Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Η λογοκλοπή είναι μέρος της λογοτεχνίας;

Τα τελευταία χρόνια έχουν φανερωθεί σκανδαλώδεις υποθέσεις λογοκλοπής, με αποτέλεσμα να ανοίξει ένας διάλογος πάνω σ' αυτό το θέμα και να ακουστούν απόψεις που άλλες καυτηριάζουν το φαινόμενο και άλλες το υποστηρίζουν. Βέβαια, το ζήτημα δεν είναι πρωτοφανές, αφού από την εποχή του Σέξπιρ είχαν ήδη επισημανθεί ανάλογες πρακτικές.
Στις μέρες μας, όμως, φαίνεται πως τα πάντα γίνονται απροκάλυπτα, πιο γρήγορα γνωστά και η κριτική που ασκείται σε λογοκλόπους συγγραφείς πιο άμεση. Εκτός από τη Γαλλίδα Μαρί Νταριουσέκ, τη Βρετανίδα Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, συγγραφέα του Χάρι Πότερ, τελευταία προστέθηκε και η νεαρότατη Γερμανίδα Χέλεν Χέγκεμαν, η οποία τον περασμένο Ιανουάριο δημοσίευσε το βιβλίο της «Axoloti Roadskill» το οποίο σύντομα έγινε μπεστ σέλερ. Αποκαλύφθηκε όμως πολύ γρήγορα - όπως διαβάζουμε σε ένα μεγάλο αφιέρωμα του περιοδικού Courrier International, για το θέμα, πως το πόνημά της δεν ήταν παρά μια αντιγραφή κειμένων κάποιου ανώνυμου μπλόγκερ, γνωστού μόνο με το ψευδώνυμο Airen, και έτσι η Χέγκεμαν, που ήταν φαβορί, στη Γιορτή Βιβλίου της Λιψίας.
«Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται, οι ολοκληρωμένοι ποιητές κλέβουν» έλεγε ο Τ.S. Elliot. Ομως, από πότε; Ηδη από το 1592, ο Αγγλος συγγραφέας Robert Greene, σε ένα λιβελογράφημά του, λίγο πριν πεθάνει, λύνει τους λογαριασμούς του με πολλούς «συναδέλφους» του και ειδικά με κάποιον του οποίου η απρόσμενη επιτυχία τον είχε δυσαρεστήσει. Επρόκειτο, ούτε λίγο ούτε πολύ, για τον Ουίλιαμ Σέξπιρ. Τον χαρακτηρίζει, λοιπόν, αριβιστή και λογοκλόπο. Αυτή η καταγγελία ενός ανθρώπου που -ειρήσθω εν παρόδω- θεωρείται ο πρώτος επαγγελματίας συγγραφέας, δηλαδή ο πρώτος συγγραφέας που έζησε κερδίζοντας χρήματα από τα γραπτά του, δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, ο Σέξπιρ πληγώθηκε από τη στάση τού Greene, αλλά αυτό δεν απέτρεψε τους επιγόνους του να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Ο Milton αντέγραψε τον Masenius· αργότερα, ο Laurence Sterne έκανε το ίδιο με τον Robert Burton, ο Samuel Coleridge με τον Schelling και ο Τ.S. Elliot με όλον τον κόσμο. Ο Tolkien εμπνεύστηκε κατά πολύ από τις ιστορίες των βόρειων χωρών και 140 χρόνια αργότερα, δηλαδή σήμερα, εξακολουθούμε να αναλύουμε το πρόβλημα και να διαπιστώνουμε πως η αντιγραφή ή η λογοκλοπή είναι ένα από τα θανάσιμα αμαρτήματα της λογοτεχνίας. Κανείς συγγραφέας, αν είναι ειλικρινής, δεν θα αρνηθεί πως αν πέσει το μάτι του πάνω σε κάτι καλό από το έργο κάποιου άλλου συναδέλφου του, συνειδητά ή μη, δεν θα διστάσει να το σημειώσει, να το βάλει σε κάποιο αρχείο του γα τις «δύσκολες μέρες». Οταν πιάστηκε ο Βιργίλιος να υποκλέπτει κάποια σημεία από ένα έργο του Quintus Ennius, ο μεγάλος ποιητής είχε δηλώσει πως δεν έκανε τίποτε άλλο από το να «ξεχωρίζει κάποια διαμαντάκια μέσα από τα σκατά του Ennius». Και πράγματι, σήμερα ποιος γνωρίζει τον Ennius;
Οι σύγχρονοι συγγραφείς πρέπει να έχουν τον νου τους. Στη Βρετανία, εκτός από τη Rowling, τόσο ο Ian McEwan όσο και ο Graham Swift και η Ρ.D. James έχουν κατηγορηθεί για λογοκλοπή.
Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, η νομοθεσία προέβλεψε την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, όμως με την εξέλιξη των νέων τεχνολογιών τα πράγματα άλλαξαν. Αίφνης, η μαζική κατανάλωση κι η αναπαραγωγή του πρωτότυπου «περιεχομένου» ανατρέπουν αυτό το νομοθετικό πλαίσιο και μάλιστα κάποιοι Αμερικανοί πανεπιστημιακοί, ελεύθερα πνεύματα, όπως ο James Boyle και ο Lawrence Lessing, επεξεργάστηκαν ριζοσπαστικές θεωρίες πάνω στο τι είναι αποδεκτό ή μη, στο Far West των πνευματικών δικαιωμάτων.
Ο Αμερικανός μυθιστοριογράφος Jonathan Lethem σε ένα κείμενό του υπερασπίζεται σθεναρά τη λογοκλοπή, την αντιγραφή και κάθε είδους καλλιτεχνικά δάνεια, τα οποία θεωρεί απαραίτητα για τη διάρκεια και ολοκλήρωση ενός έργου. Να τι γράφει σε άρθρο του στο Harper's Magazine, της Νέας Υόρκης:
«Η λεηλασία και η λογοκλοπή εδώ και πολύ καιρό αποτελούν μέρος της λογοτεχνίας. Οταν ήμουν 13 χρόνων είχα αγοράσει μια ανθολογία κειμένων της beat generation. Αμέσως ανακάλυψα με μεγάλο ενδιαφέρον κάποιον Ουίλιαμ Μπάροουζ, συγγραφέα κάποιου "Γυμνού Γεύματος". Ο Μπάροουζ ήταν ο πιο ριζοσπαστικός συγγραφέας εκείνης της εποχής. Τίποτε από όλα όσα είχα διαβάσει έως τότε δεν μου είχε προκαλέσει το αίσθημα των απέραντων δυνατοτήτων της γραφής. Αργότερα, προσπαθώντας να καταλάβω την επίδραση που είχε επάνω μου, ανακάλυψα πως ο Μπάροουζ είχε ενσωματώσει στο έργο του κομμάτια από κείμενα άλλων συγγραφέων, κάτι που οι καθηγητές μου θα είχαν σίγουρα χαρακτηρίσει λογοκλοπή. Γνώριζα πλέον πως η μέθοδος του "cut-up", όπως την ονόμαζε ο Μπάροουζ, ήταν ουσιαστική γι' αυτό που είχε κατά νου και για το οποίο ήταν κυριολεκτικά πεισμένος πως είχε να κάνει με μαγεία. Ο Μπάροουζ μετρούσε τον κόσμο οπλισμένος με ένα ψαλίδι και έναν κουβά κόλλα, κι όμως δεν είχε καμία σχέση με λογοκλόπο.
Οι μουσικοί των μπλουζ και της τζαζ "κολυμπούν" εδώ και καιρό σε ένα είδος ελεύθερης κουλτούρας, στην οποία προϋπάρχοντα μελωδικά κομμάτια έχουν ξαναδουλευτεί με ελεύθερο τρόπο. Η τεχνολογία διεύρυνε περαιτέρω το πεδίο των πιθανών εναλλακτικών. Οι μουσικοί έχουν πια την εξουσία να αναπαράγουν ήχους δημιουργώντας πολλές μουσικές εκδοχές, αντί απλώς να τους υπαινίσσονται.
Το κολάζ ήχων, εικόνων και κειμένων, που επί αιώνες υπήρξε μια αμφισβητούμενη τάση, κέρδισε μια εξαιρετικά κεντρική θέση σε μια σειρά κινημάτων του 20ού αιώνα: φουτουρισμού, κυβισμού, ντανταϊσμού, σιτουασιονισμού, ποπ αρτ, και του κινήματος της αντιγραφής. Εκ των πραγμάτων, το κολάζ, κοινός παρονομαστής αυτής της λίστας, θα μπορούσε να ήταν η κατ'εξοχήν καλλιτεχνική μορφή του 20ού αιώνα.
Καθώς συσσωρεύονται παραδείγματα, καθίσταται σαφές πως η αντιγραφή, η απομίμηση, η παράθεση αποσπασμάτων είναι, κατά κάποιο τρόπο, μια κατάσταση εκ των ων ουκ άνευ, της δημιουργικής πράξης που υπερβαίνει όλες τις μορφές και όλα τα είδη.
Η εταιρεία Walt Disney οικειοποιήθηκε έναν τεράστιο κατάλογο με έργα άλλων καλλιτεχνών: Χιονάτη, Φαντασία, Σταχτοπούτα, Πίτερ Παν, Η Ωραία Κοιμωμένη και πολλά άλλα, τα οποία φυλάει ως κόρη οφθαλμού. Αυτή την περίεργη συμπεριφορά, δηλαδή να «κλειδώνεται» ένα κοινό πολιτισμικό αρχείο προς όφελος ενός ιδιοκτήτη ή μιας εταιρείας, θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε "ιμπεριαλιστική λογοκλοπή", όπως συμβαίνει και με την ελεύθερη χρήση των έργων τέχνης και των τεχνοτροπιών του τρίτου κόσμου ή των "πρωτόγονων" από πιο προνομιούχους καλλιτέχνες. Παράδειγμα, οι "Δεσποινίδες της Αβινιόν" του Πικάσο ή κάποιο άλμπουμ του Πολ Σάιμον ή του Ντέιβιντ Μπερν: ακόμη και χωρίς να παραβιάζονται οι νόμοι περί συγγραφικών δικαιωμάτων, αυτοί οι δημιουργοί αντιμετωπίστηκαν με σκεπτικισμό όταν έγινε αντιληπτό ότι είχαν αντιγράψει άλλους καλλιτέχνες.
Πριν από μερικά χρόνια, είχε προγραμματιστεί σε μια αίθουσα ενός πολιτιστικού κέντρου ένα αφιέρωμα των ταινιών του Dariush Mehrjui, ενός πολύ μεγάλου Ιρανού σκηνοθέτη που στις ταινίες του προσεγγίζει θέματα που αφορούν τις στενές σχέσεις στον κύκλο των εύπορων διανοουμένων. Είναι περιττό να επισημάνω πόσο σπάνια μας δίνεται μια τέτοια ευκαιρία. Καθώς πήγαινα να δω μια ταινία του, μια προσαρμογή του έργου του Σάλιντζερ «Franny and Zooey», μαθαίνω πως η προβολή είχε αναβληθεί λόγω ασφαλιστικών μέτρων που είχε λάβει η πλευρά του συγγραφέα. Ασφαλώς τα συγγραφικά δικαιώματα του έργου ανήκαν στον Σάλινγκερ, αλλά για ποιο λόγο να ενοχληθεί ο συγγραφέας επειδή ένας ελάχιστα γνωστός Ιρανός σκηνοθέτης τιμά το έργο του; *

«Ολες οι ιδέες είναι απο δεύτερο χέρι...»

»Ορισμένες παρατηρήσεις, τώρα: Κάθε κείμενο που έχει διαπεράσει το συλλογικό πνεύμα, όπως η «Οδύσσεια», το «Οσα παίρνει ο άνεμος» ή η «Λολίτα» ξεφεύγει από κάθε προσπάθεια ελέγχου ή αποκλειστικότητας.
Οι συγγραφείς και όσοι έχουν δικαιώματα επί των κειμένων τους, οφείλουν να θεωρούν τα όποια λογοτεχνικά δάνεια από άλλους συγγραφείς τιμή τους ή τουλάχιστον αντίτιμο της μεγάλης τους επιτυχίας. Οι αναφορές από τις οποίες φτιάχνετε ένα κείμενο είναι ανώνυμες, δεν μπορούν να ανιχνευτούν και ωστόσο έχουν ήδη διαβαστεί: είναι οι αναφορές χωρίς εισαγωγικά. Ο πυρήνας, η ψυχή, το πραγματικό και πολύτιμο υλικό κάθε ανθρώπινης έκφρασης είναι λογοκλοπή. Γιατί, ουσιαστικά, όλες οι ιδέες είναι από δεύτερο χέρι, συνειδητά ή μη συνειδητά αντλημένες από ένα εκατομμύριο εξωτερικές πηγές και χρησιμοποιηούμενες καθημερινά από τον κάθε συλλέκτη με υπερηφάνεια και ικανοποίηση που προκαλούνται από την ψευδαίσθηση ότι ο ίδιος τις επινόησε. Στην πραγματικότητα, δεν έχουν ούτε ένα δράμι πρωτοτυπίας. Το νέο και το παλαιό αποτελούν τη συνέχεια και την αλυσίδα της κάθε στιγμής. Δεν υπάρχει νόημα χωρίς αυτά τα δύο. Από ανάγκη ή από ευχαρίστηση όλοι μας αναφέρουμε κάποιες ιδέες, φράσεις... Η επιστημονική έρευνα σε θέματα νευρολογίας αποκάλυψε πρόσφατα πως η μνήμη, η φαντασία και η συνείδηση έχουν σχέση με τη συναρμολόγηση, το patchwork, το ανακάτεμα. Αν ο ίδιος μας ο οργανισμός χρησιμοποιεί "αντιγραφή και επικόλληση", γιατί να μη συμβαίνει και στα έργα τέχνης;
Ως μυθιστοριογράφος, είμαι ένας φελλός στον ωκεανό, ένα φύλλο στον αέρα. Μια μέρα θα εξαφανιστώ. Τώρα είμαι ευτυχισμένος που μπορώ και ζω από αυτό το επάγγελμα και σας ζητώ αν έχετε την καλοσύνη να σεβαστείτε για ένα διάστημα τα μικρά μονοπώλιά μου, τα οποία τόσο αγαπώ. Μην κλέβετε τα βιβλία μου, λεηλατήστε τις απόψεις μου. Το σύνθημα είναι: πάρτε τα όλα. Εσύ, αναγνώστη, είσαι καλοδεχούμενος στις ιστορίες μου. Ποτέ δεν μου ανήκαν, αλλά σου τις δίνω. Αν θέλεις να τις κλέψεις, κάν' το με την ευχή μου».

«Ο χρόνος είναι προνόμιο λίγων»

«Φιλοδοξία μου είναι να είμαι ο ταχυδρόμος. Προσπαθώ να πάω τα γράμματα στα σωστά γραμματοκιβώτια προκειμένου να βρουν τους παραλήπτες τους. Η κριτική είναι μια μορφή διανομής φιλοσοφικής, ποιητικής και πολιτιστικής αλληλογραφίας», λέει ο φιλόσοφος και κριτικός Ζορζ Στάινερ στη γαλλική «Λε Φιγκαρό», με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Αναγνώσεις».
«Οταν διαδέχθηκα, το 1967, στον New Yorker, τον μεγάλο κριτικό Εντμουντ Ουίλσον, το περιοδικό είχε τεράστιο λογοτεχνικό γόητρο. Σε αυτό το έντυπο δημοσίευαν τα έργα τους οι μεγαλύτεροι συγγραφείς και ποιητές. Είχα αυτό το πλεονέκτημα, να μπορώ να επιλέγω τα βιβλία που αγαπούσα και τις νέες ιδέες που ήθελα να συζητήσω. Μου επέτρεπαν να θίξω πολύ δύσκολα προβλήματα, δεδομένου πως ο New Yorker είχε μεν ένα μορφωμένο κοινό αλλά όχι τόσο εξελιγμένο όσο υπήρχε τότε, στη Γαλλία. Ετσι λοιπόν μπόρεσα να παρουσιάσω για πρώτη φορά συγγραφείς όπως τον Τόμας Μπέρνχαρτ ή τον Πολ Σελάν και να τραβήξω την προσοχή του αναγνωστικού κοινού πάνω σε αριστουργήματα που κινδύνευαν να παραμείνουν στο περιθώριο.
Δεν εμπιστεύομαι καθόλου τις θεωρίες. Δεν μπορούν να εξηγήσουν το έργο. Εξακολουθώ να εκπλήσσομαι με την αλαζονεία της αποδόμησης και του μετα-στρουκτουραλισμού μπροστά στο μυστήριο του έργου. Προτιμώ την έκπληξη, αυτήν την πράξη που ανάγεται στον Αριστοτέλη. Το να αγαπάς κάτι , σημαίνει να είσαι βαθύτατα έκπληκτος για αυτό. Πιστεύω πως μια ημέρα οι ιστορικοί θα πουν πως ο θρίαμβος της ιστορίας συμπορευόταν με μια κάποια υποχώρηση της δημιουργίας. Η θεωρία δεν έχει τίποτε να μας πει για τη μουσική και για τη λογοτεχνία, σχεδόν τίποτε. Η τέχνη της ανάγνωσης είναι μια τέχνη της ακοής, τέχνη μιας συγκεντρωμένης και ευλαβούς προσοχής. Είναι μια διαδικασία απομνημόνευσης. Αυτό που απομνημονεύουμε κανείς δεν μπορεί να μας το αρπάξει, ούτε οι μυστικές υπηρεσίες ούτε η λογοκρισία. Δέκα άνθρωποι έμαθαν ορισμένα ποιήματα του Mandelstam και η KGB δεν κατάφερε να αφανίσει τον ποιητή. Από τη στιγμή που δέκα άνθρωποι μάθουν ένα ποίημα, το ποίημα θα διαιωνιστεί. Είναι πολύ πιο σημαντικό από τα βαρύγδουπα σχόλια και τις κριτικές. Αυτό που φέρουμε μέσα μας, μεγαλώνει μέσα μας σε αυτή τη σύνθετη διαλεκτική του εσωτερικού διαλόγου.
Φοβούμαι πως θα χαθεί η σιωπή. Το να έχεις έναν ήσυχο χώρο για τον εαυτό σου, έχει γίνει πια πολυτέλεια. Εδώ, είμαι πολύ μαρξιστής. Ακόμη και η πιο προσωπική πράξη εγγράφεται σε ένα υλικό, οικονομικό και ιδεολογικό πλαίσιο. Το ίδιο ισχύει και για τον χρόνο. Γιατί δεν έχουμε χρόνο να βρούμε χρόνο; Εχουμε την αίσθηση πως η ζωή τον καταπίνει σε μια συνεχή επιτάχυνση. Ο χρόνος, οι μεγάλες σιωπές που μας επιτρέπουν να υποδεχτούμε ένα έργο, η συγκέντρωση, έχουν γίνει προνόμια ορισμένων».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου