Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Κώστας Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928)


Ο Κώστας Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928) ήταν Έλληνας ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα το απόγευμα της 21ης Ιουλίου 1928. Θεωρείται ως ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Η ποίησή του διδάσκεται σε αρκετά Πανεπιστήμια της Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού. Για το έργο του έχουν γραφεί εκατοντάδες εργασίες και βιβλία, πραγματοποιήθηκαν δε δεκάδες ειδικά συνέδρια.
 
 
Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας το έτος 1896. Ήταν δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεώργιου Καρυωτάκη, με καταγωγή από τα Χανιά, και της Αικατερίνης Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Στο σπίτι της γεννήθηκε ο ποιητής και εκεί σήμερα στεγάζεται η διοίκηση του εκεί Πανεπιστημίου. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, που παντρεύτηκε το δικηγόρο Παναγιώτη Νικολετόπουλο, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος. Λόγω της εργασίας του πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Λευκάδα, το Αργοστόλι, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Καλαμάτα, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά όπου έμειναν ως το 1913 λόγω των συνεχών μεταθέσεων του πατέρα του. Στην εφηβική του ηλικία 1909-1911 βρέθηκε στην Αθήνα και από το 1911-1913 στα Χανιά. Εκεί ερωτεύτηκε την Άννα Σκορδύλη. Αποφοίτησε το 1913 από το 1ο Γυμνάσιο Χανίων με βαθμό «λίαν καλώς». Από νεαρή ηλικία, περίπου δεκαέξι ετών, δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος της Διαπλάσεως των παίδων.
 

Το 1914 ο Κώστας Kαρυωτάκης μετέβη στην Αθήνα για σπουδές στη Νομική Σχολή και στα τέλη του 1917 απέκτησε το πτυχίο του. Το 1916, φοιτητής στο Β΄ έτος Νομικής, άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά του σε λαϊκά περιοδικά αλλά και σε εφημερίδες όπως η Ακρόπολη. Το 1917 ο πατέρας του απολύθηκε από το δημόσιο ως αντιβενιζελικός.
 
 
Το 1917 ο Καρυωτάκης πήρε το πτυχίο Νομικής με βαθμό "λίαν καλώς". Το 1918 επισκέφθηκε τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη όπου έμεναν. Το 1919 επιστρατεύθηκε αλλά πήρε ολιγόμηνη αναβολή λόγω υγείας. Το ίδιο έτος έλαβε άδεια δικηγόρου και διορίσθηκε υπουργικός γραμματέας Α’ στη Θεσσαλονίκη, προφανώς για να είναι κοντά στους γονείς του.
 
Στις 9 Μαρτίου 1919 έστειλε εξώδικο στο περιοδικό «Νουμάς» γιατί δεν του δημοσίευσε κριτική – ανακοίνωση για την ποιητική του συλλογή "Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων" (φωτοτυπία διαθέσιμη). Το 1923 διορίστηκε στο Υπουργείο Υγιεινής Πρόνοιας και Κοινωνικής Αντιλήψεως, όπου επέδειξε σημαντικό έργο πρότασης νόμων που αφορούν τη δημόσια υγεία. Όμως τίποτε δεν υλοποιήθηκε γιατί ξέσπασε η δικτατορία του Πάγκαλου. Το 1926 ταξίδεψε στη Ρουμανία. Το 1927 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες». Το 1928 αποσπάσθηκε στην Πάτρα, αλλά αμέσως έφυγε για ταξίδι στο Παρίσι και μετά την επιστροφή του μετατέθηκε στη Νομαρχία Πρέβεζας. Για ένα διάστημα ο Καρυωτάκης επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε υπουργικός γραμματέας Α΄ στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ, μετά την οριστική απαλλαγή του από τον ελληνικό στρατό (παρουσιάσθηκε μόνο για λίγες μέρες), τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Στο τέλος για ν' αποφύγει τις μεταθέσεις απ' τη μια νομαρχία στην άλλη, μεταπήδησε στο Υπουργείο Πρόνοιας και μάλιστα στην κεντρική του υπηρεσία, στην Αθήνα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων, δημοσιεύτηκε το 1919. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικού περιεχομένου περιοδικό Η Γάμπα, του οποίου η δημοσίευση όμως απαγορεύτηκε μετά από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο Νηπενθή, εκδόθηκε το 1921. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη (1902-1930). Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο Ελεγεία και Σάτιρες. Τον Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην πόλη της Πάτρας και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα.
 
 
Η επίσης ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη γνώρισε τον Κώστα Καρυωτάκη το 1920 σε δημόσια υπηρεσία της Αθήνας όπου αμφότεροι εργάζονταν προσωρινά, και τον ερωτεύτηκε. Έχει γράψει σε επιστολή της σε κάποια φίλη της το εξής ιστορικό για τον Καρυωτάκη: «Στο κάτω-κάτω εγώ αγάπησα έναν ποιητή. Δεν αγάπησα έναν ήρωα. Αν ήθελα ήρωα, θα αγαπούσα τον Ανδρούτσο». Άλλη πληροφορία επίσης αναφέρει ότι η Μαρία Πολυδούρη τού είχε προτείνει γάμο, αλλά αυτός αρνήθηκε με τη δικαιολογία ότι «πάσχει από ανίατο αφροδίσιο νόσημα και δεν θέλει να πάρει στο λαιμό του καμιά γυναίκα». Αυτό, φαίνεται να ευσταθεί πλήρως, δεδομένου ότι έγραψε και το σχετικό ποίημα «Ωχρά Σπειροχαίτη», που είναι το όνομα του μικροβίου που προκαλεί τη σύφιλη.
 
 
Ο Κώστας Καρυωτάκης έφτασε στην Πρέβεζα με καράβι στις 18 Ιουνίου 1928, μετά από δυσμενή μετάθεση. Η θέση εργασίας του ήταν στη Νομαρχία Πρεβέζης, στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως Προσφύγων, στο κτήριο Πάλιου, της οδού Σπηλιάδου 10. Ο Καρυωτάκης ως δικηγόρος της Νομαρχίας, είχε στα καθήκοντά του τη σύνταξη και τον έλεγχο των τίτλων κυριότητας των αγροτεμαχίων διανομής προς τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας). Η τότε Νομαρχία Πρέβεζας στεγαζόταν σε ένα διώροφο μεγάλο «επιβλητικό» κτήριο με κήπο στην οδό Σπηλιάδου 10, ιδιοκτησίας Πάλιου, που έχει γκρεμισθεί και εκεί ανηγέρθησαν δύο συνεχόμενες πολυκατοικίες. Το σπίτι που νοίκιασε και έμεινε τις τελευταίες μέρες της ζωής του το 1928, βρίσκεται στην οδό Δαρδανελίων, στο λεγόμενο Σεϊτάν Παζάρ. Διατηρείται ακόμα ανέπαφο, υπάρχει αναμνηστική πλάκα, και κατοικούταν τη δεκαετία του '90 από την κυρία Λελόβα, κόρη της κυρίας Πηνελόπης Λυγκούρη, σπιτονοικοκυράς του Καρυωτάκη η οποία έχει πεθάνει και σήμερα κατοικείται από άλλους απογόνους. Η σπιτονοικοκυρά του Καρυωτάκη, Πηνελόπη Λυγκούρη, νεαρή κοπέλα το 1928, δήλωσε στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «στο σπίτι ο Καρυωτάκης δεν είχε καθόλου βιβλία, παρά μόνο χειρόγραφα δικά του, τα οποία μετά το θάνατό του δεν ήξερε ότι ήταν ποιήματα και τα πέταξε»!!!. Επίσης δήλωσε ότι "Είχε τρία κουστούμια γαλλικά, που αγόρασε στο Παρίσι και ήταν πάντα άψογα ντυμένος με γραβάτα". Λέγεται προφορικά, ότι "ο Καρυωτάκης ήρθε σε ρήξη με τον τότε Νομάρχη, ο οποίος πιθανώς χρηματιζόταν με λίρες Μικρασιατών στο θέμα της μη ισότιμης και δίκαιης παροχής αγροτεμαχίων".
 
 
Στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού, ο δήμαρχος Πρέβεζας τη διετία 1977-1978, Ηρακλής Ντούσιας, περιέγραψε ότι, δύο ώρες προ της αυτοκτονίας του, περί τις 2.30 μ.μ., ο Καρυωτάκης πήγε στο τότε παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος» στη θέση Βρυσούλα, ιδιοκτησίας τότε Νιόνιου Καλλίνικου, όπου παρήγγειλε και ήπιε μια βυσσινάδα. Ο καφεπώλης παραξενεύτηκε τότε, γιατί ο ποιητής τού άφησε στο τραπέζι 75 δραχμές πουρμπουάρ, ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν 5 δρχ. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί (τετράδιο) όπου έγραψε τις τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν στην τσέπη του και διασώθηκαν. Στο τέλος των σημειώσεων αυτών έγραψε μεταξύ των άλλων: «Συνιστώ σε όσους σκοπεύουν να αυτοκτονήσουν, να αποφύγουν τη μέθοδο του πνιγμού, εάν γνωρίζουν καλό κολύμπι. Εγώ ταλαιπωρήθηκα στη θάλασσα 10 ώρες και δεν κατάφερα τίποτα!». Ο γιος του οπλοπώλη Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, πολιτικός μηχανικός ΤΕ, δηλώνει στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «την προηγουμένη ημέρα τής αυτοκτονίας ο Καρυωτάκης αγόρασε από το κατάστημα του πατέρα του ένα περίστροφο, με το οποίο επέστρεψε σε λίγες ώρες διαμαρτυρόμενος ότι είχε βλάβη, ενώ είχε ξεχάσει να βγάλει την ασφάλεια». Αυτό εξηγήθηκε ως πρόθεσή του να αυτοκτονήσει αυθημερόν. Το περίστροφο αυτό είναι τύπου Pieper Bayard 9mm, παραχωρήθηκε από τους απογόνους της οικογένειας Καρυωτάκη και εκτίθεται από το 2003 στο «Μουσείο Μπενάκη» στην Αθήνα (κτίριο Α, Βασ. Σοφίας). Τελικά, στις 21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά. Η τότε χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία του πτώματος η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει κουστουμαρισμένο, με ψαθάκι και με το χέρι με το πιστόλι στο στήθος. Στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού και υπάρχει εκεί αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει: «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης».
 
 
 
Στην τσέπη του κουστουμιού του πτώματος του Κώστα Καρυωτάκη βρέθηκε επιστολή που γράφει τα εξής: «Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές (!!!), είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας» Κ.Γ.Κ. [Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου». Κ.Γ.Κ. (Κώστας Γ. Καρυωτάκης). Ακόμα και σήμερα υπάρχουν απορίες και αντιθέσεις στην ερμηνεία αυτής της επιστολής.
 
 
 
Ένας λόγος που φαίνεται να ώθησε τον Καρυωτάκη στην αυτοκτονία είναι και η σύφιλη από την οποία πιθανολογείται ότι έπασχε. Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Σαββίδης, ο οποίος διέθετε το μεγαλύτερο αρχείο για τους Νεοέλληνες Λογοτέχνες, ερχόμενος σε επαφή με φίλους και συγγενείς του ποιητή, αποκάλυψε ότι ο Καρυωτάκης ήταν συφιλιδικός, και, μάλιστα, ο αδελφός του, Θανάσης Καρυωτάκης, θεωρούσε ότι η ασθένεια συνιστούσε προσβολή για την οικογένεια. Ο Γιώργος Μακρίδης, στη μελέτη του για τον Καρυωτάκη, διατυπώνει την άποψη ότι "ο ποιητής αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα, όχι πιεζόμενος από τη μετάθεσή του εκεί, αλλά φοβούμενος να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, όπως συνέβαινε με όλους τους συφιλιδικούς στο τελικό στάδιο της νόσου την περίοδο εκείνη". Θέλοντας, μάλιστα, να ισχυροποιήσει το επιχείρημά του, τονίζει ότι "δεν είναι δυνατόν ένας βαριά καταθλιπτικός ασθενής να αστειεύεται στο επιθανάτιο γράμμα του". Σύμφωνα με τον σύγχρονο ορισμό της κλινικής κατάθλιψης, ο ποιητής είναι βέβαιο ότι έπασχε απο τη νόσο. Το έργο, πολύ πρίν μάθει οτι πάσχει απο σύφιλη το καλοκαίρι του 1922, η ζωή και ο θάνατος του συνιστούν ακράδαντες αποδείξεις για αυτό. Το πως η πρώτη νόσος ουσιαστικά τον οδήγησε στη δεύτερη, περιγράφεται στο τελευταίο του σημείωμα.
 

Ο ρόλος που ενδεχομένως έπαιξε η γυναίκα και ο έρωτας στην αυτοκτονία του Καρυωτάκη δεν αναφέρεται ούτε ως υπαινιγμός στο τελευταίο του σημείωμα, αλλά δεν πρέπει να αγνοηθεί. Η ωραία και χειραφετημένη ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη τον είχε ερωτευθεί και αυτός φάνηκε να ανταποκρίνεται. Κατά την Πολυδούρη μάλιστα ήταν εκείνος που πρώτος εξομολογήθηκε τον έρωτά του. Του πρότεινε να παντρευτούν, μα εκείνος δεν θέλησε. Εκείνη το απέδωσε στο χρόνιο αφροδίσιο νόσημα από το οποίο έπασχε. Μαρτυρία του φίλου του Χ. Σακελλαριάδη, αλλά και το ημερολόγιο της Πολυδούρη, δείχνουν πως δεν είχαν οι δυο τους ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις, αν και είχε ερωτικές επαφές με κοινές γυναίκες. Όπως παρατηρεί ο καθηγητής της Ψυχιατρικής Πέτρος Χαρτοκόλλης, «ήταν περισσότερο η αδυναμία ν΄αγαπήσει η αιτία που τον ώθησε στην αυτοκτονία παρά η στέρηση της γυναικείας αγάπης» Και συνεχίζει, «Το πρόβλημα του Καρυωτάκη ήταν ότι δεν μπορούσε να αγαπήσει τις γυναίκες που μπορούσαν να τον αγαπήσουν. Έχοντας μια πολύ κακήν ιδέα για τον ευατό του την προέβαλλε στους άλλους-πολύ εύκολο για την φθονερή πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσε-πλάθοντας για τον ευατό του μια ψεύτικη εικόνα ανωτερότητας, που κατέρρεε όταν μια γυναίκα τον απέρριπτε, ενώ τον έκανε να χάνει την εκτίμησή του, για μια γυναίκα που, σαν την Πολυδούρη, μπορούσε να τον αγαπήσει».
 

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Εφιαλτικές υποψίες…

Ένα μυθιστόρημα σε συνέχειες πλασμένο από ομάδα συντάκτων του εΜΜΕίς.
Ο κρύος ιδρώτας την είχε λούσει. Μερικές σταγόνες έπεφταν στο νερό. Δημιουργούσαν μικροσκοπικά κύματα. Ήθελε να ξεσπάσει σε αλόγιστα χαχανητά, αλλά τελευταία στιγμή συγκράτησε αυτό το επικίνδυνο συναίσθημα. Ο Μεγάλος εφοπλιστής κινούσε τα νήματα σ’αυτόν τον κόσμο. Ακόμα ένα λάθος και θα γινόταν σίγουρα τροφή για τα σαρκοφάγα ψάρια. Προς το παρόν, την χρειαζόταν.
Κατάφερε να επανακτήσει την κυριαρχία της. Ο ιδρώτας έπαψε να τρέχει σαν ποτάμι από το κορμί της. Οι μύες του κορμιού ησύχασαν σταδιακά. Ένιωθε ανακούφιση που είχε καταφέρει να επιβληθεί στον εαυτό της. Ευτυχώς, ήταν ακόμα η κρατερά Ματίνα, η στυγερή δολοφόνος με τα αναρίθμητα πρόσωπα.
«Με χρειάζεσαι», πρόλαβε να εκστομίσει προτού ένα από τα πιράνχας γλείψει το πρόσωπό της.
Πανικός την κατέβαλε ξανά, αλλά έκλεισε τα μάτια της, προσπαθώντας για πολλοστή φορά να σκεφτεί λογικά. Ο Μεγάλος την χρειαζόταν και επομένως δεν επρόκειτο να τη σκότωνε. Ή μήπως έκανε λάθος;
«Ναι όντως», είπε εκείνος καθώς τράβαγε τη Ματίνα μακριά από το περίτεχνο γραφείο.
Με δύναμη την πέταξε πάνω από το γραφείο του. Έπεσε στο πάτωμα με φόρα. Χτύπησε στο πρόσωπο, αλλά συγκράτησε το θυμό που ήταν έτοιμος να ξεσπάσει σαν ορμητικός χείμαρρος από  μέσα της. Άλλωστε, δεν θα κατάφερνε τίποτα σημαντικό αν εναντιωνόταν στον άνθρωπο που στεκόταν απέναντί της και την κοίταζε με το σαρδόνιο χαμόγελό του. Κάποια στιγμή θα κατάφερνε να ξεφύγει από τα δεσμά του. Τότε θα ήταν ξανά ελεύθερη. Ίσως να μπορούσε να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη. Να αντικρίσει ξανά όλους τους γνωστούς της, που είχε αναγκαστεί βίαια να τους ξεχάσει κάτω από το βάρος του πανίσχυρου χρόνου. Ο χρόνος ήταν ο μέγας ρυθμιστής των πάντων. Εκείνος κατά κάποιον περίεργο τρόπο αποφάσιζε για τις τύχες των ζωντανών μαζί με τη βοήθεια της μοίρας, βέβαια.
«Μίλα», είπε εκείνος ουρλιάζοντας.
«Είναι δύσκολη η υπόθεση. Πρέπει να προσέχουμε. Ο Βενέτης κρατάει στα χέρια του όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούν ανά πάσα στιγμή να μας ισοπεδώσουν. Ο ίδιος φαίνεται να μην έχει γνώση των στοιχείων που έχει στην κατοχή του, αλλά ενδέχεται να βρεθεί κάποιος και να του φανερώσει την αλήθεια. Πρέπει να δράσουμε γρήγορα και κάτω από άκρατη μυστικότητα. Επίσης, είναι σχεδόν ξεκάθαρο ότι δεν μπορώ να αναλάβω μόνη μου μία τέτοια αποστολή για τον απλούστατο λόγο, ότι ο Βενέτης δεν είναι μόνος του. Υπάρχουν άτομα που τον καλύπτουν και τον υπερασπίζονται. Πρέπει οπωσδήποτε να μάθουμε τι ακριβώς συμβαίνει, γιατί φοβάμαι ότι σ’αυτή την υπόθεση έχουν εμπλακεί δυνάμεις που δεν μπορούμε σε καμιά περίπτωση να διανοηθούμε», είπε η Ματίνα όσο πιο ήρεμα μπορούσε.
Ο άνδρας σταμάτησε να καπνίζει. Κάθισε στην τεραστίων διαστάσεων καρέκλα του και περιεργάστηκε τον χώρο. Αφού παρέμεινε ακίνητος για κάμποσα λεπτά, μίλησε επιθετικά: «Δεν με νοιάζει ποιος έχει αναμειχθεί στην υπόθεση. Εσύ οφείλεις να κάνεις αυτό για το οποίο προσλήφθηκες και πληρώνεσαι αδρά. Χάσου από μπροστά μου τώρα!»
Συνεχίζεται…
Διαβάστε το τέταρτο μέρος εδώ.
Διαβάστε το τρίτο μέρος εδώ.
Διαβάστε το δεύτερο μέρος εδώ.
Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ.

πηγή: http://pacific.jour.auth.gr/emmeis/?p=8218

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Η γοργόνα - Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

«Θυμάμαι το κορμί της να αγγίζει το δικό μου. Η ξανθιά γυναίκα με τα γαλάζια μάτια έκανε την εμφάνισή της μέσα από τα γάργαρα νερά. Μου χαμογέλασε αχνά κι ένιωσα μονομιάς ένα πετάρισμα στην καρδιά μου. Ξέρεις, το προκλητικό της βλέμμα ήταν γεμάτο υποσχέσεις.
Αυτό το περιστατικό έλαβε χώρα αν θυμάμαι καλά πριν από περίπου μία μέρα στην παραλία της Επανομής. Είχα πάει με κάτι φίλους τα μεσάνυχτα για ένα βραδινό μπάνιο. Είχαμε μαζί μας μπύρες, μια κιθάρα και ο Μάνος είχε φροντίσει να φέρει με το αυτοκίνητό του αρκετά ξύλα για να ανάψουμε φωτιά.
Η πανσέληνος στον ουρανό και το αμυδρό λευκό φως που παρήγαγε δημιουργούσαν μία πρωτόγνωρη μαγεία. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο η καρδιά μου σκίρτησε όταν αντίκρισα τα γάργαρα νερά. Ο πατέρας μου έλεγε ότι η θάλασσα έκρυβε μέσα της πάμπολλους θησαυρούς, αλλά πάντοτε φρόντιζε να επισημαίνει ότι δεν πρέπει ποτέ μα ποτέ να την εξοργίσεις, γιατί τότε θα φρόντιζε να σε τιμωρήσει.
Ποτέ μου δεν πίστεψα τις ιστορίες του πατέρα μου. Ανέκαθεν ήταν τρελός και στα εξήντα έξι του χρόνια οδηγήθηκε στο Δαφνί όπου και άφησε έξι μήνες μετά την τελευταία του πνοή. Έκτοτε φρόντισα να τον ξεχάσω γιατί τα θεότρελά ξεσπάσματά του τις βραδινές ώρες μαζί με τις ασυναρτησίες που έλεγε για δαιμόνια της θάλασσας επέστρεφαν μερικές φορές σαν εφιάλτες κατά τη διάρκεια του ύπνου μου.
»Πρώτος μπήκα εγώ στο νερό. Ήμουν ολόγυμνος. Μ’ άρεσε ο γυμνισμός. Εκεί που κολυμπούσα εμφανίστηκε εκείνη. Ήταν τόσο απερίγραπτα όμορφη. Την ακολούθησα και απομακρύνθηκα από τη φωτιά. Οι φίλοι μου δεν το αντιλήφθηκαν. Ποιος άλλωστε θα φανταζόταν ότι θα απομακρυνόμουν μες τη νύχτα μακριά από τη φωτιά;
Εκπόρευε μια μαγεία όμως που δεν μπορείς να φανταστείς ή καλύτερα δεν μπορούσες να αντισταθείς. Συνέχισα να την ακολουθώ όλο και πιο βαθιά. Κάποια στιγμή σταμάτησε και ξεκίνησε να τραγουδά ένα θείο άσμα. Μαγεύτηκα. Ήθελα να αγγίξω τα χείλη της.
Όταν όμως έφτασα τόσο κοντά της, τα μάτια της  πήραν το κοκκινωπό χρώμα του αίματος, ενώ τα ξανθιά μαλλιά της μετατράπηκαν σε θανατηφόρα φίδια. Παράλληλα, το στόμα της άνοιξε και φανέρωσε τα σουβλερά της δόντια.
Έντρομος ξεκίνησα να κολυμπώ όσο γρηγορότερα γινόταν. Εκείνη κάποια στιγμή με έφτασε και έκοψε μερικά δάχτυλα των ποδιών. Να, αυτά εδώ είναι! Το φρέσκο αίμα πότισε τη θάλασσα. Έβγαλε σατανικές ιαχές. Το αίμα μάλλον της είχε ανοίξει την όρεξη.
Τελικά, κατάφερα να φτάσω την ακτή. Οι φίλοι μου βλέποντάς με τραυματισμένο και αποτρελαμένο με οδήγησαν στον Άγιο Παύλο. Την υπόλοιπη ιστορία την ξέρεις γιατρέ. Σε παρακαλώ, δεν είμαι τρελός. Λέω την αλήθεια. Έτσι τραυματίστηκα», είπε ο Αντώνης καθώς τον έλουζε ο κρύος ιδρώτας.
«Ναι, δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. Απλά, θα πρέπει να υποβληθείτε σε μερικές ακόμα εξετάσεις», είπε ο γιατρός ενώ ένευε σε δύο νοσοκόμους να πλησιάσουν .
Ο Αντώνης δεν μπορούσε πλέον να ξεφύγει. Πάλεψε, αλλά ήταν δυνατότεροι. Η μοίρα είχε προνοήσει να ακολουθήσει τον δρόμο που είχε χαράξει ο πατέρας του…



Ο Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1994. Έχει πάρει μέρος σε πολλούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Μεγαλύτερη διάκριση αποτελεί το πρώτο βραβείο στον πέμπτο πανελλήνιο διαγωνισμό παραμυθιού που είχε διοργανωθεί από το περιοδικό Kid’s Fan. Το μυθιστόρημα: «Μια σειρά από τρομαχτικά γεγονότα» είναι η πρώτη του μεγαλόπνοη συγγραφική προσπάθεια και μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν από τον ιστοχώρο των Εκδόσεων Σαΐτα: http://www.saitapublications.gr/2012/12/ebook.13.html . Παράλληλα, διαθέτει και το ιστολόγιο: « Χίλιες και μία ιστορίες» (http://minosathkar.blogspot.gr/). Τέλος, έχει συμμετάσχει και στα συλλογικά ebooks: «Tweet_Stories - Λογοτεχνία σε 140 χαρακτήρες» (openbook.gr), «Το ταξίδι ενός χαρτονομίσματος», «Ένα ταξίδι… αλλιώς» (Εκδόσεις Σαΐτα).




Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

ψευδαισθήσεις

[μίνως-αθανάσιος καρυωτάκης]
«Όταν μπεις μέσα να θυμάσαι ότι μόνο εσύ υπάρχεις. Όλα τ’ άλλα είναι ψευδαισθήσεις», είπε ο Καρλ φροντίζοντας να ταρακουνήσει καλά τον υπνωτισμένο Άντονι.

«Ναι, κατάλαβα. Μόνο εγώ είμαι αληθινός. Όλα τα υπόλοιπα είναι ένα ψέμα. Αλήθεια Καρλ, εσύ υπάρχεις;», ρώτησε ο Άντονι ασθμαίνοντας ελαφρώς.

Με το άκουσμα της ερώτησης ο φίλος του φάνηκε να τρομάζει. Τα μάτια του γούρλωσαν, ενώ ένα τρέμουλο κατέλαβε το σώμα του. Κοίταζε τον Άντονι δείχνοντας να μην μπορεί να κατανοήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Βαθιά μέσα του ήταν σχεδόν σίγουρος ότι κάτι κακό θα συνέβαινε.

Ξάφνου, ένα λευκό φως γέμισε μονομιάς τον χώρο. Τα μάτια των δύο έτσουξαν και αμέσως έσπευσαν να κλείσουν τα βλέφαρά τους για να σταματήσουν τον πόνο. Μάταιος κόπος. Ο Καρλ παραπάτησε και έπεσε με δύναμη στο έδαφος. Τα ουρλιαχτά του εισχώρησαν μες την ψυχή του φίλου του. Προσπάθησε να εντοπίσει την απόσταση που τους χώριζε, αλλά δεν μπορούσε να υπολογίσει σωστά. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Κυλίστηκε στο δάπεδο καθώς ένιωθε την ανάσα ενός πλάσματος να τον χτυπά στο σβέρκο. Δάγκωσε τα χείλη του για να μην ουρλιάξει. Έπρεπε να παραμείνει ζωντανός.

Χωρίς να βλέπει, σηκώθηκε. Χτύπησε σε κάμποσα έπιπλα, έριξε και ένα γυάλινο βάζο στο πάτωμα, αλλά τελικά κατάφερε να βρει την πόρτα. Χωρίς να χάσει χρόνο, γύρισε το πόμολο. Οι μεντεσέδες έτριξαν σαν μωρά παιδιά. Ο φίλος του συνέχιζε να βγάζει οιμωγές. Το “είναι” του πονούσε, αλλά δεν μπορούσε να τον σώσει. Άλλωστε, πριν από κάποια λεπτά του είχε πει ότι όλα ήταν ψευδαισθήσεις. Αυτός ήταν ο μόνος αληθινός εκεί μέσα. Ο Καρλ όμως ήταν υπαρκτό πρόσωπο ή μήπως όχι;

Τα τζάμια των παλαιικών παραθύρων έσπασαν. Τα κομμάτια τους γέμισαν όλον τον χώρο. Πάτησε μερικά. Του τραυμάτισαν τις πατούσες. Η ζωή του έφτασε το σημείο μηδέν και έπεσε κι αυτός νεκρός στη μέση του δωματίου.

«Ρε βλάκα, σου είπα να πατάς πιο πολλές φορές το τετράγωνο», φώναξε εκνευρισμένα ο Γιάννης.

«Ρε συ, μα το παιχνίδι είναι μαλακία. Δεν καταλαβαίνεις τι είναι αλήθεια και τι όχι», είπε αγανακτισμένα ο Γιώργος.

« “Ψευδαισθήσεις” λέγεται. Πώς ήθελες να είναι δηλαδή;»

«Καλά δεν πειράζει, πάτα πάλι το load. Αυτή τη φορά είμαι βέβαιος ότι θα το κερδίσουμε», είπε ο Γιώργος χαμογελώντας.

Ξαφνικά, κάποιος από τους δύο έριξε κάτω το ποτήρι με το νερό. Το γυαλί ακούμπησε το ξύλινο παρκέ κι έσπασε. Ο Γιώργος πετάχτηκε μονομιάς και ξεκίνησε να βρίζει τον φίλο του.

«Ρε μαλάκα δεν το έριξα εγώ το ποτήρι, ξεκόλλα!»

«Ναι, εγώ το πέταξα κάτω», ακούστηκε μια βραχνή φωνή μέσα από την τηλεόραση.

Το πλάσμα με τα πλοκάμια γέλασε χαιρέκακα ενώ έβγαινε από την οθόνη. Κοίταξε τα θύματά του και είπε: «Εγώ δεν ανήκω στις ψευδαισθήσεις»…