Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Οι κόκκινες γόβες


Προσπαθούσε να κρατήσει την ισορροπία της πάνω στις κόκκινες γόβες που φορούσε. Η βροχή είχε γεμίσει τα φρεάτια και είχε μετατρέψει τους δρόμους σε μικρές Βενετίες. Κανένα αμάξι δεν μπορούσε να περάσει. Όλοι παρέμεναν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Μονάχα εκείνη δεν μπορούσε να μείνει άλλο στο σπίτι της. Ένιωθε τους τοίχους να την πλακώνουν. Ήθελε να πάρει αέρα, έστω κι αυτόν που είχε διαποτιστεί με μπόλικη αιθαλομίχλη.
Κατευθυνόταν προς τη νέα παραλία της πόλης. Της θύμιζε αεροδρόμιο, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο την λάτρευε. Ένιωθε τόσο μόνη. Ο αγέρας της μαστίγωνε το πρόσωπό της. Με δυσκολία κρατούσε τα δάκρυά της. Είχαν περάσει ακριβώς δύο χρόνια από τότε που είχε χωρίσει οριστικά με τον Αποστόλη. Προσπάθησε να τον κρατήσει κοντά της, αλλά δεν μπόρεσε. Μια ανώτερη δύναμη είχε βαλθεί να τους χωρίσει κι εν τέλει τα κατάφερε.
Τόσες ώρες μαζί, τόσα ταξίδια στην πανέμορφη Βιέννη, στο Μόναχο, στο Βερολίνο, στη Νέα Υόρκη. Έκλεισε την ομπρέλα που την προφύλασσε από τη βροχή. Ένιωσε τη βροχή να τη λούζει, τη γεύτηκε και η μελαγχολία της συρρικνώθηκε. Κρύφτηκε πίσω από το σκότος εκείνης της ανεξερεύνητης γωνίας του νοητού της λαβυρίνθου.
Ετοιμάστηκε να βγάλει τις κόκκινές της γόβες, που της είχε χαρίσει εκείνος. Ίσως να είχε αγοράσει τις ίδιες και στη νέα του κοπέλα, την Κυριακή. Τα γυμνά της πέλματα θρέφτηκαν από το νερό. Κοίταξε τις παλάμες των δύο χεριών της. Είχαν γεράσει. Κράτησε σφιχτά την αριστερή γόβα. Πήρε φόρα και την έριξε με όση δύναμη της είχε απομείνει μες στον Θερμαϊκό. Μονάχα ένα σιγανό πάφλασμα ακούστηκε.
Που είχαν πάει οι πρίγκιπες των παιδικών της χρόνων; Που είχε πάει το «Μια φορά κι έναν καιρό» και «το έζησαν κι αυτοί καλά»;  Μακάρι να είχε τη δύναμη να δώσει μια απάντηση. «Μας κατέστρεψες», ψέλλισε ενώ η φράντζα από τα ξανθιά μαλλιά της έκλεινε το οπτικό της πεδίο.
Ξάφνου, μπροστά της είδε τον Αποστόλη. Της χαμογελούσε και την παρότρυνε να έρθει κοντά του. Η Ελπίδα μηχανικά προσπάθησε να τον φτάσει. Λίγο πριν αγγίξει τα ακροδάχτυλά του ένιωσε ένα στιβαρό κορμί να πέφτει πάνω της. Έπεσαν στο έδαφος. Η δεύτερη γόβα εκείνη στη θάλασσα.
«Είσαι καλά;», ρώτησε ο άνδρας που είχε πέσει πάνω της.
«Νομίζω πως ναι», απάντησε. Έμοιαζε με τον Αποστόλη, αλλά δεν ήταν εκείνος. Ήταν σίγουρα ομορφότερος πάντως…

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου