Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Σκέψεις για «Το Λίκνο της Ζωής»



«Το Λίκνο της Ζωής» είναι ουσιαστικά το δεύτερο μυθιστόρημα που δημοσιεύεται και είναι προσβάσιμο προς το αναγνωστικό κοινό. Είναι πολύ διαφορετικό απ’ ότι το «Μια σειρά από τρομαχτικά γεγονότα» και εδώ και καιρό ήθελα να σας εκμυστηρευτώ ορισμένες σκέψεις μου σχετικά μ’ αυτό. 


Το βιβλίο βασίζεται πάνω σ’ ένα διήγημα που είχα γράψει πριν από περίπου τρία χρόνια. Το διήγημα δεν ήταν μεγάλο. Ήταν τέσσερεις σελίδες –αν θυμάμαι καλά-. Την ιστορία του την είχα αγαπήσει από την πρώτη στιγμή. Δεν νομίζω πως είναι κάτι φοβερό σαν υπόθεση, αλλά έχει μια ιδιαίτερη σπίθα που σε κρατάει από την αρχή μέχρι το τέλος. Ο στόχος μου ήταν να προσπαθήσω να μεγεθύνω τις περιπέτειες του Μοχάμεντ χωρίς να κάνω τόσες πολλές παρεμβάσεις. Δεν ήθελα να με αφήσω να ξεφύγω και να αλλάξω τελείως την ιστορία –το κάνω σχεδόν πάντα αυτό-. Προς το τέλος του βιβλίου μου γεννήθηκε μια τεράστια επιθυμία. Ήθελα εξαιρετικά πολύ να αφήσω τη φαντασία μου να καλπάσει σαν άλογο ελεύθερα και άφοβα σε κάποιο όμορφο καταπράσινο λιβάδι. Ωστόσο, με ανάγκασα κατά κάποιον τρόπο να τηρήσω την υπόσχεση που είχα δώσει στον εαυτό μου. Έψαξα βαθιά μέσα μου και συνειδητοποίησα τελικά ότι θα ήταν καλύτερα η ιστορία του κρατερού πολέμαρχου να μην ξεφύγει, να μην ξεπεράσει την έκταση του ενός βιβλίου. Μετά από αλλεπάλληλες μάχες με το τι είναι σωστό ή λάθος για τα «παιδιά» μου (επίστρεψέ μου να χρησιμοποιήσω αυτόν τον αδόκιμο όρο), κατέληξα να τελειώσω το βιβλίο μ’αυτό το τέχνασμα. 


Απ’ όταν είχα ξεκινήσει το γράψιμο της ιστορίας ήξερα το τέλος. Όταν φτάσεις στο τέλος όμως λυπάσαι. Πολλές φορές χάθηκα μέσα στον κόσμο που δημιούργησα. Στάθηκα δίπλα στους χαρακτήρες. Ένιωσα το σκίρτημα των καρδιών τους και τις ανάσες τους. Προσπάθησα να αφουγκραστώ τις επιθυμίες του και να τις συμβαδίσω με τα θέλω μου. Το τελικό αποτέλεσμα με άφησε ικανοποιημένο, γιατί πιστεύω ότι πέτυχα αυτό που ήθελα.

Τη Λάιλα και τον Μοχάμεντ τους αγάπησα κι αν κι εκείνοι είχαν ζωή νομίζω πως θα ένιωθαν το ίδιο και για μένα. Κάθε φορά που βλέπω το εξώφυλλο του βιβλίου θυμάμαι το τέλος. Τα χέρια μου με τρώνε. «Κάποια στιγμή η ιστορία του πολέμαρχου, της βασίλισσας και της Μπάλαντ θα πρέπει να συνεχίσει», σκέφτομαι. Είναι απ’ αυτά τα πρέπει που γεμίζουν με μια γλυκιά, παραδεισένια γεύση τα χείλη… 

Υ.Γ. Η φωτογραφία ήταν μία απ’ αυτές που έπεσαν στο τραπέζι για το εξώφυλλο. Τελικά δεν την επιλέξαμε, γιατί ήταν πολύ σκοτεινή και δεν φαινόταν ξεκάθαρα το ταλέντο/σκίτσο του Νικήτα.

Το βιβλίο κυκλοφορεί και σε εφαρμογή Android για τα κινητά. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου