχε λιανέψει τόσο, που το να συνεχίσουν τον πόλεμο άγγιζε το παράλογο. Όρθιοι είχαν απομείνει μόνο ο μάγος, ο Αλ-Αχλίες που σπάνια ξεμύτιζε απ’ τη σκηνή του για να σκοτώσει εχθρούς, καμιά ντουζίνα βεδουίνοι, μια χούφτα αλαζόνες αμαζόνες, ένας πέρσης ευγενής δισέγγονος κάποιου Χοσρόη και δύο αγχωμένοι λόχοι χαζάρων λογχιστών. Επίσης σε αυτά τα δεκαεφτά χρόνια ο μάγος είχε λησμονήσει τα μάτια, τη φωνή, ακόμα και το όνομα της αγαπημένης του. Για την κατάσταση των πολιορκημένων λίγα ήξεραν μιας και δεν έβλεπαν μέσα απ’ τα τείχη. 
   Για να συντηρούνται θα ’τρωγαν βράχια και θα ’πιναν σύννεφα. Σίγουρα κι εκείνοι οι δύσμοιροι είχαν τραγικές απώλειες, αλλά τουλάχιστον είχαν μαζί τις γυναίκες τους. Μέσα σε τόσα χρόνια προλάβαιναν να γεννήσουν και να ανδρώσουν νέες φουρνιές υπερασπιστών. 
   Τότε, πριν την ταπεινωτική υποχώρηση η κάθαρσις ήρθε απρόσμενα, μ’ ένα τέχνασμα που σκαρφίστηκε - ποιος άλλος; - ο πολυμήχανος Αλ-Αχλίες. Οι συμπολεμιστές του είχαν να τον αντικρίσουν περίπου δύο χρόνια και μάλλον είχαν ξεχάσει την ύπαρξή του. Απορημένοι ένα πρωινό είδαν τον ημίθεο να βγαίνει ημίγυμνος απ’ τη σκηνή του κρατώντας αντί για όπλα, ένα ξύλινο κουτί. Το ίδιο ξύλινο κουτί απ’ όπου είχε βγει το τζίνι κάποτε, αλλά στο μεταξύ του μάγου κάπου του είχε παραπέσει. 
   Ο Αλ-Αχλίες δεν ήταν και στην καλύτερη πνευματική κατάσταση και αγνοώντας τις επίμονες αιτιάσεις του Γκιμπίρ, κατευθύνθηκε προς τα τείχη. Έφτασε μπροστά στην κεντρική πύλη. Εχθροί πολλοί είχαν μαζευτεί στις επάλξεις, αλλά κανείς δε διανοήθηκε να επιτεθεί στον άοπλο και απροστάτευτο ήρωα. Ο Αλ-Αχλίες απίθωσε το κουτί ακριβώς μπροστά στην πύλη. Μετά έκβαλε κραυγή για να τον ακούσουν: «Έχετε διωρία να παραδοθείτε μέχρι να δύσει ο ήλιος. Δε θα πειραχθούν οι ζωές και οι περιουσίες σας. Θα πάρουμε τη βεζιροπούλα και δεκαεφτά χιλιάδες χρυσά νομίσματα ως αποζημίωση για το χρόνο που ξοδέψαμε. Αν επιλέξετε να μη συμμορφωθείτε, τότε θα ανοίξω το κουτί». 
   Το τέχνασμα ήταν πανίσχυρο. Πολύ πριν εκπνεύσει η διωρία, οι πύλες άνοιξαν διάπλατα και οι πολιορκημένοι έντρομοι παραδόθηκαν. Ο φόβος τους είχε κόψει τα πόδια, κανείς δεν είχε το κουράγιο να περιμένει το άνοιγμα του ξύλινου κουτιού. Παρέδωσαν το ακριβές ποσό μαζί με ένα κέρινο ομοίωμα και μια ελαιογραφία της βεζιροπούλας, μιας και η ίδια είχε σκοτωθεί από βολή καταπέλτη την πρώτη πρώτη μέρα της πολιορκίας. 
   Καθώς ο στρατός επέστρεφε στο Ερίμ Κασμίρ, ο μάγος κρατώντας περιχαρής την ελαιογραφία ρώτησε τον Αλ-Αχλίες τι μέρος του θησαυρού ήθελε. Ο ήρωας σήκωσε τους ώμους: 
   «Δεν ξέρω. Φλουριά δε ζητάω. Τι να τα κάμω; Θέλω ίσως μια τρύπα να χωθώ, να εξαφανιστώ απ’ την ηλιθιότητα του κόσμου. Κάπου ήσυχα, χωρίς πόλεμο. Μόνος, με παρέα σκορπιούς, φοίνικες και σκοτάδι». 
   Ο μάγος έγνεψε. Και μετά ξαναρώτησε: 
   «Θα μου πεις γιατί δε φορούσες πανοπλία όταν πήγες κάτω απ’ τα τείχη τους; Δεν φοβήθηκες ότι θα σε σκοτώσουν;» Ο Αλ-Αχλίες σταμάτησε και κοίταξε απορημένος το μάγο: 
   «Μα φορούσα πανοπλία. Απλώς ήταν αόρατη». 
   Ο Γκιμπίρ κάτι ετοιμάστηκε να του πει, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή σκόνταψε σε κάτι και έπεσε με τα μούτρα στην άμμο. Παραδόξως, ήταν και πάλι το ξύλινο κουτί, απ’ όπου βγήκε ευθύς το τζίνι και ρώτησε τον Γκιμπίρ ποια ήταν η πρώτη του ευχή. 
   Ο Γκιμπίρ μπερδεμένος, είπε ότι ήθελε να αποκτήσει την απόλυτη γνώση και επέστρεψε αποκαρδιωμένος στο Ερίμ Κασμίρ. 
 
 
   Όταν η αφήγηση έφτασε στο τέλος, είχε αρχίσει να ξημερώνει. Η φωνή του Γκιμπίρ ήταν ξεθωριασμένη, βραχνή. Δεν έτρεφε πια πολύ ενδιαφέρον για τη γνωστή Γη. Για λίγο αμίλητοι ατενίσαμε το φως που ξεπρόβαλλε στην ανατολή, ακούσαμε το περπάτημα των σαμιαμιθιών και μου διηγήθηκε φανταστικές, μελλούμενες ιστορίες για έναν άλλο κόσμο, πέρα από θάλασσες και κάτω από διαφορετικούς ουρανούς. Ομολογώ ότι δεν τον πίστεψα, αλλά ήθελα κάτι τελευταίο να τον ρωτήσω:
   «Και ποια ήταν η δεύτερη ευχή;» 
   Ο Πέρσης με κοίταξε στα μάτια. 
   «Να είμαι εσύ». 
   Για λίγο μείναμε εκεί ακίνητοι, στη μέση της ερήμου. Ήταν αστείο αυτό που συνέβαινε, μάλλον. Αν και ήξερα ήδη την απάντηση, αναστενάζοντας ξαναρώτησα: 
   «Και ποια ήταν η τρίτη ευχή;» 
   «Να έχω όποια γυναίκα επιθυμώ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου