Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

O David Nicholls στη Θεσσαλονίκη

O David Nicholls στη Θεσσαλονίκη

Την Παρασκευή 17 Μαΐου στις έξι η ώρα, το περιοδικό εΜΜΕίς βρέθηκε στη 10η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου και συγκεκριμένα στην αίθουσα Δημήτρη Χατζή, όπου και παρακολούθησε τη συνέντευξη του γνωστού συγγραφέα David Nicholls.
Σας παραθέτουμε τις σημαντικότερες ερωτήσεις-απαντήσεις:
Θα ήθελα να σας ρωτήσω αν εσείς αισθάνεστε πιο κοντά στον χαρακτήρα της Έμμα, αν δηλαδή της έχετε δώσει στοιχεία του χαρακτήρα σας. Νομίζω κιόλας πως έχετε βάλει τις δικές σας σπουδές;
Όπως όλοι οι συγγραφείς που γράφουν νουβέλες προσπαθώ να αρνηθώ τον εμπλουτισμό με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ξέρετε, ποτέ δεν έχω γράψει ένα βιβλίο για τον εαυτό μου, αλλά αν ψάξω να βρω μία εκδοχή του εαυτού μου που να με πλησιάζει αρκετά, αυτή είναι της Έμμα Μόρλεϋ στο «Μια Ημέρα». Έχουμε τα ίδια γούστα, το ίδιο υπόβαθρο, είμαστε κατά κάποιον τρόπο από την ίδια περιοχή και στην αρχή του βιβλίου έχει και αυτή συγγραφικές εμπνεύσεις αλλά δεν έχει αυτοπεποίθηση. Δυστυχώς, στην αρχή και εγώ δεν είχα αυτοπεποίθηση. Θα ξεκινήσει να εργάζεται σ’ ένα απαίσιο μεξικάνικο εστιατόριο, για μένα ήταν γαλλικό, θα ζήσει σ’ ένα επίσης απαίσιο διαμέρισμα στο Βόρειο Λονδίνο, εγώ ζούσα σε ένα ίδιο διαμέρισμα στο Νότιο Λονδίνο. Επίσης, πολλά από τα άγχη που έχει είναι κοινά και βεβαίως, όπως εκείνη στο βιβλίο, έκανα και εγώ το τρομερό λάθος να ασχοληθώ με την υποκριτική. Δεν είχα καμία ικανότητα σαν ηθοποιός, ήμουν πραγματικά κακός και ξόδεψα πάμπολλα χρόνια στην υποκριτική. Κοντολογίς, αυτά που μοιράζομαι με την Έμμα είναι ότι αγαπάω τη λογοτεχνία, ότι είχα φιλοδοξίες να γράψω αλλά καθόλου αυτοπεποίθηση και νομίζω πως όταν γράφεις και βάζεις αυτοβιογραφικά στοιχεία σ’ έναν χαρακτήρα σου, η εκδοχή σου είναι πολύ καλύτερη. Στην περίπτωση της Έμμα, έχει περισσότερες αρχές, είναι πιο αστεία, πιο αυθόρμητη και γενικότερα έχει αρκετά στοιχεία του εαυτού μου. Όσο για τον Ντέξτερ, εγώ δεν ευχαριστιόμουν τη διαβίωση μου στο Λονδίνο στη δεκαετία του ενενήντα. Καθόμουν στο σπίτι και διάβαζα χοντρά βιβλία.  Έτσι, νομίζω πως ο Ντέξτερ μοιάζει περισσότερο με τους παλιούς μου φίλους. Μολαταύτα, υπάρχουν και ορισμένα πράγματα που δεν μπορώ να τα υιοθετήσω όταν γράφω. Δηλαδή, δεν θα μπορούσα ποτέ να γράψω ένα βιβλίο που να είναι σε πρώτο πρόσωπο και να το αφηγείται γυναίκα. Εδώ υπάρχει βέβαια και ένα λάθος που κατά τη γνώμη μου κάνουν πολλοί συγγραφείς όταν γράφουν κωμωδία και δραματική κωμωδία, και αυτό είναι ότι μεγαλοποιούν τις διαφορές μεταξύ γυναικών και ανδρών. Ξέρετε, να κάνουν τους άντρες να αντιπαθούν σφόδρα τη δέσμευση, την ιδέα του γάμου και τις γυναίκες που ενδιαφέρονται μονάχα για τα παπούτσια και για τα ψώνια. Κανένας από τους φίλους μου δεν είναι έτσι και πιστεύω πως αυτό που προβάλλεται είναι απλά ένα στερεότυπο και το «Μια Ημέρα» ήταν μια συνειδητή προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας γυναικείος χαρακτήρας  που δεν θα βασίζεται σ’ αυτά τα στερεότυπα.
Είναι προφανές αυτό που ισχυρίζεστε, ότι δηλαδή έχετε βάλει στοιχεία του χαρακτήρα σας και σε άλλους χαρακτήρες του βιβλίου, γιατί και ο Ίαν είναι ένας κακός κωμωδός…
Ναι, όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο αγαπούσα πραγματικά τη βρετανική κωμωδία και στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα ήταν η ιδανική εποχή γι’ αυτήν. Μεγάλωσα σε μια εποχή που υπήρχαν μεγάλοι σταντ απ κωμωδοί και έτσι ήθελα και εγώ όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο να γίνω ένας. Αν και θα ήθελα να είμαι σαν χαρακτήρας πιο κοντά στην Έμμα, δυστυχώς, μοιάζω περισσότερο με τον Ίαν, γιατί ήμουν ένας άνθρωπος χωρίς ελπίδες και πραγματικά κακός στο stand up comedy. Προσπάθησα να γίνω κωμικός, συμμετείχα σε ένα διπλό νούμερο, αλλά τελικά ο φίλος μου ήταν ο αστείος και όχι εγώ. Ευτυχώς, αυτές τις φιλοδοξίες τις παράτησα.
Τώρα, θα ήθελα να περάσουμε στο θέμα της τηλεόρασης. Στο βιβλίο σας μιλάτε για τη λεγόμενη trash Tv… και επομένως θα ήθελα να ρωτήσω πώς έγινε αυτή η μετάβαση; Ήταν απλά η αθώα αντιγραφή ενός Αμερικάνικου εμπορικού μοντέλου;
Στη Βρετανία ήταν ένα κομμάτι της κληρονομιάς της κα Θάτσερ. Είναι αδύνατον να πω πως δεν με επηρέασε το BBC σαν παιδί, που ήταν και η υπέρτατη φιλοδοξία μου, να δουλέψω κάποια στιγμή εκεί. Ήταν μέρος της παράδοσης, αλλά κατά κάποιον τρόπο υπέροχο, η ψυχαγωγική κουλτούρα που προσέφερε, αλλά βέβαια χρωστάω μεγάλο μέρος της μόρφωσής μου και στο σχολείο μου. Ένα άλλο μέρος της κληρονομιάς της κα Θάτσερ είναι ότι εισήγαγε στη Βρετανία την ελεύθερη αγορά και η τηλεόραση δεν έχει πια την υποχρέωση να μορφώνει, να ψυχαγωγεί και να ενημερώνει που ήταν και οι τρεις πυλώνες του BBC. Έτσι, η τηλεόραση έγινε ένα πολύ συναρπαστικό μέσο, χωρίς να λέω βέβαια ότι όλες οι εκπομπές ήταν σκουπίδια. Δεν θέλω, λοιπόν, να πω αν είναι καλός ή όχι ο κρατικός έλεγχος της τηλεόρασης. Ξαφνικά, όμως, στη Βρετανία στη δεκαετία του ‘90 η τηλεόραση έχασε κάποιο από τον μορφωτικό της χαρακτήρα. Έχω δουλέψει τόσο στο BBC που είναι κρατικό κανάλι όσο και σε ιδιωτικά, αλλά δεν είχε τόσο μεγάλη διαφορά… Δουλεύοντας για την τηλεόραση στη δεκαετία του 90, ήμουν έκπληκτος από το πόσο ανόμοια ήταν τα πράγματα από τότε που ήμουν παιδί.
…πιστεύετε ότι θα έπρεπε να υπάρχουν κάποιες παρεμβάσεις στην τηλεόραση, όπως όταν, για παράδειγμα, εξευτελίζονται άνθρωποι όπως περιγράφετε και στο μυθιστόρημά σας;
Είμαι πολύ επιφυλακτικός σε κάθε μορφή λογοκρισίας. Αν έχουμε κάποια υποχρέωση, αυτή είναι να κλείσουμε την τηλεόραση. Προσωπικά, δεν βλέπω τέτοιου είδους προγράμματα… και νιώθω ότι έχουμε την υποχρέωση να μην συμμετέχουμε σε όλο αυτό, να μην συνεισφέρουμε. Η μεγαλύτερη δύναμη που έχεις είναι που ξοδεύεις τα χρήματά σου…
Κάποια βιβλία σας έχουν γυριστεί σε ταινίες. Επομένως, θα ήθελα να ρωτήσω κατά πόσο το αποτέλεσμα στο τέλος της ταινίας ταιριάζει με αυτό που εσείς είχατε στο μυαλό σας όταν ολοκληρώνατε το βιβλίο;
Όταν γράφω ένα βιβλίο, το σκέφτομαι σαν νουβέλα, αλλά είναι αλήθεια ότι το σκέφτομαι και με ηθοποιούς να το ενσαρκώνουν. Όταν έγραφα το «Μια Ημέρα» φανταζόμουνα τον Ίαν να παίζεται ακριβώς από τον  ίδιο ηθοποιό  που τελικά τον ενσάρκωσε στην ταινία. Αυτό είναι ένα παράξενο παράδειγμα που δείχνει ότι αυτή η μεταφορά έγινε ακριβώς όπως ήθελες. Δεν είναι όμως αυτή η ουσία. Όταν γράφω ένα βιβλίο, είναι σαν να παίζετε παράλληλα μέσα στο κεφάλι μου. Μερικές φορές το αποτέλεσμα θα είναι ιδανικό, δηλαδή όπως το φανταζόσουν και άλλες πάλι όχι. Στο παρελθόν είχα εμπλακεί σ’ αυτή τη διαδικασία, αλλά τώρα πια πιστεύω πως δεν είναι το καλύτερο να το μετατρέψεις όπως το είχες στο κεφάλι σου, γιατί πολύ απλά δεν γίνεται. Επομένως, είναι αυτό που προανέφερα, μερικές φορές η μεταφορά είναι ακόμα καλύτερη από αυτό που σκεφτόμουν, άλλες απλά καλή και άλλες κακή.
Θα ήθελα να σας ρωτήσω για το τέλος του βιβλίου. Μετά το πέρασμα τόσων προβλημάτων μεταξύ της Έμμα και του Ντέξτερ, γιατί επιλέξατε αυτό το τέλος;
Επειδή μπορεί κάποια άτομα να μην έχουν διαβάσει το βιβλίο -και ξέρετε ότι δεν είναι ωραίο να φτάνεις απευθείας στο τέλος- θα απαντήσω χωρίς να αναφέρω πολλά για το τέλος. Θα πω, λοιπόν, ότι όλα τα βιβλία που έχω γράψει βασίζονται πάνω σε ένα πολύ προσεγμένο χειρόγραφο-πλάνο και το τέλος στο «Μια Ημέρα» είναι ουσιαστικά και η αρχή του βιβλίου. Ήξερα πάντοτε τι θα γίνει στους χαρακτήρες. Ήξερα πάντα ποια θα είναι η τελική σκηνή και  ουσιαστικά δεν άλλαξε η ιστορία του βιβλίου. Κάποιοι μπορεί να θεωρούν ότι το τέλος είναι αποτέλεσμα της παρορμητικότητάς μου, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι η ιστορία ήταν από την αρχή έτσι.
Ποια προτερήματα πιστεύετε ότι θα πρέπει να έχει ένας σύγχρονος συγγραφέας; Και σε ποια σχέση έχουν φτάσει τα δύο φύλα στην Αγγλία σήμερα;
Πιστεύω ότι ζούμε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα περίοδο όσον αφορά στον κόσμο της συγγραφής. Πάντα διάβαζα σε καθημερινή βάση και τώρα το βρίσκω όλο και πιο δύσκολο να διαβάζω καθημερινά, γιατί διαρκώς χτυπάει το τηλέφωνό μου. Είναι δύσκολο πια να υπάρχει αυτή η συγκέντρωση ώστε να καταφέρεις να μπεις σ ’αυτό που ονομάζουμε συγγραφικό κόσμο. Είναι δύσκολο, λοιπόν, να βρούμε αυτό τον χρόνο για να ασχοληθούμε με τη συγγραφή. Ειδικότερα, για εμένα, προτού ξεκινήσω να γράφω και να διαβάζω, έπρεπε να το υπενθυμίσω στον εαυτό μου τριάντα λεπτά νωρίτερα, ώστε να μην κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή. Έτσι, πιστεύω ότι οι συγγραφείς έχουν την υποχρέωση να παραμείνουν πολύ παθιασμένοι για τη συγγραφή και το βιβλίο, γι’ αυτό με θεωρώ προνομιούχο που βρίσκομαι εδώ και βλέπω ότι όλος αυτός ο κόσμος ενδιαφέρεται, αλλά και που βλέπω τόσα πολλά βιβλιοπωλεία στη Θεσσαλονίκη. Μ’ αυτόν τον τρόπο κολλάς στο βιβλίο και παραμένεις ενθουσιασμένος. Για εμένα, άλλωστε, η λογοτεχνία είναι η καλύτερη εμπειρία που βιώνει κάποιος μέσω της τέχνης. Τώρα, όσον αφορά στο δεύτερο ερώτημα, δεν είμαι και πολύ σίγουρος. Όταν ξεκίνησα να γράφω το «Μια Ημέρα», ήμουν σε μια σχέση, δεν ήμουν οικογενειάρχης, τώρα όμως έχω δύο παιδιά και είναι μεγάλη μου ευχαρίστηση που δεν χρειάζεται πια να βγαίνω ραντεβού! Είμαι ανακουφισμένος που δεν χρειάζεται να βγαίνω με άτομα που τα ξέρω ελάχιστα και να προσπαθώ να τα εντυπωσιάσω. Είμαι πολύ επιφυλακτικός, όμως, ώστε να κάνω μια γενίκευση όσον αφορά στις σχέσεις των δύο φύλων σήμερα. Βρίσκομαι πολύ μακριά πια από αυτόν τον κόσμο, οπότε φοβάμαι πως δεν μπορώ να σας απαντήσω με σαφήνεια. Για τους συγγραφείς της κωμωδίας και των σχέσεων πάντα θα υπάρχουν εμπόδια στις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων, γιατί δίνονται έτσι τα εφόδια που χρειάζονται για να γράψουν μια ρομαντική ιστορία.
Η ερώτηση του ΕΜΜΕίς:
Γιατί γράφετε; Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος σκοπός; Κάποια συγκεκριμένη φιλοδοξία;
Όπως και η Έμμα στη νουβέλα, ξόδεψα πολύ χρόνο στα 20 μου με το να κάνω πράγματα που δεν μπορούσα ή που ήμουν απίστευτα κακός στο να τα κάνω. Όταν επιτέλους βρήκα την αυτοπεποίθηση να δώσω κάτι που είχα γράψει, ένα μέρος του εαυτού μου ικανοποιήθηκε  και ένιωσα σαν να βρήκα αυτό που έψαχνα. Έτσι, νιώθω πολύ παθιασμένος, υπερήφανος, ενθουσιασμένος, αλλά και προνομιούχος που γράφω για να ζω. Μου είναι, βέβαια, πολύ δύσκολο να βρω την πειθαρχία ώστε να γράφω καθημερινά. Επίσης, ένα άλλο συναίσθημα που με παρακινεί, είναι ο φόβος να προλάβω τις προθεσμίες, ο φόβος του να μην μπορέσω να γράψω ξανά και μέσω αυτού να εξασφαλίζω τα προς το ζην. Έχω, λοιπόν, και πολλά αρνητικά κίνητρα, αλλά τα κυριότερα είναι το πάθος για το συγγραφικό κόσμο και τη λογοτεχνία. Για εμένα το να είσαι συγγραφέας είναι η καλύτερη δουλειά στον κόσμο και είμαι πάρα πολύ ευγνώμων που είμαι συγγραφέας.
Θα ήθελα να πείτε κάποιες καλές συμβουλές σε όσους νέους θέλουν να ασχοληθούν με τη συγγραφή; 
Η μία είναι αυτή που είπα πιο πριν, να διαβάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο και να διαβάζουν βιβλία από όλο τον κόσμο και διαφορετικά είδη. Κανείς δεν γράφει καλά βιβλία όταν είναι απομονωμένος. Δεν είναι, βέβαια, μόνο τα βιβλία, είναι και οι υπέροχες και διαχρονικές ταινίες. Η δεύτερη συμβουλή, είναι να μείνετε μακριά από το διαδίκτυο, ώστε να είστε συγκεντρωμένοι όταν γράφετε.
Μετά το τέλος της εκδήλωσης ο συγγραφέας βρέθηκε στο στάντ των εκδόσεων Ιανός για να υπογράψει την ελληνική έκδοση του βιβλίου και στο στάντ των εκδόσεων Κωνσταντινίδης για την υπογραφή των αντιτύπων στην Αγγλική.
Βιογραφικό
Ο Ντέιβιντ Νίκολς σπούδασε υποκριτική πριν τελικά αποφασίσει να γίνει συγγραφέας. Έχει γράψει σενάρια για πολλές τηλεοπτικές σειρές του BBC όπως το Cold Feet, Rescue Me, I Saw You, και ήταν υποψήφιος για τα βραβεία της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και Τηλεόρασης (BAFTA). Το πρώτο του μυθιστόρημα  «Starter For Ten» γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία, ενώ έγραψε και το σενάριο για την ομώνυμη ταινία. Το «Μια Ημέρα» είναι το τρίτο του μυθιστόρημα. Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε τον ιστότοπο του συγγραφέα:http://www.davidnichollswriter.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου