Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

ψευδαισθήσεις

[μίνως-αθανάσιος καρυωτάκης]
«Όταν μπεις μέσα να θυμάσαι ότι μόνο εσύ υπάρχεις. Όλα τ’ άλλα είναι ψευδαισθήσεις», είπε ο Καρλ φροντίζοντας να ταρακουνήσει καλά τον υπνωτισμένο Άντονι.

«Ναι, κατάλαβα. Μόνο εγώ είμαι αληθινός. Όλα τα υπόλοιπα είναι ένα ψέμα. Αλήθεια Καρλ, εσύ υπάρχεις;», ρώτησε ο Άντονι ασθμαίνοντας ελαφρώς.

Με το άκουσμα της ερώτησης ο φίλος του φάνηκε να τρομάζει. Τα μάτια του γούρλωσαν, ενώ ένα τρέμουλο κατέλαβε το σώμα του. Κοίταζε τον Άντονι δείχνοντας να μην μπορεί να κατανοήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Βαθιά μέσα του ήταν σχεδόν σίγουρος ότι κάτι κακό θα συνέβαινε.

Ξάφνου, ένα λευκό φως γέμισε μονομιάς τον χώρο. Τα μάτια των δύο έτσουξαν και αμέσως έσπευσαν να κλείσουν τα βλέφαρά τους για να σταματήσουν τον πόνο. Μάταιος κόπος. Ο Καρλ παραπάτησε και έπεσε με δύναμη στο έδαφος. Τα ουρλιαχτά του εισχώρησαν μες την ψυχή του φίλου του. Προσπάθησε να εντοπίσει την απόσταση που τους χώριζε, αλλά δεν μπορούσε να υπολογίσει σωστά. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Κυλίστηκε στο δάπεδο καθώς ένιωθε την ανάσα ενός πλάσματος να τον χτυπά στο σβέρκο. Δάγκωσε τα χείλη του για να μην ουρλιάξει. Έπρεπε να παραμείνει ζωντανός.

Χωρίς να βλέπει, σηκώθηκε. Χτύπησε σε κάμποσα έπιπλα, έριξε και ένα γυάλινο βάζο στο πάτωμα, αλλά τελικά κατάφερε να βρει την πόρτα. Χωρίς να χάσει χρόνο, γύρισε το πόμολο. Οι μεντεσέδες έτριξαν σαν μωρά παιδιά. Ο φίλος του συνέχιζε να βγάζει οιμωγές. Το “είναι” του πονούσε, αλλά δεν μπορούσε να τον σώσει. Άλλωστε, πριν από κάποια λεπτά του είχε πει ότι όλα ήταν ψευδαισθήσεις. Αυτός ήταν ο μόνος αληθινός εκεί μέσα. Ο Καρλ όμως ήταν υπαρκτό πρόσωπο ή μήπως όχι;

Τα τζάμια των παλαιικών παραθύρων έσπασαν. Τα κομμάτια τους γέμισαν όλον τον χώρο. Πάτησε μερικά. Του τραυμάτισαν τις πατούσες. Η ζωή του έφτασε το σημείο μηδέν και έπεσε κι αυτός νεκρός στη μέση του δωματίου.

«Ρε βλάκα, σου είπα να πατάς πιο πολλές φορές το τετράγωνο», φώναξε εκνευρισμένα ο Γιάννης.

«Ρε συ, μα το παιχνίδι είναι μαλακία. Δεν καταλαβαίνεις τι είναι αλήθεια και τι όχι», είπε αγανακτισμένα ο Γιώργος.

« “Ψευδαισθήσεις” λέγεται. Πώς ήθελες να είναι δηλαδή;»

«Καλά δεν πειράζει, πάτα πάλι το load. Αυτή τη φορά είμαι βέβαιος ότι θα το κερδίσουμε», είπε ο Γιώργος χαμογελώντας.

Ξαφνικά, κάποιος από τους δύο έριξε κάτω το ποτήρι με το νερό. Το γυαλί ακούμπησε το ξύλινο παρκέ κι έσπασε. Ο Γιώργος πετάχτηκε μονομιάς και ξεκίνησε να βρίζει τον φίλο του.

«Ρε μαλάκα δεν το έριξα εγώ το ποτήρι, ξεκόλλα!»

«Ναι, εγώ το πέταξα κάτω», ακούστηκε μια βραχνή φωνή μέσα από την τηλεόραση.

Το πλάσμα με τα πλοκάμια γέλασε χαιρέκακα ενώ έβγαινε από την οθόνη. Κοίταξε τα θύματά του και είπε: «Εγώ δεν ανήκω στις ψευδαισθήσεις»…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου