Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Εφιαλτικές υποψίες…

Νέα στήλη: Ένα μυθιστόρημα σε συνέχειες πλασμένο από ομάδα συντακτών του εΜΜΕίς.
Χρήστος Παναγόπουλος, Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης
Στο μεταξύ κάπου μακριά…
Ήταν ήδη πρωί, όταν το μαύρο τζιπ έφτασε στην είσοδο του ατσάλινου κτηρίου στο κέντρο της πόλης. Ένα τσιμεντένιο μεγαθήριο υψωνόταν στο άπειρο, δημιουργώντας την αίσθηση ότι αγγίζει τον ουρανό.
Ένας φύλακας, κάπως στρουμπουλός μα σίγουρα αγουροξυπνημένος, έκανε νόημα στον οδηγό να σταματήσει για έλεγχο. Δεν πρόλαβε να ζητήσει χαρτιά και ταυτότητες, όταν άρχισε να κατεβαίνει το παράθυρο του συνοδηγού. “Ω… με συγχωρείτε, δεσποινίς. Δεν ήξερα.”, είπε, σχεδόν τραυλίζοντας.
Κάτω από το μαύρο καπέλο και το βέλο φάνηκαν τα ροδοκόκκινα χείλη μιας λεπτής φιγούρας, ανέκφραστα και παγωμένα. Το αυτοκίνητο όρμησε προς τα εμπρός με ένα δυνατό μαρσάρισμα, αμέσως μόλις σηκώθηκε η μεταλλική μπάρα του φυλακίου. Διέσχισε μερικές δεκάδες μέτρα μέσα στον περίβολο και κατέληξε με ένα απότομο φρενάρισμα στην κεντρική είσοδο του κτηρίου.
Η πόρτα του συνοδηγού άνοιξε και η ψιλόλιγνη γυναίκα άρχισε να περπατάει κατά μήκος του διαδρόμου που οδηγούσε στην κυλιόμενη στρογγυλή πόρτα της εισόδου. “Καλώς ήρθατε στον όμιλο Matriarch!”, ακούστηκε μια μεταλλική ανδρική φωνή, μόλις εκείνη μπήκε στο κτήριο. Κοίταξε, σχεδόν μειδιώντας, τη χρυσή μεταλλική επιγραφή στο ταβάνι του προθαλάμου: “ΟΙ ΜΗΧΑΝΕΣ ΚΥΒΕΡΝΟΥΝ, ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ ΕΥΗΜΕΡΟΥΝ”.
Τα τακούνια της χτυπούσαν πάντοτε ρυθμικά πάνω στα πλακάκια. Οι σεκιουριτάδες την παρακολουθούσαν αμήχανα, σχεδόν φοβισμένα, καθώς έφτανε στην άκρη του χολ υποδοχής, όπου βρισκόταν ο κεντρικός υδραυλικός ανελκυστήρας. Πάτησε το κουμπί της ανόδου στο μπλε καντράν και μπήκε. “Πείτε μου όροφο”, ανακοίνωσε με τον ίδιο μεταλλικό ήχο η ανδρική χροιά από το μεγάφωνο. “Ρετιρέ”, απάντησε εκείνη. Αμέσως, ο ανελκυστήρας άρχισε να υψώνεται με μεγάλη ταχύτητα προς τον ουρανό. Παρατηρούσε, καθώς ανέβαινε, το μαύρο τζιπ που γινόταν ολοένα και πιο μικρό. Λίγες στιγμές αργότερα, το ταξίδι της είχε τελειώσει. Όμως έμενε κάτι ακόμα…
Μια οθόνη στην αριστερή πλευρά του ανελκυστήρα έγραψε: “Βρίσκεστε στον 102ο όροφο σε περιοχή ασφαλείας επιπέδου 5. Εισάγετε το κλειδί και τον κωδικό πρόσβασης για το γραφείο της Προέδρου…”. Άνοιξε μια λεπτή μαύρη τσάντα και έβγαλε ένα μικρό ασημένιο οδοντωτό κλειδί και το βύθισε σε μια κλειδαριά δίπλα ακριβώς από την οθόνη. Το έστριψε με δύναμη αντίθετα προς τους δείκτες του ρολογιού και αμέσως ξεπρόβαλε από μια σχισμή ένα μικρό πληκτρολόγιο. Πάτησε τρία κόκκινα κουμπιά. “Η πρόσβαση εγκρίνεται. Καλή σας ημέρα κυρία Κ…”, ακούστηκε πάλι η μεταλλική φωνή. Ο ανελκυστήρας άρχισε να ανεβαίνει και πάλι. Ξάφνου, άρχισε να επιβραδύνει, ώσπου σταμάτησε τελείως.
Η πόρτα άνοιξε και η γυναίκα βρέθηκε επιτέλους στο «Ρετιρέ». Της έπαιρνε πολύ χρόνο να φτάσει κάθε φορά στην κορυφή του κτιρίου, αλλά με το πέρασμα του χρόνου είχε συνηθίσει. Άλλωστε η δουλειά της ήταν να σκοτώνει και όχι να ασχολείται με τέτοιες ανοησίες. Απέναντι από το θύμα είχε εκπαιδευτεί να διατηρεί την ψυχραιμία της. Ωστόσο, αυτός ο ανελκυστήρας την εκνεύριζε αφάνταστα. Ειδικά αυτή η ηλίθια μηχανική φωνή. Μπορεί να δούλευε για τις μηχανές και τη Μητέρα, αλλά τις μισούσε. Οι άνθρωποι όφειλαν να κουμαντάρουν τις μηχανές και όχι το αντίθετο.
«Καλησπέρα κυρία μου», ακούστηκε η φωνή του Μεγάλου εφοπλιστή.
Μπροστά της στεκόταν ο γλοιώδης εκείνος τύπος. Είχε μια τεράστια κοιλιά, πυκνό μαύρο μούσι, ξεθωριασμένα μπλε μάτια σαν το τζιν που φορούσε και ψεύτικα μαλλιά. Σχεδόν όλα του τα δόντια μάλιστα ήταν από ατόφιο χρυσάφι. Ένα ακόμα δείγμα της αλόγιστης ανοησίας που κουβαλούσε ο γλοιώδης τύπος. Για εκείνον μονάχα το χρήμα έπαιζε ρόλο. Αλλά και για όλο τον υπόλοιπο κόσμο δεν είχε γίνει ανώτερο ακόμα και από την ίδια τη Μητέρα; Ίσως, λοιπόν, να μην ήταν και τόσο ανόητος τελικά.
Καθόταν σ’ ένα γυάλινο γραφείο. Μέσα στο γυαλί υπήρχε ένα ενυδρείο με πιράνχας. Όποιον δεν γούσταρε, τον ανέβαζε στο πάνω μέρος του γραφείου και τον πέταγε μέσα. Μια φορά είχε συμβεί αυτό μπροστά της. Ίσως να ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που είχε τρομάξει τόσο στη ζωή της.  Κάθε φορά που θυμόταν την εικόνα, δάκρυα έρεαν άφθονα από το πρόσωπό της.
«Νομίζω πως πρέπει επιτέλους να μιλήσουμε σχετικά με το δημοσιογράφο.  Η υπόθεση είναι πολύ πιο δύσκολη απ’ ότι έδειχνε αρχικά», είπε η γυναίκα, φροντίζοντας να δραματοποιήσει όσο έπρεπε τα λόγια της.
Ο γλοιώδης εφοπλιστής σηκώθηκε από την καρέκλα. Πλησίασε τη γυναίκα, χαχανίζοντας ακατάσχετα. Το κορμί του είχε τεντωθεί ώστε να δείχνει μια επιθετική στάση. Ήθελε να φανερώσει για μια ακόμα φορά την τρομερή του δύναμη. Δεν ανεχόταν ούτε τις υποδείξεις μα ούτε και τις αμφισβητήσεις. Η γυναίκα όφειλε να μην εκφέρει ποτέ την άποψή της.
Με μια γρήγορη κίνηση την έπιασε από τα μαλλιά. Εκείνη δεν αντίδρασε, γιατί γνώριζε τη δύναμή του. Αργά και μαρτυρικά την έσυρε προς το γραφείο. Άνοιξε το πάνω μέρος και έβαλε το κεφάλι της πάνω από το νερό με τα πιράνχας. Μερικά άρχισαν να πηδάνε καθώς ποθούσαν να γευτούν τη σάρκα της.
«Δεν θα ξαναμιλήσεις χωρίς να σου δώσω την άδεια! Κατάλαβες, μωρή;», φώναξε ο εφοπλιστής, ενώ προσπαθούσε να φέρει το πρόσωπό της  όλο και πιο κοντά στα σαρκοφάγα ψάρια…
Συνεχίζεται…
Διαβάστε το τρίτο μέρος εδώ.
Διαβάστε το δεύτερο μέρος εδώ.
Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου