Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Άγιος Βασίλης στον καθρέφτη


Ένιωσε τις νιφάδες του χιονιού να ακουμπoύν το λείο λευκό της δέρμα. Μόλις έφευγε από το γραφείο. Είχε εργαστεί για περίπου δέκα ώρες συνεχόμενα. Δεν ένιωθε τα πόδια της. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί και βημάτιζε μηχανικά, σχεδόν άψυχα. Κοίταξε ψηλά τα σύννεφα με το γκριζωπό τους χρώμα. Παραμονή Πρωτοχρονιάς και δεν θα έβγαινε έξω. Θα πέρναγε το υπόλοιπο της μέρας της μπροστά από την τηλεόραση παρακολουθώντας κανένα χάπενιγκ, κυρίως για την αντίστροφη μέτρηση. Το 2014 έπρεπε να φύγει μια για πάντα από την ταραγμένη της ζωή. Είχε αφήσει ανεξίτηλες χαραγματιές στο κορμί της. Έρωτες που είχαν περάσει, παρατημένα πρότζεκτ και η μοναξιά που εξακολουθούσε να τη στοιχειώνει μέχρι σήμερα. Είχε πάρει τη θέση του εραστή της στο ημίδιπλο κρεβάτι που είχε αγοράσει πριν από πέντε χρόνια, τότε που τα οικονομικά της πήγαιναν καλύτερα. Όλα πήγαιναν καλύτερα στο παρελθόν.

Ένα αμάξι πέρασε από δίπλα της. Βυθίστηκε μέσα στην τεράστια λακκούβα με το παμβρώμικο ύδωρ. Την έλουσε από το κεφάλι μέχρι τα πόδια. Σιχτίρισε και προσπάθησε να εκτιμήσει τη ζημιά που είχε γίνει. Οι καφετιές της μπότες είχαν γίνει μούσκεμα, όπως και το πανωφόρι της.

Με το δεξί της χέρι άγγιξε απαλά τα χείλη της. Ένιωσε τη ρυπαρότητα του νερού να μολύνει το καλύτερο σημείο πάνω της. Η Ειρήνη είχε ζουμερά και τρυφερά χείλη που μπορούσαν να σε πάνε στα ουράνια μονάχα μ’ένα μισοάγγιγμα  που θα θύμιζε κατά έναν περίεργο τρόπο φιλί. Μια στιγμή ευτυχίας σ’έναν κόσμο όπου καθημερινά τα στοιχειά μαζί με τα φαντάσματα πλήθαιναν λόγω της διόγκωσης του σκότους. Δεν είχε διπλασιαστεί μόνο εσωτερικό σκοτάδι του ασυνείδητου που είχε βαλθεί να επιβληθεί στο είναι της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και το εξωτερικό. Μια κοινωνία που κατέρρεε απότομα γκρεμίζοντας τις ελπίδες και τα όνειρα σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.

Ένιωσε το κρύο να τρυπάει το δέρμα της. Έφτασε προς την καρδιά της. Αισθάνθηκε ένα δυνατό κρύο χέρι να την τυλίγει. Το ρίγος της υπέβαλε να τιναχτεί σπασμωδικά. Μετακίνησε το χέρι από τα χείλη στο κεφάλι. Έπιασε το μέτωπό της. Είχε ανέβει η θερμοκρασία της ή μήπως όχι; Έπρεπε να πάει σπίτι της, να χουχουλιάσει στον κόκκινο καναπέ της που με τα χρόνια είχε απολέσει τη ζωντάνια του.

Έφτασε μπροστά από τη μεγάλη ημιγυάλινη πόρτα της πολυκατοικίας της. Προτού βγάλει το κλειδί από την τσέπη του ξεθωριασμένου παντελονιού της, ένιωσε μία απότομη κίνηση από πίσω της. Γύρισε μονομιάς το κεφάλι. Δεν υπήρχε τίποτα. Κι όμως είχε ακούσει μια αλλόκοτη ένρινη φωνή να μιλάει. Έλεγε ακαταλαβίστικες προτάσεις. Γράπωσε το κλειδί και το προέταξε μπροστά της σαν φονικό εργαλείο, καθώς διερευνούσε τα περίχωρα της εισόδου.

Μια σκιά παρουσιάστηκε στα αριστερά της. Είχε τη μορφή μιας ολοστρόγγυλης μπάλας με κοφτερά δόντια. Κρύος ιδρώτας ξεκίνησε να διατρέχει κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Ποθούσε να ουρλιάξει, αλλά δεν έπρεπε. Δεν ήξερε ακριβώς γιατί, ωστόσο, η φωνή του ασυνείδητου ήταν ξεκάθαρη. «Πρέπει να παραμείνεις ήρεμη και να μην βγάλεις άχνα», της ψιθύρισε συνωμοτικά. Έκλεισε απότομα τα βλέφαρά της. Ένιωσε τις νιφάδες να προσγειώνονται πάνω στον γκρίζο σκούφο της. Ενθυμήθηκε μερικές ευτυχισμένες στιγμές από πεπερασμένους καιρούς, τότε που όλα ή τουλάχιστον σχεδόν όλα ήταν ομορφότερα. Εισέπνευσε μία γερή δόση καθαρού αέρα. Ο ιδρώτας μαζί με τον τρόμο την εγκατέλειψαν.  Άνοιξε τα μάτια της. Η σκιά είχε εξαφανιστεί. «Πρέπει να αρρωσταίνω», εκστόμισε κουρασμένα καθώς έστριβε το κλειδί της κεντρικής εισόδου.


Οι μεντεσέδες έτριξαν ελαφρώς. Δεν έδωσε σημασία, είχε να ασχοληθεί με πολύ σημαντικότερα ζητήματα. Προτού πέσει στον καναπέ όφειλε να τηλεφωνήσει στους γονείς της. Τα τελευταία τρία χρόνια δεν βρίσκονταν οικογενειακώς ούτε τα Χριστούγεννα. Τους ήταν δύσκολο να έρχονται από τη Γερμανία στην Ελλάδα. Ευτυχώς βέβαια που βρίσκονταν εκεί και δεν χρειαζόταν να ανέχονται αυτή την κατήφεια και την παρακμή που επικρατούσε στην πατρίδα τους.

Έδιωξε τις δυσάρεστες σκέψεις εκστομίζοντας ορισμένες ακατάληκτες κουβέντες. Πάτησε το κουμπί για να καλέσει τον καινούριο ανελκυστήρα της πολυκατοικίας. Τους είχε κοστίσει μία ολόκληρη περιουσία. Εβδομήντα ευρώ κοινόχρηστα είχε πληρώσει, αλλά χαλάλι του. Το προηγούμενο ασανσέρ ήταν ετοιμόρροπο. Ήταν ευτύχημα που δεν είχαν θρηνήσει κάποιο θύμα.

Οι πόρτες άνοιξαν. Εισχώρησε στο εσωτερικό σκοντάφτοντας. Έριξε την πλάτη της πάνω στο γυαλί που κοσμούσε το βάθος του θαλάμου και πάτησε τον αριθμό έξι. Ύστερα, λύγισε τα πόδια της. Κάθισε στο δάπεδο. Είχαν εξασθενήσει όλες εκείνες οι δυνάμεις που την κράταγαν όρθια. Γιατί έπρεπε να δουλεύει μέχρι αργά την Παραμονή της Πρωτοχρονιά; Αναρωτήθηκε άσκοπα πειράζοντας τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. Ξάφνου, τα φώτα του θαλάμου έσβησαν. Ο ανελκυστήρας έπαψε να λειτουργεί. Είχε εγκλωβιστεί στο εσωτερικό. Αρχικά δεν αντέδρασε. Είχε καρφώσει το βλέμμα της στα κλεισμένα παραθυρόφυλλα. Ακόμα κι αν κατάφερνε να τα ανοίξει ήξερε ότι από πίσω θα έβρισκε έναν κιτρινωπό τοίχο. Έπρεπε να βρει δύναμη να καλέσει βοήθεια.

Έχωσε αδύναμα τα χέρια της αλλεπάλληλες φορές στις τσέπες του πανωφοριού της. Αναζητούσε το κινητό της. Μετά από κάμποσες ανεπιτυχείς προσπάθειες αντιλήφθηκε ότι βρισκόταν στη δεξιά τσέπη του παντελονιού της. Το άγγιξε με τα τρεμάμενα χέρια της. Φύσηξε και ξεφύσησε. Είχε αρχινήσει να πιστεύει ότι μειωνόταν το οξυγόνο στον θάλαμο. Θέλησε να βγάλει μια σπαρακτική κραυγή, μα τελευταία στιγμή δάγκωσε τα χείλη της. «Ψυχραιμία κούκλα μου», ψιθύρισε αλλόκοτα στον εαυτό της. Έπιασε ξανά το μέτωπό της. Έκαιγε. Είχε σίγουρα πυρετό. Πέρασε τον αντίχειρά της πάνω από την οθόνη των πέντε ιντσών για να ξεκλειδώσει το κινητό. Την πρώτη φορά απέτυχε. Η δεύτερη στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία. Πληκτρολόγησε τον αριθμό της διαχειρίστριας της οικοδομής. Το τηλέφωνο δεν χτύπησε ποτέ. Δεν είχε σήμα.  Έλεγξε τις μπάρες στα δεξιά της οθόνης. Κανονικά θα έπρεπε να μπορούσε να τηλεφωνήσει. Κάτι δεν πήγαινε καλά.

Έβαλε τη λειτουργία του φακού. Φώτισε τον εσωτερικό χώρο. Τριγύρω της υπήρχαν ανεξήγητα πολλές σκιές. Έριξε το φως πάνω τους χωρίς όμως αποτέλεσμα. Εκείνες συνέχιζαν να τη κοιτάνε στα μάτια υπομονετικά. Περίμεναν να συμβεί κάτι. Γύρισε απότομα και στράφηκε προς τον καθρέφτη του θαλάμου. Έριξε απαλά το φως πάνω του. Ήλεγξε εξονυχιστικά το είδωλό της. Έδειχνε κουρασμένη. Το χρώμα του προσώπου της είχε πάρει ένα ασπριδερό χρώμα, όμοιο μ’ όσων δεν άνηκαν πια στον κόσμο των ζωντανών. Έπιασε το σημάδι στο αριστερό της μάγουλο. Η παλάμη της γέμισε με αίμα. Από πού είχε προκύψει αυτή η πληγή;


Το κινητό γλίστρησε από τα ετοιμόρροπα χέρια της. Έγινε ένα με το πάτωμα δίχως να βγάλει κάποιον ήχο. Προσπάθησε να ουρλιάξει, μα από τον λάρυγγα δεν βγήκε κανένας ήχος. Είχε χάσει τη μιλιά της. Ο φόβος τρύπησε το περίβλημα που την προστάτευε. Ξεπέρασε τα εσωτερικά εμπόδια, νίκησε τους ιππότες και τους βασιλείς που φύλαγαν το είναι της γυναίκας. Φώλιασε μέσα της. Έγινε ο άρχοντάς της κι εκείνη μετατράπηκε σε μια άβουλη μαριονέτα. Η έλλειψη του φωτός διπλασίασε τις σκιές. Βούτηξε στο πάτωμα. Έπιασε το φως. Το έριξε στον καθρέφτη. Από κάποιο διαμέρισμα της πολυκατοικίας είχε ξεκινήσει να παίζει το τραγούδι της Μαράια Κάρει «All I Want For Christmas Is You». Χτύπησε βίαια τη συσκευή. Λειτούργησε. Πέταξε το φως της πάνω στο γυαλί. Τούτη τη φορά δίπλα στο είδωλό της στεκόταν μία σκιά με σκούφο και γένια. Της χαμογέλασε. «Φύγε», τσίριξε ελπίζοντας να την ακούσει κάποιος ένοικος.

Η σκιά εγκατέλειψε τον καθρέφτη. Τύλιξε τη γυναίκα και τότε τα πάντα σκοτείνιασαν. Ένιωσε να χάνει τις αισθήσεις της. Προσπάθησε να κουνήσει τα χέρια της, μάταια όμως. Και εκεί που έμοιαζαν όλα χαμένα άνοιξαν ξάφνου τα φώτα του θαλάμου. Η μηχανή πήρε μπρος κι ο ανελκυστήρας αρχίνησε πάλι το δρομολόγιό του. Έφτασε στον όροφο. Άνοιξε τις πύλες του χαρίζοντας στην Ειρήνη την ελευθερία της.

Με το ρίγος να την έχει καταβάλει και τα δόντια της να χτυπάνε μεταξύ τους σαν κομπρεσέρ έφτασε την πόρτα της γκαρσονιέρας της. Εγκατέλειψε για λίγο το κορμί της πάνω της. Ήθελε να βρει ξανά τις ανάσες της. Έριξε μια ματιά στο κινητό. Δούλευε κανονικά. Ήταν δέκα η ώρα ακόμα. Πως ήταν δυνατόν να μην είχε κυλήσει περισσότερος χρόνος; Δεν είχε παγιδευτεί στο ασανσέρ;

Εισχώρησε στο σπίτι της. Ρίχτηκε στον καναπέ. Έπιασε απαλά τη μάλλινη κουβέρτα. Τυλίχτηκε . Έκλεισε τα μάτια της και αφέθηκε σ’έναν βαθύ και σκοτεινό ύπνο. Τα όνειρα, οι σκέψεις, η γαλήνη και η ηρεμία απουσίαζαν. Δεν είχε κοιμηθεί ποτέ ξανά στη ζωή της τόσο άσχημα και το ανησυχητικό ήταν ότι πίστευε πως αυτός ήταν ο τελευταίος ύπνος της στον επίγειο κόσμο. Ένιωθε να μην είναι πια ο εαυτός της. Σαν να κατοικούσαν εντός της δύο οντότητες.

Πετάχτηκε απότομα. Η κουβέρτα βρέθηκε στο πάτωμα μαζί με δυο αρωματικά κεριά τριαντάφυλλο. Ο ιδρώτας είχε επιστρέψει. Το ρίγος με τον πυρετό ωστόσο είχαν εξαφανιστεί. Πάτησε το κόκκινο κουμπί στην άκρη του τηλεχειριστηρίου. Άνοιξε το χαζοκούτι. Έβαλε μία χαλαρή εκπομπή με δύο γνωστούς παρουσιαστές που προσφάτως είχαν καταφέρει να κερδίσουν κάμποση δημοσιότητα λόγω των σκανδάλων που είχαν ξεσπάσει σχετικά με την προσωπική τους ζωή. Όλα επίτηδες γίνονταν. Όλα για τη δημοσιότητα. «Και τώρα υποδεχτείτε τον Θάνο Αθανασιάδη», φώναξε με την μπάσα φωνή του ο γηραιότερος. Ετοιμάστηκε να αλλάξει κανάλι. Λίγο προτού πατήσει το κουμπί ακούστηκε ένας αλλόκοτος ήχος από το μπαλκόνι. Σηκώθηκε. Είχε επανακτήσει τις δυνάμεις της. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα απαλά. Δεν υπήρχε κανένας έξω. Συνέχιζε να χιονίζει. Ο κρύος αέρας είχε αυξήσει την έντασή του. Ρίπιζε το πρόσωπό της. Επέστρεψε στο εσωτερικό. Άνοιξε το κλιματιστικό.

Στάθηκε μπροστά από το μικρό ψυγείο, που είχε αγοράσει προσφάτως από ένα συνοικιακό μαγαζί με ηλεκτρικά είδη. Εξερεύνησε σαν άλλος Ινδιάνα Τζόουνς τους θησαυρούς που περιείχε. Άρπαξε την μπλε συσκευασία. Περιείχε ρέγκες με αντζούγιες και μια άσπρη πικάντικη σάλτσα. Το λάτρευε το συγκεκριμένο προϊόν. Έκοψε μερικές φέτες ψωμί και στάθηκε πάλι μπροστά από το μαύρο κουτί. Σε περίπου τριάντα λεπτά θα ξεκινούσε η αντίστροφη για το νέο έτος. Βούτηξε το ψωμί στο εσωτερικό της πλαστικής συσκευασίας. Αφού ποτίστηκε με τη σάλτσα το εναπόθεσε απαλά στον ουρανίσκο της. Ανοιγόκλεισε τα σαγόνια της. Κάθε φορά που έτρωγε το συγκεκριμένο φαγητό έπειθε τον εαυτό της να πάει την επομένη να αγοράσει τουλάχιστον άλλες τέσσερεις συσκευασίες.

Με το πιρούνι της έπιασε ένα μεγάλο κομμάτι ρέγκας. Έπειτα, έκοψε ένα κομμάτι ψωμί. Προτού το βουτήξει στη σάλτσα παρατήρησε ότι δίπλα από μία αντζούγια υπήρχε μια μικρή, στο μέγεθος πινέζας, αιμάτινη κηλίδα.  Το πιρούνι ξέφυγε από το καλό της χέρι. Βρέθηκε πάνω στο χαλί. Άγγιξε την πληγή που είχε ανακαλύψει εντός του θαλάμου του ανελκυστήρα. Όλη της η παλάμη βάφτηκε κόκκινο. Πέταξε το φαγητό αλαφιασμένα. Βρέθηκε κι εκείνο δίπλα στο πιρούνι. Βρώμισε ένα μεγάλο μέρος του χαλιού. Το αγνόησε. Την είχε κυριεύσει ο πανικός. Διακτινίστηκε στην τουαλέτα. Κάτω από το έντονο φως του μικρού λαμπτήρα διέκρινε έναν τεράστιο κύκλο που κάλυπτε σχεδόν όλο το αριστερό της μάγουλο. Έσταζε αίμα. Άνοιξε το ντουλαπάκι. Εκεί φύλαγε μερικές γάζες, το μπεταντίν και το βαμβάκι. Προσπάθησε να μειώσει την αιμάτινη πλημμυρίδα.  Κάθε φορά που ακουμπούσε όμως την πληγή, το βαμβάκι εξαφανιζόταν. Γινόταν στάχτη.


Έστριψε το πόμολο της πόρτας για να βγει. Έπρεπε να καλέσει ασθενοφόρο. Όσο κυλούσε ο χρόνος τόσο αυξανόταν η αιμορραγία. Έριξε όλο της το βάρος στην πόρτα. Λογικά θα έπρεπε να μπορούσε να την ρίξει. Όσο κι αν προσπαθούσε εκείνη εξακολουθούσε να παραμένει στη θέση της. Δεν μετακινιόταν καθόλου. Ο μικρός χώρος της τουαλέτας είχε ποτιστεί πλέον από το αίμα της Ειρήνης. Οι πατημασιές της διέτρεχαν όλο το πάτωμα. Παρότι έχανε αίμα ένιωθε να διατηρεί τις δυνάμεις της. Μολαταύτα υπήρχε εκείνη η ενοχλητική αίσθηση ότι δεν ήταν ο μοναδικός ένοικος του σώματός της. Ξεκίνησε να κλαίει. Τα δάκρυα της προοδευτικά μετατράπηκαν σε επικίνδυνο χείμαρρο. Είχαν παρόμοια ένταση με την πτώση των κηλίδων από την πληγή της.

Όταν σταμάτησε τα αναφιλητά αντιλήφθηκε ότι τριγύρω της είχαν μαζευτεί πέντε ολοστρόγγυλες σκιές με μακριές γενειάδες και μακριούς σκούφους. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο πίστευε ότι είχε έρθει το τέλος της. Έριξε μια στερνή ματιά στον καθρέφτη. Ένας Άγιος Βασίλης με κόκκινα μάτια κάλυψε σχεδόν ολόκληρο το γυαλί. Χαμογελούσε καταχθόνια, ενώ με τα δύο κοντά του χέρια πείραζε την κατάλευκη γενειάδα του. «Κάθε Παραμονή Πρωτοχρονιάς παίρνω έναν άνθρωπο από τον κόσμο σου και τον μεταφέρω στον δικό μου, τον κάνω ουσιαστικά βοηθό μου. Αυτό είναι το δικό μου δώρο για όλη την ταλαιπωρία που αναγκαστικά βιώνω κάθε χρόνο», είπε με μια χοντρή, απόκοσμη φωνή που προκάλεσε έντονο τρέμουλο στην Ειρήνη.

«Τρία, δύο, ένα… Καλή χρονιά», έλεγαν οι φωνές των παρουσιαστών του γνωστού καναλιού καθώς οι σκιές άνοιγαν τα στόματά τους για να καταπιούν τη γυναίκα.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Δύο χρόνια «Μια σειρά από τρομαχτικά γεγονότα»


Το «Μια σειρά από τρομαχτικά γεγονότα» έκλεισε πια τα δύο χρόνια κυκλοφορίας, ενώ «Το Λίκνο της Ζωής» έσβησε το πρώτο του κεράκι.

Το πρώτο βιβλίο μόλις χτες έφτασε τις 400 αξιολογήσεις στο playstore της Google στην εφαρμογή Android που δημιούργησε ο Automon, τον οποίο ευχαριστώ που έδωσε μέσω της πρωτότυπης ιδέας του την ευκαιρία στο έργο μου να ανοίξει περισσότερο τα φτερά του και να συντροφεύσει πάνω από 22.000 αναγνώστες –σύμφωνα με τα downloads μόνο της εφαρμογής στο playstore-. Παράλληλα, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι παρά τα διάφορα προβλήματα που υπήρχαν κατά καιρούς, ποτέ δεν βρέθηκε κάτω από την εκατοστή θέση στην κατηγορία της στο playstore, ενώ δεν είναι καθόλου αμελητέο και το γεγονός  ότι για παραπάνω από έναν μήνα βρισκόταν στις κορυφαίες δέκα εφαρμογές στην κατηγορία του στη συγκεκριμένη πλατφόρμα. Τέλος, αποτελεί το πρώτο ατομικό έργο σε κατεβάσματα (downloads) στη σύντομη ιστορία των δωρεάν Android books, ενώ κυκλοφορεί και για ΑΜΕΑ και σε έντυπη μορφή σε ορισμένες βιβλιοθήκες της χώρας.

Το δεύτερο βιβλίο μου μπορεί να μην έχει γνωρίσει μέχρι σήμερα ανάλογη επιτυχία, ωστόσο, είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τα πάνω από 1.000 κατεβάσματα που έχει μόνο στο playstore της Google. Από τα μηνύματα που έχω λάβει από αρκετούς αναγνώστες βλέπω ότι τους αρέσει η εντελώς διαφορετική πλοκή και θεματολογία που έχει από το πρώτο έργο.
   

Σίγουρα τα downloads δεν είναι αυτοσκοπός και δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Πολύ μεγαλύτερη σημασία για μένα έχει αν ένα έργο μου μπορεί να προκαλέσει έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη. Αν υπάρχει έστω κι ένας αναγνώστης που έχει νιώσει κάτι πρωτόγνωρο διαβάζοντας κάποιο έργο μου  για μένα είναι φοβερά σημαντικό. Τα κατεβάσματα όμως και τα καλά λόγια που λαμβάνω είτε από αναγνώστες είτε από άλλους συγγραφείς μου δίνουν τη δύναμη να συνεχίσω. Έτσι, θα ήθελα να ανακοινώσω ότι την επόμενη χρονιά αν όλα πάνε καλά θα κυκλοφορήσουν δύο νέα έργα μου. Ένα μυθιστόρημα κι ένα παιδικό.

Όσον αφορά το μυθιστόρημα θα ήθελα να αναφέρω ότι λόγω των υποδείξεών σας προσπάθησα να έχει όσο το δυνατόν περισσότερες σκηνές δράσης. Παρότι τίποτα δεν είναι σίγουρο ακόμα παίρνω το θάρρος σήμερα να δημοσιοποιήσω μια σύντομη περίληψη, ώστε να πάρετε μία γεύση περί τίνος πρόκειται:

«Οι πολίτες της Νέα Υόρκης συνεχίζουν ατάραχοι τη ζωή τους μη γνωρίζοντας ότι στο σκοτάδι διεξάγεται μία μάχη που μπορεί να καθορίσει τις τύχες της ανθρωπότητας. Οι χαρισματικοί άνθρωποι, που έχουν γεννηθεί με ξεχωριστές ικανότητες παρόμοιες με εκείνες των σούπερ ηρώων, έχουν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα. Το ένα επιδιώκει την αφύπνιση του πανίσχυρου δαίμονα, καθώς με τη βοήθειά του θα μπορέσει να επιβληθεί στην ανθρωπότητα. Αντιθέτως, το δεύτερο προσπαθεί να την σταματήσει.

Για να αφυπνιστεί το καταχθόνιο όμως πλάσμα χρειάζεται ένας αδαμάντινος χαρακτήρας κι ένα μενταγιόν. Το μενταγιόν θα καταλήξει ένα σκοτεινό βράδυ στα χέρια του περιστασιακού πιτσαδόρου, Ντέιβιντ Μπέικερ, του αδαμάντινου εκείνου χαρακτήρα που μπορεί να ελευθερώσει τον δαίμονα.

Κι έτσι θα βρεθεί αντιμέτωπος με την ομάδα του Λεξ Μπάρελντ και του Πίτερ Μακλόγκαν. Ο πρώτος έχει το χάρισμα να σταματάει τον χρόνο για πέντε δεύτερα και ο δεύτερος μπορεί να μεταμορφώνεται σε λυκάνθρωπο. Οι δυο τους μαζί με τους συνεργάτες τους θα παλέψουν για να κερδίσουν την εύνοια του εκλεκτού αγνοώντας όμως ότι δεν είναι οι μόνοι κάτοικοι της μητρόπολης που γνωρίζουν το μυστικό της αφύπνισης…».

Να περάσετε υπέροχα κατά τη διάρκεια των εορτών! Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας :)


Υ.Γ. Έχω γίνει πια γραφικός που ευχαριστώ διαρκώς όλους όσους με βοηθούν να εξελίξω τη γραφή μου, αλλά θα ήθελα ξανά να τους πω ένα μεγάλο ευχαριστώ που με βοηθάνε να εξελιχθώ συγγραφικά, ενώ να ζητήσω ένα συγγνώμη από τον Kopasas, που μετέτρεψε και τα δύο μου έργα σε epub και mobi και διαρκώς ξεχνώ να τον αναφέρω και να τον ευχαριστήσω!

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Ελληνική λογοτεχνία εκτός συνόρων; Γιατί έχει "πιάσει αράχνες"


Ποιοι, πώς και κάτω από ποιες ακριβώς προϋποθέσεις συνεχίζουν να μεταφράζουν την ελληνική λογοτεχνία στις δύσκολες ημέρες μας; Υπάρχει τρόπος να οργανωθεί εκ νέου εξωτερική πολιτική του βιβλίου μετά τον δραματικό περιορισμό των δραστηριοτήτων του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ);

Τι μπορεί να γίνει για να προωθηθούν οι ελληνικοί τίτλοι στις αγορές του εξωτερικού;

Ποιον ρόλο είναι δυνατόν να παίξουν προς μια τέτοια κατεύθυνση οι μεταφραστές και πώς θα εξασφαλιστεί η χρηματοδότησή τους;
Αυτά είναι μερικά μόνον από τα ερωτήματα που απασχόλησαν την ημερίδα την οποία διοργάνωσε το Κέντρο Νέου Ελληνισμού την περασμένη Δευτέρα στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο (Freie Universitat) του Βερολίνου. Στην ημερίδα συμμετείχαν 'Ελληνες και Γερμανοί συγγραφείς, μεταφραστές, εκδότες, πανεπιστημιακοί και δημοσιογράφοι.
Κοινή διαπίστωση των συνομιλητών ήταν πως παρά τη μακρά προϊστορία των μεταφράσεων της ελληνικής λογοτεχνίας, που ξεκινάει ήδη από τον 19ο αιώνα και καλύπτει τις περισσότερες από τις μεγάλες ευρωπαϊκές γλώσσες, η ζήτηση για ελληνικούς τίτλους από τις ξένες αγορές παραμένει μέχρι και τώρα πενιχρή.
Η διείσδυση που επιχειρήθηκε το 2001, όταν η Ελλάδα ήταν η τιμώμενη χώρα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, δεν κατόρθωσε να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, ενδεχομένως λόγω και της πολιτικής την οποία χάραξε τότε το ΕΚΕΒΙ: πολιτική που δεν απόκτησε ποτέ μακροπρόθεσμο χαρακτήρα. Παρόλα αυτά, το ΕΚΕΒΙ συνέχισε όλα τα επόμενα χρόνια να συμμετέχει στις σημαντικότερες εκθέσεις βιβλίου ανά τον κόσμο, οι μεταφράσεις από τα ελληνικά προς τα γερμανικά δεν μειώθηκαν ενώ τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Πέτρου Μάρκαρη κέρδισαν το γερμανικό κοινό.
Σήμερα, πάντως, η εικόνα της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό μοιάζει και πάλι καθηλωμένη. Τι ακριβώς φταίει για αυτή την καθήλωση;
Μήπως το ότι δεν έχουν πάψει να κυριαρχούν στην Ευρώπη στερεότυπα ηρώων όπως ο Ζορμπάς του Νίκου Καζαντζάκη;
Μήπως πάλι ευθύνεται το γεγονός πως τα ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία που μεταφράζονται στη Γερμανία, ειδικά η ποίηση, δεν έχουν κάποια οικονομική αρωγή που θα ενθαρρύνει τους εκδότες να υπογράψουν τα αναγκαία συμβόλαια; Κι αν πάλι φταίνε η θεματογραφία ή ακόμα και η αισθητική ποιότητα της ελληνικής λογοτεχνίας; Οι απόψεις που αντηλλάγησαν ως προς αυτά τα ζητήματα κατά τη διάρκεια της ημερίδας ήταν πολλές και αποκλίνουσες, πράγμα που σημαίνει πως μένουν ακόμη πολλά να συζητηθούν.
Για την ώρα πάντως το ενδιαφέρον στρέφεται στον εκδοτικό οίκο Ρωμιοσύνη, που ανήκει από τα μέσα του 2014 στο Κέντρο Νέου Ελληνισμού.
Όπως είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο διευθυντής του και καθηγητής της έδρας Νεοελληνικών Σπουδών του Ελεύθερου Πανεπιστημίου Μίλτος Πεχλιβάνος, μέσα στην ερχόμενη χρονιά προγραμματίζεται η έκδοση τεσσάρων επιστημονικών μελετών σχετικά με διάφορες όψεις της ελληνικής ιστορίας, κοινωνίας και οικονομίας. Θα ακολουθήσουν οι «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα μεταφρασμένες για πρώτη φορά εξ ολοκλήρου στα γερμανικά. Να σημειωθεί ότι το Κέντρο Νέου Ελληνισμού υποστηρίζεται οικονομικά από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος ενώ στην κάλυψη των αναγκών του συμμετέχει και το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο (στο οποίο το Κέντρο ανήκει οργανικά).
Στην ημερίδα έλαβαν μέρος ο ποιητής Χάρης Βλαβιανός και η θεατρική συγγραφέας και πεζογράφος Λένα Κιτσοπούλου, ο σκηνοθέτης του θεάτρου Ανέστης Αζάς, ο δημοσιογράφος Παντελής Παντελούρης, που είχε δραστηριοποιηθεί στη Διεθνή Έκθεση της Φραγκφούρτης και υπήρξε υπεύθυνος Τύπου της ελληνικής πρεσβείας στο Βερολίνο μέχρι και πριν από δύο χρόνια, ο νεοελληνιστής και επιστημονικός συνεργάτης του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας Βασίλης Βασιλειάδης και η επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας Ανθή Βηδεμάιερ.
Από τη γερμανική πλευρά το παρών έδωσαν οι μεταφραστές Ουλφ–Ντίτερ Κλεμ, Μικαέλα Πρίντζιγκερ και Τόρστεν Ίσραελ, ο επικεφαλής της Γερμανικής Ένωσης Μεταφραστών Γιούργκεν Μπέκερ, η εκδότρια Ίντσι Μπιρχανίγιε και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Αντρέας Σέφερ.

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Οι υποψηφιότητες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία



Το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού ανακοίνωσε τους «βραχείς καταλόγους» για τα Κρατικά Λογοτεχνικά βραβεία, Διηγήματος - Νουβέλας, Μυθιστορήματος, Ποίησης, Δοκιμίου - Κριτικής, Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, Χρονικού - Μαρτυρίας.

Οι «βραχείς κατάλογοι» συνοδεύονται από αιτιολογημένη έκθεση της επιτροπής, στην οποία εξετάζονται οι τάσεις της λογοτεχνικής παραγωγής και αποτιμάται η στάθμη των λογοτεχνικών έργων της υπό κρίση περιόδου (εκδόσεις 2013).

Μυθιστόρημα
1. Νίκος Δαββέτας, Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη, Εκδόσεις Μεταίχμιο.
2. Νίκος Μάντης, Άγρια Ακρόπολη, Εκδόσεις Καστανιώτη.
3. Καρολίνα Μέρμηγκα, Συγγενής, Εκδόσεις Μελάνι.
4. Δημήτρης Νόλλας, Το ταξίδι στην Ελλάδα, Εκδόσεις Ίκαρος.
5. Μαρία Πάουελ, Όξινη βροχή, Εκδόσεις Κέδρος.
6. Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, Εκδόσεις Καστανιώτη.
7. Μάκης Τσίτας, Μάρτυς μου ο θεός, Εκδόσεις Κίχλη.
8. Έλενα Χουζούρη, Δυο φορές αθώα, Εκδόσεις Κέδρος.
Διήγημα - Νουβέλα
1. Τζούλια Γκανάσου, Ως το τέλος, Εκδόσεις Γκοβόστη.
2. Τάσος Γουδέλης, Το ωραίο ατύχημα, Εκδόσεις Κέδρος.
3. Αχιλλέας Κυριακίδης, 360, Νουβέλα, Εκδόσεις Πατάκη.
4. Κώστας Μαυρουδής, Η αθανασία των σκύλων, Εκδόσεις Πόλις.
5. Φαίδων Ταμβακάκης, Τακτοποίηση αυθαιρέτων, Εκδόσεις Εκάτη.
6. Γεωργία Τάτση, Χορός στα ποτήρια, Εκδόσεις Γαβριηλίδης.
7. Γιάννης Τσίρμπας, Η Βικτώρια δεν υπάρχει, Εκδόσεις Νεφέλη.
8. Πάνος Τσίρος, Δεν είν΄έτσι;, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος.
Ποίηση
1. Γιώτα Αργυροπούλου, Ποιητών και Αγίων Πάντων, Εκδόσεις Μεταίχμιο.
2. Άννα Αφεντουλίδου, Ιστορίες εικονικής ισορροπίας, Εκδόσεις Γαβριηλίδης.
3. Γιώργος Βέης, Βλέπω, Εκδόσεις Ύψιλον.
4. Γιάννης Δούκας, Το σύνδρομο Σταντάλ, Εκδόσεις Πόλις.
5. Μαρία Κουλούρη, Μουσείο άδειο, Εκδόσεις Μελάνι.
6. Πάνος Κυπαρίσσης, Τα τιμαλφή, Εκδόσεις Μελάνι.
7. Αντώνης Φωστιέρης, Τοπία του Τίποτα, Εκδόσεις Καστανιώτη.
8. Δημήτρης Χουλιαράκης, Αναπολόγητος στις κούνιες ντάλα μεσημέρι, Εκδόσεις Το Ροδακιό.
Δοκίμιο - Κριτική
1. Βάσω Αλεξανδράκη, To παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Ν. Γ. Πεντζίκη», Εκδόσεις Αρμός.
2. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Κ.Π. Καβάφης. Η ποίηση και η ποιητική του, Εκδόσεις Κίχλη.
3. Αριστείδης Δουλαβέρας, Η γυναικεία και η ανδρική ομορφιά στο δημοτικό τραγούδι, Εκδόσεις Παπαζήση.
4. Φίλιππος Δραγούμης, Η ηθική πίσω από την κρίση. Σκέψεις για την Ηθική Φιλοσοφία εν μέσω οικονομικής κρίσης, Εκδόσεις Άγρα.
5. Αντώνης Δρακόπουλος, Κ.Π. Καβάφης. Το ανοιχτό έργο, Εκδόσεις Τόπος.
6. Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ποιος θεός και ποιος άνθρωπος;, Εκδόσεις Πόλις.
7. Μιχάλης Πάτσης, Καζαντζάκης και Ρωσία. Οικοφοβία, διαλογικότητα, καρναβάλι, [Εκδ.] Μιχάλης Πάτσης.
8. Βάλτερ Πούχνερ, Mελέτες για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, Εκδόσεις Αρμός.
Χρονικό - Μαρτυρία
1. Γιώργος Γώτης, More veneto, Εκδόσεις Στιγμή.
2. Γιώργος Β. Δερτιλής, Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες, Εκδόσεις Πόλις.
3. Μάνος Ελευθερίου, Μαύρα Μάτια. Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η συριανή κοινωνία στα χρόνια 1905-1920, Εκδόσεις Μεταίχμιο.
4. Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, Εκδόσεις Μεταίχμιο.
5. Κυριάκος Κατζουράκης, Τάξη στο χάος. Ζωγραφική – Θέατρο – Κινηματογράφος, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο.
6. Λυκούργος Κουρκουβέλας, Γιώργος Θεοτοκάς, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.
7. Νότης Μαυρουδής, Περί ελληνικού τραγουδιού το ανάγνωσμα. Με δανεικά ιδανικά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης.
8. Μάριος Σούσης, Καλή αντάμωση. Φιλιά εις τα παιδιά. Τα παιδιά που έχασαν το τρένο για το Άουσβιτς, Εκδόσεις Turangalila Books.
Πρωτοεμφανιζόμενοι Συγγραφείς 

1. Δήμητρα Αγγέλου, Στάζουν μεσάνυχτα, Εκδόσεις Μελάνι.
2. Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Αλεπούδες στην πλαγιά, Εκδόσεις Πατάκη.
3. Λευτέρης Καλοσπύρος, Η μοναδική οικογένεια, Εκδόσεις Πόλις.
4. Μάτα Καστρησίου, Απορριμματοφόρα των έξι, Εκδόσεις Ηριδανός.
5. Ελευθερία Κυρίτση, Χειρόγραφη Πόλη, Εκδόσεις Μανδραγόρας.
6. Ευτέρπη Κωσταρέλη, Βερντάντι, Eκδόσεις Μανδραγόρας.
7. Μαριλένα Παπαϊωάννου, Νικήτας Δέλτα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
8. Λητώ Πιτυρή, Όλγα ή τίποτα, Εκδόσεις Κέδρος.
Υπενθυμίζεται ότι η σύνθεση της αρμόδιας επιτροπής έχει ως εξής:
1. Αλέξης Ζήρας, Κριτικός Λογοτεχνίας, Πρόεδρος
2. Γιώργος Ανδρειωμένος, Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Αντιπρόεδρος
3. Άννα Καρακατσούλη, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
4. Μιχαήλ Μπακογιάννης, Λέκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
5. Γιώργος Ξενάριος, Συγγραφέας, Κριτικός Λογοτεχνίας
6. Διονύσης Μαγκλιβέρας, Δοκιμιογράφος, Κριτικός Λογοτεχνίας
7. Γιάννης Τζανής, Ποιητής, Δοκιμιογράφος
8. Λίλα Κονομάρα, Συγγραφέας
9. Γιώργος Συμπάρδης, Συγγραφέας

Πηγή

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Συνέντευξη στη ραδιοφωνική εκπομπή RealPolitik


Την Κυριακή στις 30 Νοεμβρίου είχα την τύχη να μιλήσω στη διαδικτυακή ραδιοφωνική εκπομπή RealPolitik του maga.gr με αφορμή τη συνέντευξη που μου παραχώρησε ο γνωστός συγγραφέας  Ίαν Ράνκιν. Συζητήσαμε για το παρασκήνιο της συνέντευξη, για όσα είπε κι έπειτα για το δικό μου συγγραφικό έργο κάνοντας και  αρκετές νύξεις για το καινούριο μου βιβλίο!

Μπορείτε να ακούσετε όλη τη συζήτηση από εδώ (ξεκινάει στη 1:21:00): 

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

«Λογοτεχνικά» ξεκατινιάσματα

Σύμφωνα με το Βικιλεξικό ως ξεκατίνιασμα ορίζεται: η εξαχρείωση κυρίως γυναικών αλλά συχνά και ανδρών, όταν φιλονικούν με χυδαιότητα και κατεβάζουν ακόμα χαμηλότερα το επίπεδο της αντιπαράθεσής τους. Αλήθεια, πόσες φορές έχουμε βρεθεί μπροστά σε αντίστοιχες συζητήσεις και τι γίνεται όταν η αφορμή για μια φιλονικία χαμηλότατου επιπέδου εδράζεται στη συγγραφική ιδιότητα;
Στο παρακάτω άρθρο παρουσιάζονται 12 ξεκατινιάσματα κυρίως συγγραφέων τόσο από το εξωτερικό όσο και από το εσωτερικό.
1. Τσαρλς Μπουκόφσκι εναντίον όλων.
Ο ιδιόρρυθμος Αμερικανός ποιητής δεν μπορούσε να λείπει σε καμία των περιπτώσεων απ’αυτή την κατηγορία. Το αστείο με τον Μπουκόφσκι είναι ότι έβαλε όλους τους συγγραφείς, αλλά και τον εαυτό του στο στόχαστρο όταν εξαπέλυε τις γνωστές πια φράσεις:
«Οι συγγραφείς θέλουν να μυρίζουν μόνο τις δικές τους κουράδες. Δεν βγάζω τον εαυτό μου απ” έξω. Προτιμώ να σκέφτομαι τον θάνατο παρά το έργο άλλων συγγραφέων. Είναι πολύ πιο ευχάριστο».
2. Ο Μάρτιν Εϊμις για τον Μιγκέλ Θερβάντες.
Τα λόγια του Βρετανού συγγραφέα είναι σίγουρα πολύ πιο προσβλητικά από εκείνα του Μπουκόφσκι, καθώς μιλάει με τα χειρότερα λόγια για το κλασσικό πια έργο του Ισπανού «Δον Κιχώτης»:
«Το διάβασμα του Δον Κιχώτη μπορεί να συγκριθεί με μια αρμένικη βίζιτα ηλικιωμένου συγγενούς που δεν σταματά να σε ζαλίζει με τις φάρσες του, τις βρώμικες συνήθειές του, τις ατέλειωτες περιγραφές ακατανόητων αναμνήσεων. Όταν επιτέλους τελειώσει η εμπειρία και ο γέρος φύγει (στη σελίδα 845), σου έρχεται να βάλεις τα κλάματα. Και δεν πρόκειται για δάκρυα ανακούφισης ή μετάνοιας, αλλά για δάκρυα περηφάνιας που κατάφερες να φτάσεις μέχρι το τέλος».
3. Βιρτζίνια Γουλφ vs Τζέιμς Τζόις.
Η σπουδαία Αγγλίδα μυθιστοριογράφος φαίνεται ότι δεν διατηρούσε και τις καλύτερες δυνατές σχέσεις με τον Τζέιμς Τζόις, καθώς είχε δηλώσει για το έργο του «Οδύσσεια»:
«Το έργο ενός νοσηρού προπτυχιακού φοιτητή που ξύνει διαρκώς τα σπυριά του».
katina
4. Ο Γουίλιαμ Φόκνερ κατά του Μαρκ Τουέιν.
Ο Νομπελίστας Φώκνερ μίλησε με τα «καλύτερα» λόγια για τον συνάδελφό του. Οι φράσεις που χρησιμοποίησε για να τον στολίσει είναι εξαιρετικά προσβλητικές:
«Γραφιάς της πλάκας που στην Ευρώπη δεν θα τον είχαν ούτε για τέταρτης κατηγορίας συγγραφέα. Βρήκε κάτι ξεχασμένους λογοτεχνικούς σκελετούς, τους έντυσε με τοπικό χρώμα και κατάφερε να συγκινήσει τους επιφανειακούς και τους τεμπέληδες».
5. Μαρκ Τουέιν εναντίον Χένρι Τζέιμς.
Ο Τουέιν φαίνεται ότι ήθελε να ξεσπάσει κι αυτός κάπου. Έτσι, βρήκε πρόσφορο έδαφος στο λογοτεχνικό έργο του ομοεθνή του Τζέιμς:
«Αν αφήσεις για λίγο κάποιο βιβλίο του, αποκλείεται να το ξαναπιάσεις».
6. Ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ για τον Ερνεστ Χέμινγουεϊ.
Ο Ναμπόκοφ από τη μεριά του έδειχνε να εκτιμάει βαθύτατα τα έργα του πασίγνωστου δημοσιογράφου – συγγραφέα Χέμινγουεϊ. Είχε δηλώσει τα ακόλουθα δημοσίως:
«Τον διάβασα εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’40. Κάτι για καμπάνες, ταύρους και αχαμνά…Τον μίσησα».
7. Γιάννης Ψυχάρης εναντίον Κ.Π. Καβάφης.
Ο γνωστός Έλληνας φιλόλογος που μαχόταν για τον δημοτικισμό έτρεφε μια ιδιαίτερη αδυναμία προς το πρόσωπο του Καβάφη, γι’αυτό άλλωστε είχε αναφέρει λακωνικά:
«Ο Καβάφης δεν είναι ποιητής, είναι τζουτζές».
8. Στίβεν Κινγκ vs Στέφανι Μέγιερ.
Και με τα πολλά φτάσαμε στους συγχρόνους μας και στον Αμερικανό συγγραφέα τρόμου Στίβεν Κίνγκ. Σε μια συνέντευξη που είχε παραχωρήσει είχε ερωτηθεί σχετικά με το ποια ήταν η γνώμη του για «Λυκόφως» κι αν είναι λογική η σύγκριση που γίνεται ανάμεσα στον «Χάρι Πότερ». Η απάντησή του ήταν αφοπλιστική:
«Και η Ρόουλινγκ και η Μέγιερ γράφουν βιβλία φαντασίας. Η πραγματική διαφορά είναι ότι η πρώτη είναι καταπληκτική συγγραφέας ενώ τα βιβλία της δεύτερης δεν αξίζουν δεκάρα».
ksekatiniasma
9. Ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ για την Βαλερί Τριερβελέρ.
Τα νυχτοπερπατήματα του πρώην πρωθυπουργού της Γαλλίας, Φρανσουά Ολάντ, ήταν εκείνα που έφεραν στο αμήν τη σύντροφό του, Βαλερί Τριερβελέρ, η οποία έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο αφιερωμένο στη σχέση τους. Ο δημοσιογράφος Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ του σταθμού «Europe 1» στη ραδιοφωνική του εκπομπή, είπε τα ακόλουθα για την πρώην δημοσιογράφο:
«Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο και συχνά γελοιοποιεί, και η Τριερβελέρ γελοιοποιείται. Είμαστε μάρτυρες μιας ηθικής αυτοκτονίας…».
10. Πέτρος Τατσόπουλος εναντίον Χρήστου Χωμενίδη.
Αφορμή για το ξεκατίνιασμα στο facebook ήταν το δείπνο που είχε παραθέσει ο Ευ. Βενιζέλος σε πνευματικούς ανθρώπους και συγγραφείς. Ο πρώην βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ καυτηρίασε όσους βρέθηκαν στο γεύμα, με τον Χρήστο Χωμενίδη να απαντά:
«Προσωπικά δεν τρέφω καμία φιλοδοξία να αφήσω την τέχνη της συγγραφής για το χατίρι της πολιτικής. Εάν αισθανόμουν ξοφλημένος ως συγγραφέας και λιγουρευόμουν μια κοινοβουλευτική έδρα, θα είχα γίνει Σύριζα. Δεν εξαρτήθηκα ποτέ από το κράτος κατά οιονδήποτε τρόπο. Εξαρτώμαι από τον εαυτό μου και από τους αναγνώστες μου».
Ο νυν ανεξάρτητος βουλευτής δεν άφησε ασχολίαστη την κατάσταση του συγγραφέα απαντώντας τα ακόλουθα:
«Χρήστο μου, πρέπει να αποφασίσεις ποιές μέρες του μήνα με αγαπάς – όπως έλεγες τις προάλλες στο Έθνος – και ποιες μέρες του μήνα με μισείς. Δεν μπορώ να παρακολουθώ αενάως την συναισθηματική σου ακράτεια».
11. Ο Αργύρης Ντινόπουλος για τον Αδωνι Γεωργιάδη.
Μία ακόμα κόντρα με πολιτικό χρώμα είχε ξεσπάσει όταν ο βουλευτής της Ν.Δ. Αργύρης Ντινόπουλος έκανε το ακόλουθο επικριτικό σχόλιο στην εκπομπή του Γιώργου Παπαδάκη για τον ομοϊδεάτη του Άδωνι Γεωργιάδη:
«Εγώ με τον Γεωργιάδη έχουμε κάτι κοινό που, ταυτόχρονα, είναι και πολύ διαφορετικό. Ο Αδωνις πουλάει βιβλία, εγώ γράφω».
12. Χρυσηίδα Δημουλίδου vs Έλενα Ακρίτα.
Η Έλενα Ακρίτα είχε επιτεθεί εναντίον της γνωστής συγγραφέως με αφορμή μία δήλωση που είχε κάνει σχετικά με τις δανειστικές βιβλιοθήκες, οι οποίες σύμφωνα με την ίδια μειώνουν τις πωλήσεις των βιβλίων. Μεταξύ άλλων είχε πει στην ευθυμογράφο:
«Κυρία Ακρίτα μου ποια βγήκε από τις δυο μας στη τηλεόραση να κλαφτεί για τα δεδουλευμένα της, εγώ ή εσείς; Γιατί δεν γράφει, λοιπόν, η κυρία Ακρίτα δωρεάν σενάρια, να μην πληρώνεται, ώστε να κατέβει το κόστος παραγωγής ενός σήριαλ;»

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Τρία βιβλία για τα μνημόνια και την κρίση

Από τότε που ξέσπασε η οικονομική κρίση έχουν γραφτεί κάμποσα βιβλία που καταπιάνονται με το συγκεκριμένο θέμα και τις προεκτάσεις του. Άλλοτε αλληγορικά με έντονες πινελιές φανταστικών στοιχείων κι άλλοτε βασιζόμενα αυστηρά κι αποκλειστικά σε έρευνες χρόνωνπροσπαθούν να δώσουν τη δική τους ερμηνεία για την οικονομική και κοινωνική παρακμή που βιώνει η χώρα μας. Σ’αυτό το άρθρο θα γίνει μια συνοπτική παρουσίαση τριών σχετικά πρόσφατων αναγνωσμάτων που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Το ημερολόγιο ενός ανέργου:
kasdaglis
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη και την επιμέλεια όπως και τα σχόλια που εμπεριέχει το βιβλίο τα έχει αναλάβει ο Χριστόφορος Κάσδαγλης. Η ύλη του έργου προέρχεται από τον ιστότοπο http://imerologioanergou.gr/, όπου εδώ και καιρό δημοσιεύονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα αληθινές ιστορίες απ’ όσους πολίτες βιώνουν στο πετσί τους την ανεργία.
Αυτό το πρωτότυπο πείραμα είχε ξεκινήσει τον Απρίλιο του 2013 έχοντας σαν στόχο να δοθεί ένα βήμα έκφρασης στους ανέργους, ώστε να σπάσουν τη σιωπή τους και να πάψουν να νιώθουν ενοχές για την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει. Ο Κάσδαγλης είναι εκείνος που διάβασε όλες τις ιστορίες που έχουν δημοσιευτεί επιλέγοντας τις πιο αντιπροσωπευτικές. Παράλληλα, στο πόνημα αναφέρεται και στη δική του περίοδο ανεργίας.
Μέσα από τις 156 ιστορίες παρουσιάζονται στα μάτια του αναγνώστη με ενάργεια όλες οι πτυχές της τωρινής οικονομικής κρίσης.
«Ο άνεργος δεν τους χρειάζεται, δεν είναι αποδοτικός, μοιάζει με τα πεταμένα φρέσκα φρούτα της χωματερής, που εγγυώνται την κερδοφόρο τιμή των υπολοίπων. Γιατί το φρούτο γι’ αυτούς δεν είναι μέσο διατροφής, αλλά κερδοφορίας».
Ταμείο Α(ν)εργίας:
tameioanergias
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης και είναι το πρώτο βιβλίο του Νίκου Γκαμαρλιά. Το «ταμείο» παρουσιάζει αρκετά κοινά σημεία με το παραπάνω βιβλίο, καθώς μέσω του κεντρικού χαρακτήρα, Πετράν, συνθέτεται ένα πολύτιμο παζλ με γλαφυρές εικόνες μιας Αθήνας που παραπαίει. Ναρκωτικά, πορείες, καταλήψεις, ακροδεξιά και ρατσισμός είναι μερικά από εκείνα τα υλικά που δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα.
Ένα μείγμα όμως που δεν εκρήγνυται σε καμία των περιπτώσεων καταφέρνοντας να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη χαρίζοντάς του μία ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία παίζει και με την έννοια της ελευθερίας. Κι έτσι γεννιέται το εύλογο ερώτημα: Μπορούμε να απελευθερωθούμε από το τέλμα στο οποίο έχουμε βυθιστεί;
Στον Δαίδαλο των Μνημονίων:
daidalos
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Οκτώ και συγγραφέας του είναι ο γνωστός δημοσιογράφος  Θάνος Δημάδης. Το συγκεκριμένο βιβλίο βασίζεται αποκλειστικά στη δημοσιογραφική έρευνα που έκανε ο Δημάδης όλα τα χρόνια που εργαζόταν στην Ουάσινγκτον ως ανταποκριτής από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αλλά και από τις Βρυξέλλες και τα ευρωπαϊκά όργανα που εμπλέκονται σ’αυτό το πολύπλοκο οικονομικό σχέδιο διάσωσης.
Μέσα στο έργο ο αναγνώστης θα βρει δηλώσεις από σημαντικούς αξιωματούχους και αναλυτές παγκοσμίου φήμης όπως ο Νόαμ Τσόμσκι και ο Όλι Ρεν. Θα διεισδύσει εις βάθος στη ζοφερή εκείνη περίοδο και ακολουθώντας τη ροή του πονήματος, συνάμα και τη προσωπική ματιά του συγγραφέα, θα αποκτήσει σφαιρικότερη γνώμη για όσα έλαβαν χώρα και σχετίζονται κυρίως με το οικονομικό πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας.

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Μια γευστική αποστολή


Η αποστολή ήταν απλή, έπρεπε να εξολοθρεύσει τον στόχο της μέσα σε μία ώρα το πολύ. Οι οδηγίες από το αφεντικό ήταν το λιγότερο ξεκάθαρες. Ο Βασίλης Χούτος έπρεπε να εξαφανιστεί από προσώπου Γης. Ευτυχώς, είχε πείρα από παρόμοιες αποστολές. Ήλπιζε ότι θα κατάφερνε και τούτη τη φορά να την βγάλει καθαρή. Άλλωστε θα παρουσιαζόταν ως μοντέλο στο δείπνο με τον διεθνούς φήμης επιχειρηματία. Θα χρησιμοποιούσε τα γυναικεία θέλγητρά της για να επιτύχει τον σκοπό της. Λογικά δεν θα ήταν δύσκολο. Ο Χούτος ήταν ένας άνθρωπος φοβερά επιρρεπής στο ωραίο φύλο. Αυτό ήταν και το μοναδικό μειονέκτημά του.

Ο Έλληνας εφοπλιστής είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του έναν κολοσσό με πληθώρα θυγατρικών και offshore εταιρειών, που του απέφεραν ετησίως αρκετά δισεκατομμύρια. Για τα πέντε συναπτά τελευταία έτη ο γιος του φιγουράριζε στη δεκάδα της λίστας του Forbes με τους πλουσιότερους επιχειρηματίας στον κόσμο. Στην κατοχή του θα έβρισκες από τράπεζες μέχρι αλυσίδες καταστημάτων Σούπερ Μάρκετ και εστιατορίων. Τον τελευταίο καιρό είχε αποφασίσει να κάνει ένα φιλόδοξο άνοιγμα και στον χώρο της μόδας λανσάροντας μια πρωτοποριακή σειρά εσωρούχων. Οι φήμες έλεγαν ότι τη σειρά θα υπέγραφε η ερωμένη του Χούτου, μια γυναίκα που της έριχνε περίπου είκοσι χρόνια. Ήταν μαυρομάλλα με θεληματικό πηγούνι, μέτριου αναστήματος και γαλάζια μάτια. Είχε σπουδάσει στο Μιλάνο σχέδιο μόδας και είχε εργαστεί για λιγότερο από ένα χρόνο σ’ έναν μικρό οίκο μόδας.

Η αναζήτηση μοντέλων ήταν η ευκαιρία που αναζητούσε η Οργάνωση για να επιτύχει τους καταχθόνιους σκοπούς τους. Οι παράνομες δραστηριότητες του επιχειρηματία σε συνδυασμό με τις ανορθόδοξες πρακτικές του και τη μανία του να είναι πάντα ο κυρίαρχος του παιχνιδιού – δεν επεδίωκε ποτέ συμβιβασμούς-, τον είχαν καταστήσει τον πιο απειλητικό παίκτη για τα συμφέροντα του αόρατου οργανισμού, που εκπαίδευε αδίστακτους δολοφόνους.

Έβγαλε το καθρεφτάκι της από τη μικρή καφετιά τσάντα που κουβαλούσε μαζί της. Έλεγξε το μέικ απ του προσώπου της. Έδειχνε σίγουρα όμορφη, αλλά ήταν σίγουρη ότι τα χείλη της όφειλαν να είναι εντονότερα. Έβγαλε το κόκκινο κραγιόν. Διόρθωσε την ατέλεια και στη συνέχεια εναπόθεσε το καθρεφτάκι ευλαβικά στη θέση του. Έφτιαξε λίγο το μπούστο της. Έπρεπε να φαίνεται κι αυτό εντονότερα.

«Φτάσαμε», ανακοίνωσε ο μελαμψός οδηγός με το επιβλητικό παρουσιαστικό. Η Έλεν Μόργκαν άνοιξε τη δεξιά της πόρτα και πάτησε την άσφαλτο. Με αγέρωχο βήμα έφτασε έξω από την πόρτα του ξενοδοχείου. Την περίμενε ένας κουστουμαρισμένος άνδρας.


«Ο κύριος Χούτος σας περιμένει», είπε ρομποτικά καθώς άνοιγε την πόρτα. Ύστερα, της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Την οδήγησε στον ανελκυστήρα. Πάτησε το νούμερο δέκα. Στο ρετιρέ θα λάμβανε χώρα το δείπνο και η συζήτηση.

«Όροφος δέκα», ανακοίνωσε η ρομποτική φωνή. Βγήκαν στην ταράτσα. Κάτω από ένα όμορφο ξύλινο υπόστεγο είχε τοποθετηθεί ένα τραπέζι που έφερε κάμποσες ξύλινες παραστάσεις. Πρέπει να είχαν σχεδιαστεί από κάποιον έμπειρο ξυλουργό.

«Καλησπέρα σας Αλεξάνδρα. Σας ευχαριστώ που μου κάνατε την τιμή να απολαύσετε αυτό το δείπνο μαζί μου. Έχω αρκετό καιρό να δειπνήσω με μια τόσο όμορφη ύπαρξη», ανέφερε ρίχνοντας διαρκώς πύρινες ματιές στο στήθος της. Άνοιξε το στόμα της και μίλησε σπαστά Ελληνικά. Έπρεπε να υιοθετήσει μία προφορά που να θύμιζε Ρωσίδα.

«Είναι δική μου η τιμή», απάντησε κοιτώντας έντονα τα μάτια του άνδρα.
Ήρθε κοντά της και τράβηξε την καρέκλα. «Καθίστε», πρόσθεσε συνεχίζοντας να κοιτάζει τα στήθια της γυναίκας. Το άρωμα της είχε μία απαλή δόση τριαντάφυλλου και γιασεμιών. Μακάρι να πήγαιναν όλα κατ’ευχήν σήμερα και να μπορούσε να γευτεί τους χυμούς του κορμιού της. Θα γινόταν η παντοτινή ερωμένη του, άλλωστε η σχέση με την υποτιθέμενη σχεδιάστρια μόδας είχε λάβει τέλος. Δεν έβρισκε κάποιο ενδιαφέρον πάνω της πια. Ταυτοχρόνως, η Αλεξάνδρα Μανόλοφ που στεκόταν μπροστά του θα μπορούσε σίγουρα να χρησιμοποιηθεί ως φωτομοντέλο στην καμπάνια εσωρούχων που ετοίμαζε. Μ’έναν σπάρο δυο τρυγόνια.

Η Έλεν αντιλήφθηκε την έλξη που ασκούσε. Δεν κάθισε αμέσως. Άφησε τον θαυμαστή της να εξερευνήσει κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Όταν κύλησε ο απαραίτητος χρόνος κάθισε στην καρέκλα της. Αμέσως, εμφανίστηκε ένας σερβιτόρος που κρατούσε στα χέρια του ένα πανάκριβο κρασί. Είπε το όνομά του καθώς γέμιζε το ποτήρι της. Το αγνόησε. Είχε περισσότερη σημασία να διερευνήσει εξονυχιστικά τον χώρο, να δει πόσοι ήταν κυρίως οι άνδρες που φύλαγαν το αφεντικό τους. Δεν πρόλαβε όμως να μετρήσει τους πάντες. Ο συνοδός της σήκωσε το ποτήρι του κι έκανε μια πρόποση. «Στην αρχή μιας σημαντικής σχέσης», είπε χαμογελώντας. Ρούφηξε λίγο κρασί και πρόσθεσε «Το κρασί έχει μια πικάντικη γεύση. Μοιάζει κάπως μ’ εσένα». Είχε χαθεί τόσο σύντομα το γ’ πληθυντικό πρόσωπο. Τα πήγαινε καλά.

Η Μόργκαν χαμογέλασε και έβαλε τον κατάλογο μπροστά στο πρόσωπό της. Ο εφοπλιστής ήταν αηδιαστικός. Ευτυχώς, δεν θα ζούσε για να αντικρίσει την επόμενη μέρα. Έδιωξε τις αρνητικές σκέψεις. Επικεντρώθηκε στα φαγητά του καταλόγου. Το βλέμμα της σταμάτησε στο πιάτο «SCALOPPINE DI VITELLO GORGONZOLA» και στο «FILETTO DI MANZO MADAGASCAR». Το πρώτο ήταν Σκαλοπίνια από μοσχαράκι γάλακτος με τυρί γκοργκονζόλα και κρέμα, ενώ το δεύτερο φιλέτο από μοσχάρι με πράσινο πιπέρι και κρέμα γάλακτος. Τα σκαλοπίνια, δηλαδή οι λεπτές φέτες μοσχαρίσιου φιλέτου που θα ψήνονταν στο τηγάνι (λογικά) μαζί με την κρέμα γάλακτος έδειχναν να είναι η καλύτερη δυνατή επιλογή. Έφερε στον νου της την τελευταία φορά που έφαγε κάτι αντίστοιχο. Ήταν πριν από ένα χρόνο σ’εκείνη την αποστολή κοντά στο δάσος του Φρίουλι που έπρεπε να εξαφανίσει εκείνον τον πράκτορα της Οργάνωσης. Από τότε είχε κληρονομήσει ένα σημάδι βαθειάς χαρακιάς στο αριστερό της πλευρό.

Θα το συνδύαζε μαζί με μια σαλάτα «INSALATA SPINACI», που αποτελούταν από σπανάκι, ντοματίνια, μπέικον, τυρί γκοργκοντζόλα, κουκουνάρι και μπαλσάμικο.

Ο άνδρας κάλεσε τον σερβιτόρο να λάβει την παραγγελία. Υποκλίθηκε ελαφρώς, μάζεψε τους καταλόγους και κατευθύνθηκε προς τη  κουζίνα. Το φαγητό τους δεν θα αργούσε πολύ. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους θα έφτανε μπροστά τους σε περίπου ένα τέταρτο. Το πιο ανησυχητικό κομμάτι δεν ήταν ότι είχε ελάχιστο χρόνο στη διάθεσή της, αλλά ότι ο σερβιτόρος έριχνε διαρκώς κλεφτές ματιές προς το μέρος του και οι τέσσερεις άνδρες ασφαλείας διατηρούσαν μία ικανοποιητική απόσταση αναμεταξύ τους. Ήταν σχεδόν αδύνατο να τους σκοτώσει όλους και να επιβιώσει.


Πείραξε λίγο τα μαλλιά της και  ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της. Φρόντισε οι ματιές της να αποπνέουν έναν έντονο ερωτισμό. Εφόσον δεν μπορούσε να τον σκοτώσει εντός του χρόνου που είχε οριστεί από την Οργάνωση έπρεπε να τον συντροφεύσει μετά το δείπνο στο κρεβάτι. Εκεί θα είχε όσο χρόνο ήθελε για να τον σκοτώσει. Θέλησε να μιλήσει στον πομπό που είχε στο δεξί της αυτί για να ενημερώσει τα κεντρικά. Τελικά, δεν το έκανε. Δεν έπρεπε να τραβήξει την προσοχή του προσωπικού.

Ελευθέρωσε το δεξί της πόδι από το τακούνι. Βάλθηκε να αγγίζει τον καβάλο του επιχειρηματία. Έπιανε συνήθως αυτό το τέχνασμα.

Με το που τον άγγιξε το πρόσωπό του πήρε μια αλλόκοτη ηδονική έκφραση. Κατέβασε το αριστερό του χέρι κάτω από το τραπεζομάντηλο και τη χάιδεψε. «Σε λίγο μωρό μου θα γίνω δικιά σου», είπε σιγανά χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Εκείνη έκλεισε παιχνιδιάρικα τα βλέφαρά της χαρίζοντάς του παράλληλα ένα πεταχτό φιλί.

Ο σερβιτόρος διέκοψε τα ερωτικά μηνύματα. Εναπόθεσε με χάρη τα πιάτα μπροστά στους δύο ολότελα συνδαιτυμόνες. Η γυναίκα τοποθέτησε μπροστά το κρέας που είχε σκεπαστεί από την κρέμα γάλακτος. Η μυρωδιά που απόπνεε ήταν παραδεισένια. Έκοψε στα δύο το πρώτο φιλετάκι σχετικά εύκολα. Προτού βάλει το κρέας στο στόμα της φρόντισε να κάνει μία πρόποση υπέρ του ευγενικού οικοδεσπότη της. Έπειτα, το οδήγησε στον ουρανίσκο της. Τα σαγόνια της έκλεισαν κομματιάζοντας το μοσχάρι. Η υφή του κρέατος και το ψήσιμο ήταν το λιγότερο αριστουργηματικό. Τα συναισθήματα που πυροδότησε ήταν τόσο έντονα που έμοιαζαν στη γυναίκα σαν να έκανε έρωτα μ’έναν επιδέξιο εραστή.

Η κάψα που της είχε δημιουργηθεί έπρεπε να σταματήσει. Βρισκόταν σε αποστολή. Όλες τις οι κινήσεις όφειλαν να θυμίζουν μια καλογραμμένη χορογραφία. Δεν επιτρέπονταν λάθη. Έτσι, με το πιρούνι της τσίμπησε σπανάκι και μερικά ντοματίνια. Αυτή η γλυκόπικρη γεύση που θα προσέδιδε στη σαλάτα το μπαλσάμικο θα την επανέφερε στον επίγειο κόσμο. Όντως, μείωσε κάπως τη λίμπιντο. Έπιασε εύθραυστα το ποτήρι με το κρασί. Το έφερε στα χείλη της. Τα έβρεξε και στη συνέχεια τα έγλειψε προκλητικά.

Ο Βασίλης Χούτος παρακολουθούσε με απόλυτη προσήλωση τη γυναίκα. Ένιωθε το πάθος του να φουντώνει ολοένα και περισσότερο. Η Ρωσίδα που στεκόταν απέναντί του ήταν σίγουρα η ωραιότερη γυναίκα που είχε αντικρίσει. Οι κινήσεις της θα μπορούσαν εύκολα να  παρομοιαστούν μ’ εκείνες μια πορσελάνινης κούκλας. Ήταν απίστευτα εύθραυστες και το δέρμα της τόσο λείο και φωτεινό. Έπρεπε οπωσδήποτε να τη ρίξει στο κρεβάτι του. Δεν τον ένοιαζε αν τον έπαιρνε χαμπάρι η σύζυγός του ή η ερωμένη του. Μπροστά του καθόταν ένα από τα σπουδαιότερα δημιουργήματα του Θεού. Θα ήταν αμαρτία να μην γευτεί τους χυμούς του. Ρίχτηκε με τα μούτρα στο φαγητό. Όσο πιο γρήγορα τελείωναν τόσο πιο κοντά θα βρισκόταν στην πολυπόθητη συνεύρεση.

Η Αλεξάνδρα τελείωσε το φαγητό της. Σκούπισε με την κατάλευκη πετσέτα τα ζουμερά της χείλη. Ο οικοδεσπότης της συνέχιζε να τρώει με λαιμαργία. Ίσως το υπέροχο φαγητό να του είχε ανοίξει την όρεξη, ωστόσο, βαθιά μέσα της έδραζε η ιδέα ότι απλά διεκπεραίωνε ένα έργο. Ήθελε να προχωρήσει μια ώρα αρχύτερα προς το επιδόρπιο.


«Θα πάω στην τουαλέτα να φρεσκαριστώ λίγο», ανακοίνωσε φροντίζοντας να σηκωθεί από τον θρόνο της με τρόπο ώστε να δίνει έμφαση στις καμπύλες της. Πηγαίνοντας προς τις τουαλέτες συνειδητοποίησε ότι ένας μπράβος την ακολουθούσε από κοντά. Αυτό ήταν που ήθελε εξαρχής. Έκανε πως παραπάτησε και βρέθηκε στο πάτωμα. Το δεξί τακούνι της είχε φύγει. Έβγαλε ένα σιγανό αναφιλητό κι έπιασε τον αστράγαλό της. Ο μπράβος την προσέγγισε μονομιάς και την βοήθησε να σηκωθεί. «Μπορείς να με πας μέχρι την τουαλέτα», ρώτησε αφήνοντας ένα ψεύτικο δάκρυ να τρέξει. Εκείνος συμφώνησε. Λίγο προτού μπει στις τουαλέτες των γυναικών έφτιαξε τα μαλλιά της. Αφαίρεσε ένα από τα δύο τσοπ στικς που κράταγαν την κοτσίδα της. Τράβηξε το κάλυμμα αποκαλύπτοντας ένα λεπτό μαχαίρι. Το έμπηξε αστραπιαία στο λαιμό του άνδρα. Δεν πρόλαβε να βγάλει άχνα, έπεσε άψυχος στο πάτωμα. Άρπαξε το πιστόλι του και έχωσε το πτώμα σε μία από τις τουαλέτες. Είχε έρθει η ώρα να σκοτώσει τον εφοπλιστή.      

Βγήκε ξανά στην ταράτσα. Σημάδεψε τον άνδρα που καθόταν μονάχος στο τραπέζι. Λίγο προτού πατήσει όμως τη σκανδάλη ακούστηκε ο ήχος πυροβολισμού από το απέναντι κτίριο. Η σφαίρα βρήκε στην καρδιά τον Χούτο. Η Μόργκαν πρόλαβε να δει έναν ελεύθερο σκοπευτή να μαζεύει τα πράγματά του. Δεν άνηκε στην Οργάνωση. Θέλησε να επικοινωνήσει με τα κεντρικά, αλλά συνειδητοποίησε ότι κάτι μπλόκαρε τις κλήσεις. Έπρεπε να εξαφανιστεί προτού καταλάβουν τι είχε κάνει. Έχωσε το όπλο κάτω από το φόρεμά της και αρχίνησε να τσιρίζει υστερικά. Εμφανίστηκαν τρία άτομα μονομιάς. Έσπευσαν να τη βοηθήσουν να αποχωρήσει από τον χώρο. Έτρεμε και συνέχιζε να βγάζει ουρλιαχτά. Λίγο πριν φτάσει στην έξοδο του ξενοδοχείου άκουσε έναν άνδρα να προσπαθεί να την παρηγορήσει.

Διάβηκαν την έξοδο και μπροστά της εμφανίστηκε ένα ταξί. Μπήκε μέσα έχοντας μειώσει τον βόμβο που προκαλούσε. «Τουλάχιστον ο Χούτος είναι νεκρός», είπε ο υποτιθέμενος ταρίφας. «Το ξέρω», απάντησε η γυναίκα χαμογελώντας σαρδόνια.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης