Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Οι θεοσεβούμενα απελπισμένοι


Στο εξώφυλλο του βιβλίου «Ντεσπερέισον», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bell και έχει γραφτεί από τον Στίβεν Έντγουιν Κινγκ, βλέπουμε την εθνική οδό νούμερο πενήντα κι έναν γύπα που κουρνιάζει πάνω σε μια πινακίδα που λέει STOP. Η συγκεκριμένη εικόνα δεν απέχει και πολύ από τον κόσμο του βιβλίου, ούτε όμως τον φανερώνει με ενάργεια. Η Νεβάδα είναι κυρίως μια μεγάλη έρημος, χωρίς κάτι αξιοσημείωτο. Οι ταξιδιώτες τη διασχίζουν συνήθως για να πάνε σε δημοφιλέστερους προορισμούς. Ο καθηγητής Τζάκσον, με τη γυναίκα του, τη Μαίρη, για παράδειγμα θέλουν να πάνε στη Νέα Υόρκη. Η οικογένεια Κάρβερ στη λίμνη Τάχο, ενώ ο γνωστός, αλλά παρηκμασμένος συγγραφέας Τζόνι Μάρινβιλ προσπαθεί να συλλέξει εικόνες για το νέο του βιβλίο. Ωστόσο, όλοι τους θα πέσουν πάνω στον παράφρονα αστυνομικό Κόλι Εντράτζιαν. Ο Κόλι πιστεύει ότι αυτός είναι ο νόμος της ευρύτερης περιοχής και συχνά η ποινή που επιβάλλει στα θύματά του είναι ο θάνατος. Ο συγκεκριμένος άνδρας όμως είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνο, καθώς στη Ντεσπερέισον και στο Κινέζικο Ορυχείο κρύβεται ένα πανάρχαιο τρομαχτικό μυστικό που αναμένεται να συνταράξει συθέμελα όσους τυχαίνει να βρίσκονται στη γύρω περιοχή. 

Το όνομα της Ντεσπερέισον στην Αγγλική γλώσσα σημαίνει απελπισία. Όμως δεν μεταφράζεται, ίσως για να μην φανερώσει από την αρχή του έργου το κυρίαρχο συναίσθημα που κατακλύζει σαν ορμητικός χείμαρρος τους χαρακτήρες. Το συναίσθημα αυτό είναι η απελπισία, η οποία οδηγεί στον θάνατο πρόσωπα του μυθιστορήματος λόγω των βιαστικών και λανθασμένων επιλογών που αναγκάζονται να κάνουν. Ο θάνατος σε συνδυασμό με τον τρόμο και την παντελή έλλειψη διεξόδου από τη στοιχειωμένη πόλη, υψώνουν έναν θεόρατο τοίχο που καλούνται οι ήρωες να υπερπηδήσουν για να σώσουν τις ζωές τους. 

Ο Κινγκ είναι από εκείνους τους συγγραφείς που έχουν αποφασίσει να ακολουθήσουν διαφορετική τακτική από εκείνη που εφάρμοζε ο μετρ του μεταφυσικού τρόμου, Άρθουρ Μάχεν. Ο Μάχεν δεν περιέγραφε τον αρχέγονο τρόμο, αλλά προσπαθούσε να κάνει τον αναγνώστη να φανταστεί τους χαρακτήρες του, όπως ο ίδιος ήθελε. Εν αντιθέσει, ο Αμερικάνος συγγραφέας πιστεύει ότι ο καλύτερος τρόπος για να τρομάξεις κάποιον και να τον βοηθήσεις να ξεπεράσει τον φόβο, είναι να τον περιγράψεις όσο πιο διεξοδικά μπορείς. «Αν δεν μπορούμε να περιγράψουμε έναν φόβο, δεν μπορούμε να τον υπερνικήσουμε», έχει δηλώσει χαρακτηριστικά. Έτσι, το μυθιστόρημα βρίθει από έντονες και λεπτομερέστατες περιγραφές που αρκετές φορές πετυχαίνουν τον σκοπό τους προκαλώντας φρίκη...

Διαβάστε περισσότερα για την κριτική που έγραψα στο: http://maga.gr/2014/02/25/theosevoumena-apelpismeni/

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Οι κόκκινες γόβες


Προσπαθούσε να κρατήσει την ισορροπία της πάνω στις κόκκινες γόβες που φορούσε. Η βροχή είχε γεμίσει τα φρεάτια και είχε μετατρέψει τους δρόμους σε μικρές Βενετίες. Κανένα αμάξι δεν μπορούσε να περάσει. Όλοι παρέμεναν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Μονάχα εκείνη δεν μπορούσε να μείνει άλλο στο σπίτι της. Ένιωθε τους τοίχους να την πλακώνουν. Ήθελε να πάρει αέρα, έστω κι αυτόν που είχε διαποτιστεί με μπόλικη αιθαλομίχλη.
Κατευθυνόταν προς τη νέα παραλία της πόλης. Της θύμιζε αεροδρόμιο, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο την λάτρευε. Ένιωθε τόσο μόνη. Ο αγέρας της μαστίγωνε το πρόσωπό της. Με δυσκολία κρατούσε τα δάκρυά της. Είχαν περάσει ακριβώς δύο χρόνια από τότε που είχε χωρίσει οριστικά με τον Αποστόλη. Προσπάθησε να τον κρατήσει κοντά της, αλλά δεν μπόρεσε. Μια ανώτερη δύναμη είχε βαλθεί να τους χωρίσει κι εν τέλει τα κατάφερε.
Τόσες ώρες μαζί, τόσα ταξίδια στην πανέμορφη Βιέννη, στο Μόναχο, στο Βερολίνο, στη Νέα Υόρκη. Έκλεισε την ομπρέλα που την προφύλασσε από τη βροχή. Ένιωσε τη βροχή να τη λούζει, τη γεύτηκε και η μελαγχολία της συρρικνώθηκε. Κρύφτηκε πίσω από το σκότος εκείνης της ανεξερεύνητης γωνίας του νοητού της λαβυρίνθου.
Ετοιμάστηκε να βγάλει τις κόκκινές της γόβες, που της είχε χαρίσει εκείνος. Ίσως να είχε αγοράσει τις ίδιες και στη νέα του κοπέλα, την Κυριακή. Τα γυμνά της πέλματα θρέφτηκαν από το νερό. Κοίταξε τις παλάμες των δύο χεριών της. Είχαν γεράσει. Κράτησε σφιχτά την αριστερή γόβα. Πήρε φόρα και την έριξε με όση δύναμη της είχε απομείνει μες στον Θερμαϊκό. Μονάχα ένα σιγανό πάφλασμα ακούστηκε.
Που είχαν πάει οι πρίγκιπες των παιδικών της χρόνων; Που είχε πάει το «Μια φορά κι έναν καιρό» και «το έζησαν κι αυτοί καλά»;  Μακάρι να είχε τη δύναμη να δώσει μια απάντηση. «Μας κατέστρεψες», ψέλλισε ενώ η φράντζα από τα ξανθιά μαλλιά της έκλεινε το οπτικό της πεδίο.
Ξάφνου, μπροστά της είδε τον Αποστόλη. Της χαμογελούσε και την παρότρυνε να έρθει κοντά του. Η Ελπίδα μηχανικά προσπάθησε να τον φτάσει. Λίγο πριν αγγίξει τα ακροδάχτυλά του ένιωσε ένα στιβαρό κορμί να πέφτει πάνω της. Έπεσαν στο έδαφος. Η δεύτερη γόβα εκείνη στη θάλασσα.
«Είσαι καλά;», ρώτησε ο άνδρας που είχε πέσει πάνω της.
«Νομίζω πως ναι», απάντησε. Έμοιαζε με τον Αποστόλη, αλλά δεν ήταν εκείνος. Ήταν σίγουρα ομορφότερος πάντως…

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Η Δημοσιογράφος

Ένιωσε την ψύχρα της νύχτας να διεισδύει μέσα στο κορμί της. Πέρασε το εξωτερικό περίβλημα και πλησίασε απειλητικά την καρδιά. Ήταν 14 Φεβρουαρίου, η περίφημη ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Ήταν για πολλοστή φορά μόνη. Δούλευε ως δημοσιογράφος σε μια από τις μεγαλύτερες ιστοσελίδες της χώρας.  Ο μισθός της δεν ήταν κάτι το τρομερό, ούτε κάτι το αμελητέο όμως. Ωστόσο, κάθε φορά που σκεφτόταν πως είχε καταφέρει να υφαρπάξει τη θέση μισούσε όλο και περισσότερο τον εαυτό της.
Η Πηνελόπη δεν ήταν μια όμορφη γυναίκα, αλλά είχε ένα στυλ, μια φινέτσα και ήξερε να παίζει στα δάχτυλα τις αρσενικές καρδιές. Είχε κοιμηθεί με κάμποσους άνδρες.  Αν την ρωτούσες να σου τους πει έναν-έναν δεν θα μπορούσε. Μονάχα τις συνευρέσεις της με τον εξηντάχρονο Μιχάλη θα ήταν σε θέση να διηγηθεί με γαργαλιστικές λεπτομέρειες. Ο Μιχάλης ήταν εκείνος που της είχε δώσει τη δουλειά στην ιστοσελίδα. Είχαν βγάλει αγγελία στο διαδίκτυο ότι αναζητούσαν τον κατάλληλο δημοσιογράφο. «Προτιμάμε τις γυναικείες υπάρξεις», έγραφε στην παρένθεση με πλαγιαστά γράμματα.
Ήταν δύο χρόνια άνεργη. Είχε σπουδάζει δημοσιογράφος στο Columbia. Οι γονείς της είχαν πουλήσει  ένα χωράφι που είχαν για να βρουν τα χρήματα να τη στείλουν στο εξωτερικό. Πίστευαν κι εκείνοι ότι η μόρφωση είναι το σπουδαιότερο αγαθό στη Γη. Τι γίνεται όμως όταν ο μορφωμένος οδηγηθεί στην εξαθλίωση; Πριν από χρόνια αν της έλεγες ότι θα γινόταν το τσουλάκι του εκάστοτε Μιχάλη, τότε θα σε χαστούκιζε και θα σε μπλόκαρε μια για πάντα από το προφίλ της στο facebook. Τώρα, αν της το έλεγε θα έβαζε τα κλάματα.
Σε λίγο θα τον συναντούσε ξανά στο εστιατόριο «Μαύρο τριαντάφυλλο». Ήταν η ημέρα των ερωτευμένων. Έπρεπε να το παίξει ερωτευμένη. Έπρεπε να κρατήσει τη δουλειά της. Αυτά τα πρέπει πόσες φορές είχαν καταπνίξει τα θέλω της; Μολαταύτα,  χωρίς τα χρήματα δεν θα μπορούσε να επιβιώσει.
Διάβηκε την πόρτα. Ο μελαμψός σερβιτόρος της χαμογέλασε. Ήταν στην ηλικία της και όμορφος. Μακάρι να μπορούσε να του την πέσει. Σκέφτηκε για λίγο να τον αρπάξει από τον γιακά και να τον φιλήσει με πάθος στο στόμα, όπως γινόταν στις ρομαντικές κομεντί που νοίκιαζε από το βίντεοκλαμπ κι έβλεπε μονάχη τα βράδια παρέα με τον αρκούδο της τον Πουφ. Ο Πουφ ήταν ο μοναδικός που την καταλάβαινε.
Οδηγήθηκε στο τραπέζι. Αντίκρισε τον άνδρα με την μπάκα και το πυκνό μουστάκι. Τα μαλλιά του ήταν ως συνήθως κατάμαυρα. Τα έβαφε κάθε δεύτερη εβδομάδα. Εμμονή του είχαν γίνει. Κάθισε χαμογελώντας όσο πιο γλυκά μπορούσε. Ένιωσε την ψυχή της να ουρλιάζει. Δεν ήθελε να βρίσκεται εκεί, αλλά έπρεπε.
«Τι κάνεις μωρό μου;», είπε εκείνος καθώς την άγγιζε με τα χοντρά του χέρια. Σε λίγο θα ερχόταν κοντά της και θα ξεκινήσουμε να της θωπεύει τα πόδια. Θα την ξεφτίλιζε για πολλοστή φορά. Οι άλλοι πελάτες του εστιατορίου σίγουρα θα την κοίταζαν με απέχθεια.
Παρήγγειλαν ό,τι πιο ακριβό είχε το μαγαζί. Ύστερα ο γέρος ήρθε δίπλα της και άρχισε να την χαϊδεύει στα μπούτια. Εκείνη ήθελε να ουρλιάξει, να σωθεί κάπως. Ωστόσο, καθόταν και τον άφηνε να διεκπεραιώνει το έργο του. Το είχε σιχαθεί αυτό το κωλομάγαζο. Κάθε φορά τα ίδια αίσχη λάμβαναν χώρα. Οι σερβιτόροι τους ήξερα, ήταν θαμώνες.
Το χέρι του έφτασε στο μπροστινό μέρος του στρινγκ που της είχε υπαγορεύσει να φοράει. Τον άναβε εκείνο το κίτρινο εσώρουχο από τη λαϊκή. Προσπάθησε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Το δεξί της χέρι δεν άκουσε την εντολή του εγκεφάλου. Ήθελε να σώσει την αφέντρα του. Έπιασε το μπουκάλι του ξηρού λευκού οίνου και με πρωτόγνωρη δύναμη το έφερε στο κεφάλι του άνδρα.
Έσπασε.  Άνοιξε μια τρύπα στο κεφάλι του. Προς στιγμήν  όλοι στράφηκαν προς το ζευγάρι. Κανένας όμως δεν αντέδρασε. Η γυναίκα μάζεψε τα πράγματά της και βγήκε από το  «Μαύρο τριαντάφυλλο». Καθώς αποχωρούσε φίλησε στο στόμα τον μελαμψό άνδρα. Μέσα σ’ ένα βράδυ είχε εκπληρώσει δύο ασίγαστες επιθυμίες της…

Πηγή: http://pacific.jour.auth.gr/emmeis/

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

η χίμαιρα



[μίνως-αθανάσιος καρυωτάκης]
Ο φοιτητής άρπαξε το περιοδικό από τη γωνία όπου το είχε καταχωνιάσει εδώ και καιρό. Η σκόνη το είχε ποτίσει και η επιφάνειά του ήταν πλέον μες στη βρώμα. Ωστόσο, εκείνο το παράξενο σχέδιο στο εξώφυλλο τον ανάγκαζε να το ανοίξει. Δεν ήξερε γιατί ένα τόσο αλλόκοτο δημιούργημα μπορούσε να ασκήσει τόσο μεγάλη επίδραση πάνω του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Η μοίρα είχε προνοήσει να ανοίξει το τεύχος κι εκείνος όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο ον αδυνατούσε να αντισταθεί στο κάλεσμά της.

Έσκυψε ευλαβικά από πάνω του. Φύσηξε δυνατά για να διώξει τη σκόνη. Εκείνη όμως δεν έφευγε. Είχε κολλήσει πάνω στο περιοδικό. Πήρε ένα ξεσκονόπανο. Προσπάθησε να τη διώξει, αλλά εκείνη δεν έφευγε. Παρέμενε πάνω του.

«Ας το ανοίξω επιτέλους», σκέφτηκε καθώς το ακουμπούσε ξανά με τα ροζιασμένα του δάχτυλα. Ένιωσε το κορμί του να αναριγά. Ένιωσε την περιέργεια να εισχωρεί βαθειά στη ψυχή του και να ριζώνει. Τα μάτια του χαμογέλασαν. Το περιεχόμενό του πρέπει να έκρυβε κάτι το μαγευτικό. Το είχε παρατημένο εκεί στη γωνία του παταριού για δέκα ολόκληρα χρόνια. Ποτέ του δεν είχε φροντίσει να του δώσει τη σημασία που του άρμοζε.

Προχτές που καθάριζε τη σοφίτα για να μετακομίσει, όμως το βλέμμα του έπεσε πάνω του. Εκείνη η παράσταση του εξωφύλλου πρέπει να του είχε γνεύσει πονηρά. Η σοφίτα του έκρυβε απίστευτη παλιατζούρα, αλλά δεν θυμόταν ότι είχε κρατήσει το συγκεκριμένο τεύχος. Ήταν δώρο της Μαρίας. Γιατί όμως να έχει κρατήσει ένα δώρο της Μαρίας;

«Φτάνουν οι ερωτήσεις», ούρλιαξε ενώ ένιωθε ότι μέσα του πάλευε μ’ ένα τέρας. Έπρεπε να επικρατήσει. Αν δεν κέρδιζε τη μονομαχία, τότε δεν θα μπορούσε να δει το περιέχομένο του. Κάποια δύναμη ήθελε να του απαγορεύσει να πραγματοποιήσει την επιθυμία του.

Ξεφύσαγε. Ο ιδρώτας κυλούσε ποτάμι από το κορμί του. Ο βόμβος στο κρανίο του ήταν εκκωφαντικός. Έσφιξε τα δόντια του. Άκουσε την καρδιά να χτυπά σαν ταμπούρλο. «Το σύστημα Γιάννη είναι αυτό που σε κρατάει δέσμιό του. Ποτέ δεν θα μπορέσουμε να είμαστε μαζί, γιατί πολύ απλά δεν θέλεις να πας κόντρα στο ρεύμα. Είσαι ένας δειλός Γιάννη! Αυτό είσαι!», άκουσε τη φωνή της Μαρίας να δονεί το δωμάτιο.

Η ξύλινη καρέκλα έσπασε μονομιάς. Του κόπηκε για δεύτερα η ανάσα. Το περιοδικό παρέμενε πάνω στο γραφείο του. Δεν ήταν το σύστημα που τον κρατούσε τόσα χρόνια δεσμώτη του, αλλά η αδυναμία του να πραγματοποιήσει τα θέλω του.

«Θα τα καταφέρω», ψέλλισε τούτη τη φορά ενώ τα χέρια του κουνιόντουσαν ασυγχρόνιστα λες κι είχε πάρκινσον.

«Πρέπει να το διαβάσω!», ούρλιαξε καθώς κατάφερνε να ξεκολλήσει από το πάτωμα. Βρίσκοντας την αυτοκυριαρχία του πλησίασε στο γραφείο. Έπιασε το εξώφυλλο και το τράβηξε. Μέσα από το περιοδικό βγήκε άπλετο φως. Ένα μέρος του σκοταδιού της ψυχής εξαφανίστηκε. Ένιωσε μαγευτικά. Η γαλήνη με τη σοφία φώλιασε στην ψυχή του.

Το πλάσμα του εξωφύλλου ξαφνικά γέμισε με χρώματα. Μπορούσε πια να καταλάβει τι ήταν. Χίμαιρα πρέπει να ονομαζόταν.

Πηγή: http://chimeres.info/

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Κατερίνα Καριζώνη: «Οι περισσότεροι άνθρωποι βολεύονται στις εύκολες λύσεις»

Η Θεσσαλονίκη είναι μία μαγευτική πόλη, η οποία έχει παράδοση στο να γεννά σημαντικούς καλλιτέχνες, αλλά και να δίνει απλόχερα τροφή για βαθυστόχαστες, λυπημένες σκέψεις. Το εΜΜΕίς αυτή τη φορά αποφάσισε να γνωρίσει μία από τις γνωστότερες συγγραφείς της συμπρωτεύουσας. Μία γυναίκα που ακροβατεί ανάμεσα στο ιστορικό μυθιστόρημα και την ποίηση, την Κατερίνα Καριζώνη.  Μιλήσαμε μαζί της τόσο για το καινούριο της δημιούργημα «Το τραγούδι του ευνούχου», αλλά και για τη Θεσσαλονίκη, την οποία έχει παρομοιάσει με την Γκόθαμ Σίτυ στο βιβλίο της «Βαλς στην ομίχλη».
1. Τι είναι για σας η λογοτεχνία;
- Μετά από τόσα χρόνια ασχολίας με τη λογοτεχνία είναι πια για μένα τρόπος ζωής. Ωστόσο πιστεύω πως η λογοτεχνία, όπως και οι άλλες μορφές τέχνης, είναι οι τελευταίοι θύλακες ονείρου που μας απέμειναν και που μπορούν να μας στηρίζουν μέσα στην γκρίζα καθημερινότητα .
2. Ποιο ήταν το έναυσμα που οδήγησε στη συγγραφή του νέου σας μυθιστορήματος «Το τραγούδι του ευνούχου»;
- Το έναυσμα ήταν ένα κεφάλαιο σε κάποιο βιβλίο βυζαντινής ιστορίας που αναφερόταν στους ευνούχους και κυρίως στους καστράτους που έψαλλαν στις εκκλησιαστικές χορωδίες. Το θέμα με σόκαρε αλλά και με γοήτευσε .Όταν μάλιστα διάβασα μια αποστροφή για ένα ορφανοτροφείο ευνούχων που υπήρχε στην Κωνσταντινούπολη, τότε ένιωσα πως είχα βρει τι θα γράψω . Εκείνο που έμενε ήταν να ερευνήσω την εποχή και την περιοχή. Κι έτσι ξεκίνησε το ταξίδι.
3. Σε μια συνέντευξή σας δηλώσατε ότι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο Ρος, δεν καταφέρνει ουσιαστικά να ξεφύγει από τη μοίρα. Μπορούμε τελικά να της ξεφύγουμε;
- Φοβάμαι πως όχι, γιατί δεν είμαστε πάντα σε ετοιμότητα όταν οι ευκαιρίες περνούν από μπροστά μας. Πρέπει να είσαι σε διαρκή επαγρύπνηση και, δυστυχώς, οι περισσότεροι άνθρωποι βολεύονται στις εύκολες λύσεις ή δεν είναι σε θέση να έρθουν σε ρήξη με τις συμβατικότητές τους την κρίσιμη στιγμή έτσι ώστε να αλλάξουν τη μοίρα τους.
4. Από τα βιβλία που έχετε γράψει, ποιο σας αρέσει περισσότερο;
- Δύσκολη ερώτηση για έναν συγγραφέα. Απαντώντας συναισθηματικά θα διάλεγα «το Μεγάλο Αλγέρι» γιατί αναφέρεται στη βεντέτα της οικογένειάς μου που έχει ρίζες απ’ τη Μάνη, εξαιτίας της οποίας έφυγε και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για αληθινή ιστορία και έχω γνωρίσει τα πρόσωπα αυτά, όσο ακόμα ήταν εν ζωή στη Μάνη.
5. Το «Βαλς στην ομίχλη» επανακυκλοφορεί για τέταρτη φορά. Γιατί πιστεύετε ότι οι αναγνώστες αγάπησαν τόσο αυτό το βιβλίο;
- Γιατί είναι η ιστορία της παλιάς Θεσσαλονίκης, η οποία έχει πάντα ενδιαφέρον για τους αναγνώστες και κυρίως γι’ αυτούς που μένουν στην πόλη μας, ενώ ταυτόχρονα είναι κι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Επομένως διαβάζεται σε δύο επίπεδα, πιθανόν και σε περισσότερα, καθώς κάθε αναγνώστης έχει τα δικά του προσωπικά κριτήρια.
6. Εφόσον η Θεσσαλονίκη έχει κοινά στοιχεία με τη Γκόθαμ Σίτυ, τότε ο «Σκοτεινός Ιππότης» που κρύβεται;
- Μέσα μας.
7. Τα τελευταία χρόνια ασχολείστε κυρίως με το ιστορικό μυθιστόρημα. Πώς προέκυψε αυτό το θέλω;
- Η Ιστορία με γοητεύει αφάνταστα. Το διδακτορικό μου ήταν στην Οικονομική Ιστορία, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο βαθύτερο: η αναμέτρηση με το χρόνο και κυρίως το παρελθόν και η περίεργη σχέση που γεννιέται ανάμεσα στον συγγραφέα και τον ιστορικό χρόνο, η οποία εγείρει πολλαπλά υπαρξιακά ζητήματα και σε κάνει να προβληματιστείς για το νόημα της ζωής και των ανθρώπινων πεπραγμένων . Πέρα απ’ αυτά, όμως, η Ιστορία είναι γνώση και το ιστορικό μυθιστόρημα την προσφέρει μέσα από τη λογοτεχνική αφήγηση που την κάνει πολύ πιο εύληπτη και απολαυστική.
8. Τι αγαπάτε περισσότερο την ποίηση ή την πεζογραφία;
- Για να είμαι ειλικρινής πιο πολύ αγαπώ την ποίηση, αλλά αυτήν δεν την αγαπούν πολύ οι αναγνώστες. Έτσι προσπαθώ να την περάσω μέσα απ’ την πεζογραφία, ώστε να μπορεί να διαβαστεί με πλάγιο και, για την ακρίβεια, με υπόγειο τρόπο .
9. Γιατί πιστεύετε ότι δεν υπάρχει μεγάλο αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα;
- Γιατί δεν βοηθάει η παιδεία μας σ’ αυτό. Τα παιδιά βγαίνουν αμόρφωτα απ’ το σχολείο, χωρίς να γνωρίζουν ούτε καν τη γλώσσα τους , το εκπαιδευτικό σύστημα είναι αποπνικτικό και οι άνθρωποι μαθαίνουν να μισούν το διάβασμα. Όσο για την ελληνική οικογένεια, που ίσως θα μπορούσε να μεταδώσει την αγάπη του βιβλίου , περί άλλων τυρβάζει.
10. Τι προτιμάτε το έντυπο ή το ηλεκτρονικό βιβλίο;
- Το ηλεκτρονικό, που ήδη το διαβάζω εδώ και χρόνια σε e-reader , χωρίς όμως να είμαι και εναντίον του χάρτινου. Τα διαβάζω και τα δύο μανιωδώς.
11. Έχετε κάποιο νέο εγχείρημα στα σκαριά;
- Ναι , αλλά επειδή το θέμα δεν το έχω ξεκαθαρίσει τελείως, δεν θα σας το αποκαλύψω. Θα είναι όμως μια μεγάλη αφήγηση που θα μας ξαναγυρίζει στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφύλιου σε συνδυασμό με άλλες πολλές βουτιές στο χρόνο και στην Ιστορία .
12.Τι θα θέλατε να σας φέρει το 2014;
-Περισσότερη τύχη για όλους μας.
Κλείνω το σημειωματάριο. Η συνέντευξη έφτασε στο τέλος. Έξω βρέχει. Μακάρι να είχαμε περισσότερο χρόνο και να αναλύαμε περισσότερα θέματα. Η νύχτα έχει αρχίσει να παίρνει τη θέση του κρατερού ηλίου. Μελαγχολικό βράδυ. «Καθώς, η μέρα σβήνει νωχελικά στην Γκοθαμ Σίτυ και οι ήχοι της καθημερινότητας χάνονται μες στο σκοτάδι, ένας διαφορετικός κόσμος αρχίζει να ξυπνά…»  (Μπάτμαν, «Ο σκοτεινός ιππότης»).

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:H Kατερίνα Kαριζώνη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου φοίτησε στη Γερμανική Σχολή. Σπούδασε οικονομικά και είναι διδάκτορας των Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ. Εργάστηκε επί δεκαπέντε χρόνια στην Εθνική Τράπεζα. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιητικά βιβλία, ιστορικά λευκώματα και βιβλία για παιδιά.
Μυθιστορήματα: “Ο άγγελός μου ήταν έκπτωτος” (1997), “Βαλς στην ομίχλη” (2001), “Τσάι με τον Καβάφη” (2004), “Mεγάλο Aλγέρι” (2006) και “Ο χάρτης των ονείρων” (2011). Διηγήματα: “Ο Μονόφθαλμος και άλλες πειρατικές ιστορίες” (2009). Ποίηση: “Πρωτοβρόχια” (1969), “Διαστάσεις” (1972), “Πινόκιο” (1975), “Αναπάντεχο καλοκαίρι” (1978), “Τσάι και μυθολογία” (1985), “Πανσέληνος στην οδό Φράγκων” (1990), “Τα παγώνια της Μονής Βλατάδων” (1992), “Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470″ (2001), “Το θηλυκό πρόσωπο της ποίησης στη Θεσσαλονίκη” (ανθολογία, 2006), “Ρεσάλτο” (2009). Ιστορικά λευκώματα (συμμετοχή): “Θεσσαλονίκη και Εθνική Τράπεζα” (1989) και “Πειρατεία στη Μάνη και στη Μεσόγειο” (2010). Βιβλία για παιδιά: “Χίλιες και μία νύχτες των Βαλκανίων” (1989), “Ο Σαίξπηρ σε 7+2 παραμύθια” (1990), “Η δίκη των παραμυθιών” (1992), “Το ταξίδι του αυτοκράτορα με το χαμένο πρόσωπο” (1993), “Παραμύθια από τις όπερες” (1997), “Το ταξίδι των παραμυθιών” (1998), “Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα ξέφωτο του δάσους” (2005), “Ο μαγικός αυλός” (2005).
Περισσότερες πληροφορίες για τη συγγραφέα μπορείτε να βρείτε εδώ, καθώς και στον προσωπικό της ιστότοπο.
Στην επίσημη σελίδα των εκδόσεων Καστανιώτη μπορείτε να διαβάσετε και ένααπόσπασμα από «Το τραγούδι του ευνούχου».
Πηγή: http://pacific.jour.auth.gr/emmeis/?p=8885