Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Η Δημοσιογράφος

Ένιωσε την ψύχρα της νύχτας να διεισδύει μέσα στο κορμί της. Πέρασε το εξωτερικό περίβλημα και πλησίασε απειλητικά την καρδιά. Ήταν 14 Φεβρουαρίου, η περίφημη ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Ήταν για πολλοστή φορά μόνη. Δούλευε ως δημοσιογράφος σε μια από τις μεγαλύτερες ιστοσελίδες της χώρας.  Ο μισθός της δεν ήταν κάτι το τρομερό, ούτε κάτι το αμελητέο όμως. Ωστόσο, κάθε φορά που σκεφτόταν πως είχε καταφέρει να υφαρπάξει τη θέση μισούσε όλο και περισσότερο τον εαυτό της.
Η Πηνελόπη δεν ήταν μια όμορφη γυναίκα, αλλά είχε ένα στυλ, μια φινέτσα και ήξερε να παίζει στα δάχτυλα τις αρσενικές καρδιές. Είχε κοιμηθεί με κάμποσους άνδρες.  Αν την ρωτούσες να σου τους πει έναν-έναν δεν θα μπορούσε. Μονάχα τις συνευρέσεις της με τον εξηντάχρονο Μιχάλη θα ήταν σε θέση να διηγηθεί με γαργαλιστικές λεπτομέρειες. Ο Μιχάλης ήταν εκείνος που της είχε δώσει τη δουλειά στην ιστοσελίδα. Είχαν βγάλει αγγελία στο διαδίκτυο ότι αναζητούσαν τον κατάλληλο δημοσιογράφο. «Προτιμάμε τις γυναικείες υπάρξεις», έγραφε στην παρένθεση με πλαγιαστά γράμματα.
Ήταν δύο χρόνια άνεργη. Είχε σπουδάζει δημοσιογράφος στο Columbia. Οι γονείς της είχαν πουλήσει  ένα χωράφι που είχαν για να βρουν τα χρήματα να τη στείλουν στο εξωτερικό. Πίστευαν κι εκείνοι ότι η μόρφωση είναι το σπουδαιότερο αγαθό στη Γη. Τι γίνεται όμως όταν ο μορφωμένος οδηγηθεί στην εξαθλίωση; Πριν από χρόνια αν της έλεγες ότι θα γινόταν το τσουλάκι του εκάστοτε Μιχάλη, τότε θα σε χαστούκιζε και θα σε μπλόκαρε μια για πάντα από το προφίλ της στο facebook. Τώρα, αν της το έλεγε θα έβαζε τα κλάματα.
Σε λίγο θα τον συναντούσε ξανά στο εστιατόριο «Μαύρο τριαντάφυλλο». Ήταν η ημέρα των ερωτευμένων. Έπρεπε να το παίξει ερωτευμένη. Έπρεπε να κρατήσει τη δουλειά της. Αυτά τα πρέπει πόσες φορές είχαν καταπνίξει τα θέλω της; Μολαταύτα,  χωρίς τα χρήματα δεν θα μπορούσε να επιβιώσει.
Διάβηκε την πόρτα. Ο μελαμψός σερβιτόρος της χαμογέλασε. Ήταν στην ηλικία της και όμορφος. Μακάρι να μπορούσε να του την πέσει. Σκέφτηκε για λίγο να τον αρπάξει από τον γιακά και να τον φιλήσει με πάθος στο στόμα, όπως γινόταν στις ρομαντικές κομεντί που νοίκιαζε από το βίντεοκλαμπ κι έβλεπε μονάχη τα βράδια παρέα με τον αρκούδο της τον Πουφ. Ο Πουφ ήταν ο μοναδικός που την καταλάβαινε.
Οδηγήθηκε στο τραπέζι. Αντίκρισε τον άνδρα με την μπάκα και το πυκνό μουστάκι. Τα μαλλιά του ήταν ως συνήθως κατάμαυρα. Τα έβαφε κάθε δεύτερη εβδομάδα. Εμμονή του είχαν γίνει. Κάθισε χαμογελώντας όσο πιο γλυκά μπορούσε. Ένιωσε την ψυχή της να ουρλιάζει. Δεν ήθελε να βρίσκεται εκεί, αλλά έπρεπε.
«Τι κάνεις μωρό μου;», είπε εκείνος καθώς την άγγιζε με τα χοντρά του χέρια. Σε λίγο θα ερχόταν κοντά της και θα ξεκινήσουμε να της θωπεύει τα πόδια. Θα την ξεφτίλιζε για πολλοστή φορά. Οι άλλοι πελάτες του εστιατορίου σίγουρα θα την κοίταζαν με απέχθεια.
Παρήγγειλαν ό,τι πιο ακριβό είχε το μαγαζί. Ύστερα ο γέρος ήρθε δίπλα της και άρχισε να την χαϊδεύει στα μπούτια. Εκείνη ήθελε να ουρλιάξει, να σωθεί κάπως. Ωστόσο, καθόταν και τον άφηνε να διεκπεραιώνει το έργο του. Το είχε σιχαθεί αυτό το κωλομάγαζο. Κάθε φορά τα ίδια αίσχη λάμβαναν χώρα. Οι σερβιτόροι τους ήξερα, ήταν θαμώνες.
Το χέρι του έφτασε στο μπροστινό μέρος του στρινγκ που της είχε υπαγορεύσει να φοράει. Τον άναβε εκείνο το κίτρινο εσώρουχο από τη λαϊκή. Προσπάθησε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Το δεξί της χέρι δεν άκουσε την εντολή του εγκεφάλου. Ήθελε να σώσει την αφέντρα του. Έπιασε το μπουκάλι του ξηρού λευκού οίνου και με πρωτόγνωρη δύναμη το έφερε στο κεφάλι του άνδρα.
Έσπασε.  Άνοιξε μια τρύπα στο κεφάλι του. Προς στιγμήν  όλοι στράφηκαν προς το ζευγάρι. Κανένας όμως δεν αντέδρασε. Η γυναίκα μάζεψε τα πράγματά της και βγήκε από το  «Μαύρο τριαντάφυλλο». Καθώς αποχωρούσε φίλησε στο στόμα τον μελαμψό άνδρα. Μέσα σ’ ένα βράδυ είχε εκπληρώσει δύο ασίγαστες επιθυμίες της…

Πηγή: http://pacific.jour.auth.gr/emmeis/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου