Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Η Ανταλλαγή

Προσπάθησε να συγκρατήσει τα νεύρα του. Για πολλοστή φορά δεν θα γινόταν τίποτα απολύτως. Η αγάπη που ένιωθε, ο έρωτας θα παρέμενε ανεκπλήρωτος ες αεί. Επεξεργαζόταν το είδωλό του στον καθρέφτη. Προσπαθούσε να κατανοήσει τι είχε πάει στραβά. Μελέτησε νοητά όλες τις κινήσεις που είχε κάνει. Ένα μεγάλο γιατί σχηματίστηκε στον νου. Δεν θα έβρισκε ποτέ του απάντηση.
Κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Άρπαξε με χειρουργικές κινήσεις την κούπα με τη ραγισμένη καρδιά και το μπουκάλι με το ρακί που είχε φέρει φέτος από την Κρήτη. Τώρα τελευταία κατανάλωνε πολύ αλκοόλ, μα ούτε αυτό είχε σημασία τουλάχιστον για τον ίδιο.
Άκουσε ηδονικά τον ήχο του καυτό υγρού που γέμιζε την κούπα. Την γέμισε μέχρι πάνω. Με το τρεμάμενο χέρι του την έπιασε και εισέπνευσε βαθιά το αλκοόλ. Ένιωσε την καρδιά του να ευφραίνεται. Τα μάτια του έκλαιγαν. Προσπάθησε να συγκρατήσει τα καυτά δάκρυα που χύνονταν στο ποτήρι. Θέλησε να δημιουργήσει τη μορφή της αγαπημένης του. Ήταν τόσο όμορφη. Τα μάτια της, η κορμοστασιά, αλλά και η φωνή της θύμιζαν νεράιδα. Όλα πλέον είχαν τελειώσει όμως. Δεν είχε ανταποκριθεί στον έρωτά του.
Κατέβασε τη μισή κούπα. Ξεκίνησε να βήχει σαν ασθματικός. Ο λαιμός του είχε πυρωθεί. Τα δάκρυα συνέχιζαν να τρέχουν σαν ορμητικός χείμαρρος και τότε εντελώς αναπάντεχα έπλασε στο μυαλό του, τη σκηνή με τον Ντόριαν Γκρέι που ζητά τη βοήθεια του Σατανά. «Μακάρι να ήταν εδώ», εκστόμισε σιγανά ο ερωτευμένος άνδρας.
Ξάφνου, από το τζάκι εμφανίστηκε μια ψηλή γυναίκα. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα μ’ ένα σκίσιμο, ώστε να αναδεικνύονται με ενάργεια τα καλλίγραμμα πόδια της. Το μαλλί της ήταν κατάμαυρο. Τα μάτια της πρέπει να ήταν άλικα. Αν κοίταζες βαθειά μέσα τους δεν θα έβλεπες τίποτα, μονάχα το κενό και το απόλυτο χάος. Τα χείλη της ήταν ζουμερά, σχεδόν όμοια με της αγαπημένης του άνδρα.
«Τι θα ήθελες;», ρώτησε χρησιμοποιώντας μια φωνή που σίγουρα δεν ανήκε σε άνθρωπο. Είχε μια γυναικεία χροιά και συνάμα ένα εξωπραγματικό χρώμα. Δεν σε φόβιζε, μονάχα δέος προκαλούσε. Ενώ μιλούσε πλησίαζε όλο και πιο κοντά τον άνθρωπο. Όσο πλησίαζε, τόσο ένιωθε ένα ηδονικό πάθος να τον κατακλύζει.
«Θέλω εκείνη», απάντησε μηχανικά ο ερωτευμένος.
«Για να ικανοποιήσω την επιθυμία σου θέλω την ψυχή σου», είπε ο δαίμονας με απόλυτη ηρεμία. Κάρφωσε τα μάτια της πάνω του.
«Πάρ’ την δεν με νοιάζει πια», απάντησε ο άνθρωπος με τα δύο ονόματα καθώς έπινε την τελευταία σταγόνα ρακί από την  κούπα.
Η γυναίκα δεν απάντησε.  Απλά εξαφανίστηκε. Ίσως να είχε κοιτάξει με λίγη συμπόνια τον άνδρα. Η ανταλλαγή πάντως είχε ολοκληρωθεί…
 Πηγή:http://pacific.jour.auth.gr/emmeis/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου