Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

η χίμαιρα



[μίνως-αθανάσιος καρυωτάκης]
Ο φοιτητής άρπαξε το περιοδικό από τη γωνία όπου το είχε καταχωνιάσει εδώ και καιρό. Η σκόνη το είχε ποτίσει και η επιφάνειά του ήταν πλέον μες στη βρώμα. Ωστόσο, εκείνο το παράξενο σχέδιο στο εξώφυλλο τον ανάγκαζε να το ανοίξει. Δεν ήξερε γιατί ένα τόσο αλλόκοτο δημιούργημα μπορούσε να ασκήσει τόσο μεγάλη επίδραση πάνω του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Η μοίρα είχε προνοήσει να ανοίξει το τεύχος κι εκείνος όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο ον αδυνατούσε να αντισταθεί στο κάλεσμά της.

Έσκυψε ευλαβικά από πάνω του. Φύσηξε δυνατά για να διώξει τη σκόνη. Εκείνη όμως δεν έφευγε. Είχε κολλήσει πάνω στο περιοδικό. Πήρε ένα ξεσκονόπανο. Προσπάθησε να τη διώξει, αλλά εκείνη δεν έφευγε. Παρέμενε πάνω του.

«Ας το ανοίξω επιτέλους», σκέφτηκε καθώς το ακουμπούσε ξανά με τα ροζιασμένα του δάχτυλα. Ένιωσε το κορμί του να αναριγά. Ένιωσε την περιέργεια να εισχωρεί βαθειά στη ψυχή του και να ριζώνει. Τα μάτια του χαμογέλασαν. Το περιεχόμενό του πρέπει να έκρυβε κάτι το μαγευτικό. Το είχε παρατημένο εκεί στη γωνία του παταριού για δέκα ολόκληρα χρόνια. Ποτέ του δεν είχε φροντίσει να του δώσει τη σημασία που του άρμοζε.

Προχτές που καθάριζε τη σοφίτα για να μετακομίσει, όμως το βλέμμα του έπεσε πάνω του. Εκείνη η παράσταση του εξωφύλλου πρέπει να του είχε γνεύσει πονηρά. Η σοφίτα του έκρυβε απίστευτη παλιατζούρα, αλλά δεν θυμόταν ότι είχε κρατήσει το συγκεκριμένο τεύχος. Ήταν δώρο της Μαρίας. Γιατί όμως να έχει κρατήσει ένα δώρο της Μαρίας;

«Φτάνουν οι ερωτήσεις», ούρλιαξε ενώ ένιωθε ότι μέσα του πάλευε μ’ ένα τέρας. Έπρεπε να επικρατήσει. Αν δεν κέρδιζε τη μονομαχία, τότε δεν θα μπορούσε να δει το περιέχομένο του. Κάποια δύναμη ήθελε να του απαγορεύσει να πραγματοποιήσει την επιθυμία του.

Ξεφύσαγε. Ο ιδρώτας κυλούσε ποτάμι από το κορμί του. Ο βόμβος στο κρανίο του ήταν εκκωφαντικός. Έσφιξε τα δόντια του. Άκουσε την καρδιά να χτυπά σαν ταμπούρλο. «Το σύστημα Γιάννη είναι αυτό που σε κρατάει δέσμιό του. Ποτέ δεν θα μπορέσουμε να είμαστε μαζί, γιατί πολύ απλά δεν θέλεις να πας κόντρα στο ρεύμα. Είσαι ένας δειλός Γιάννη! Αυτό είσαι!», άκουσε τη φωνή της Μαρίας να δονεί το δωμάτιο.

Η ξύλινη καρέκλα έσπασε μονομιάς. Του κόπηκε για δεύτερα η ανάσα. Το περιοδικό παρέμενε πάνω στο γραφείο του. Δεν ήταν το σύστημα που τον κρατούσε τόσα χρόνια δεσμώτη του, αλλά η αδυναμία του να πραγματοποιήσει τα θέλω του.

«Θα τα καταφέρω», ψέλλισε τούτη τη φορά ενώ τα χέρια του κουνιόντουσαν ασυγχρόνιστα λες κι είχε πάρκινσον.

«Πρέπει να το διαβάσω!», ούρλιαξε καθώς κατάφερνε να ξεκολλήσει από το πάτωμα. Βρίσκοντας την αυτοκυριαρχία του πλησίασε στο γραφείο. Έπιασε το εξώφυλλο και το τράβηξε. Μέσα από το περιοδικό βγήκε άπλετο φως. Ένα μέρος του σκοταδιού της ψυχής εξαφανίστηκε. Ένιωσε μαγευτικά. Η γαλήνη με τη σοφία φώλιασε στην ψυχή του.

Το πλάσμα του εξωφύλλου ξαφνικά γέμισε με χρώματα. Μπορούσε πια να καταλάβει τι ήταν. Χίμαιρα πρέπει να ονομαζόταν.

Πηγή: http://chimeres.info/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου