Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Κεφάλαιο 02- wwz-the greek files


Η κατάσταση στη διάρκεια της μεσημεριανής συνάντησης ήταν τεταμένη, μάλλον όχι ακριβώς τεταμένη, ήθελα να την σκοτώσω την σκύλα.
«Γιάννα στο λέω για τελευταία φορά, θα φύγεις για Θεσσαλονίκη προκειμένου να καλύψεις τους εκεί ανταποκριτές μας.»
«Κυρία Όλγα, όλος ο κόσμος ασχολείται με την επιδημία και εγώ θα πάω στην Θεσσαλονίκη για την έκθεση βιβλίου επειδή όλοι οι δημοσιογράφοι μας εκεί είναι άρρωστοι;»
«Γιάννα εγώ είμαι διευθύντρια ειδήσεων στο κανάλι και εγώ παίρνω τις τελικές αποφάσεις. Θα πάς στη Θεσσαλονίκη να καλύψεις την έκθεση βιβλίου, τελεία και παύλα. Αν δεν σου αρέσει η πόρτα της εξόδου είναι ανοιχτή και με την κρίση που υπάρχει να δω που θα βρεις δουλειά.»
Έσφιξα τα δόντια μου για να μην μιλήσω, το αίμα είχε ανέβει στο κεφάλι μου και ένιωθα τις φλέβες μου έτοιμες να εκραγούν.
«Κόσμος πεθαίνει κάθε μέρα, όλοι έχουν αρχίσει να μιλάνε για ζόμπι και εσύ θέλεις να πάω να καλύψω την έκθεση βιβλίου;»
«Ναι και είναι η τελευταία μου λέξη, το απόγευμα ξεκινάς. Τώρα θα ήθελα να απευθυνθώ σε όλους εδώ μέσα, μην ξανακούσω την λέξη ζόμπι. Η κυβέρνηση και ο Εθνικός Οργανισμός Υγείας έχουν βγάλει επίσημη ανακοίνωση για την Αφρικάνικη λύσσα δεν θα ανεχτώ να ακούω εδώ μέσα τις φήμες που ο κάθε μαλάκας ανεβάζει στο blog του. Ζόμπι και αηδίες, σιγά μην φταίνε οι βρικόλακες για την επιδημία»
Θεέ μου ακόμα και τώρα ακολουθεί την επίσημη πολιτική της κυβέρνησης, συνεχίζει την ιστορία της Αφρικάνικης Γρίπης. Οι επιθέσεις των μολυσμένων είναι πρώτο θέμα στα ΜΜΕ παγκοσμίως, παντού υπάρχουν αναφορές για νεκρούς που μετατρέπονται σε ζόμπι, οι θρησκευτικοί ηγέτες ανά τον κόσμο αρχίζουν να αναφέρουν δειλά- δειλά την λέξη αποκάλυψη και αυτή η ηλίθια συνεχίζει το ίδιο βιολί που ακολουθούσε κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης.
Έξω από την αίθουσα συνάντησα τον αγαπημένο μου καμεραμάν.
«Φραγκίσκο, έχεις όρεξη για μία βόλτα μέχρι την Θεσσαλονίκη;»
«Μαζί σου Γιάννα πηγαίνω και στην κόλαση για ανταπόκριση αφού το ξέρεις;»
Με έπιασε νευρικό γέλιο. Ο Φραγκίσκος πάντα είχε την ικανότητα να με κάνει να γελάω. Εκτός των άλλων έχει το καλύτερο χέρι σε όλο το κανάλι, ίσως και σε όλη την χώρα. Τα πλάνα του είναι καταπληκτικά. Αν έχανε τριάντα κιλά και έκοβε αυτή την ακατάστατη γενειάδα μάλλον θα μου έκανε παρέα και τα βράδια.
«Η ηλίθια θέλει να πάμε να καλύψουμε την έκθεση βιβλίου»
«Το κλιμάκιο στην Θεσσαλονίκη βαριέται και στέλνει εμάς»
«Δεν βαριέται καθόλου, οι μισοί μολύνθηκαν και οι άλλοι μισοί είναι εξαφανισμένοι»
«Ωχ Θεέ μου, ο Μανώλης είναι τεράστιος, δεν θα γούσταρα να τον συναντήσω σαν ζόμπι.»
«Μην λες αυτή την λέξη, η χαζή παθαίνει παράκρουση.»
«Ποιος τις δίνει σημασία; Εδώ ο κόσμος καίγεται και αυτή χαμπάρι δεν παίρνει. Πότε ξεκινάμε;»
«Κατά τις εφτά, να είμαστε στο ξενοδοχείο πριν τις δώδεκα. Πάω σπίτι να πακετάρω»
«Θα ετοιμάσω πρώτα τα μηχανήματα, θα τα φορτώσω στο βανάκι και μετά θα ετοιμαστώ και εγώ. Θα περάσω να σε πάρω από το σπίτι, κάνε κάτι να τσιμπήσουμε στο δρόμο.»
«Κάτι θα ετοιμάσω, δεν σε έχω αφήσει ποτέ παραπονεμένο. Φιλιά τα λέμε μετά.»
 Η βαλίτσα είναι έτοιμη, σνακς για το δρόμο, μπάνιο, σπορ ντύσιμο και τώρα περιμένω τηλέφωνο από τον Φραγκίσκο για να κατέβω κάτω.
 Το ταξίδι όπως πάντα βαρετό όμως κάτι διαφορετικό συνέβαινε. Αντί για τα συνηθισμένα μπλόκα για έλεγχο ταχύτητας και ζώνη υπήρχαν αστυνομικοί με αλεξίσφαιρα και αυτόματα όπλα, ένα ασθενοφόρο και μία κλειστή κλούβα. Μετά την Λαμία μας σταμάτησαν και εμάς. Ένας αστυνομικός πλησίασε με φακό στο κεφάλι και το δάκτυλο στην σκανδάλη.


 «Καλησπέρα σας. Παρακαλώ σβήστε το όχημα και κατεβείτε για έλεγχο»
Ο τόνος του και το όπλο του δεν άφηνε περιθώρια για αντιρρήσεις, ακόμα και ο Φραγκίσκος, που είχε σχέσεις με τον αντιεξουσιαστικό χώρο έσβησε την μηχανή του βαν και κατέβηκε κάτω χωρίς να πει κουβέντα. Μας οδήγησαν στο ασθενοφόρο όπου ένας γιατρός με μάσκα, προστατευτικά γυαλιά και γάντια μας έλεγξε την θερμοκρασία. Από την κλούβα δίπλα ακούγαμε φωνές και ουρλιαχτά.
 «Όλα εντάξει με αυτούς τους δύο, σφραγίστε τους» είπε στη νοσοκόμα δίπλα του.
 «Απλώστε το δεξί σας χέρι» είπε αυτή με την σειρά της.
 Δεν άντεξα και ρώτησα.
  «Τι είναι αυτά, γιατί μας σφραγίζεται;»
 «Για να ξέρουν στο επόμενο μπλόκο που τυχών σας σταματήσουν ότι εξεταστήκατε για αφρικάνικη λύσσα και είστε εντάξει. Τώρα σας παρακαλώ κάντε στην άκρη γιατί η ουρά πίσω σας μεγαλώνει.»
Σε δύο λεπτά ήμασταν ξανά στο δρόμο. Για λίγο κανείς μας δεν μιλούσε. Ο Φραγκίσκος ήταν ο πρώτος που μίλησε.
 «Τι στο διάολο έγινε εκεί πίσω, οι μπάτσοι ήταν με το δάκτυλο στη σκανδάλη. Δηλαδή αν ήμουν απλώς κρυωμένος και είχα πυρετό θα με πυροβολούσαν;»
 «Δεν νομίζω, απλώς είναι τρομοκρατημένοι με την όλη κατάσταση, εμένα η κλούβα μου έκοψε την χολή, δεν θέλω να ξέρω τι συνέβαινε εκεί μέσα»
 «Αφρικανική λύσσα και μαλακίες, η φάση βρωμάει ζόμπι από δέκα χιλιόμετρα, σε ποιον τα πουλάνε αυτά.»
 «Πάντως αν μας σταματήσουν ξανά, καλού κακού να έχεις την κρυφή κάμερα έτοιμη.»
 «Το είχα σκεφτεί και εγώ, μόλις σταματήσουμε για καφέ θα την ετοιμάσω.»
Το ταξίδι συνεχίστηκε χωρίς παρατράγουδα, χωρίς συζητήσεις. Σταματήσαμε στα Τέμπη για καφέ και ο Φραγκίσκος ετοίμασε την κάμερα. Όλα έδειχναν ότι θα δεν θα είχαμε άλλα συμβάντα μέχρι να φτάσουμε στην Θεσσαλονίκη. Λίγο πριν τα Μάλγαρα όμως μας σταμάτησαν. Καμιά δεκαριά αυτοκίνητα ήταν στην σειρά. Αυτή την φορά δεν μας πλησίασε αστυνομικός αλλά στρατιώτης.
 «Σβήστε τον κινητήρα και περάστε στην γραμμή παρακαλώ»
Γύρισα και τον κοίταξα, ήταν ένας πιτσιρίκος γύρω στα δεκαεννιά, έδειχνε χαμένος. Πριν μερικούς μήνες πήγαινε στο σχολείο και κυνηγούσε γκόμενες και σήμερα κάποιος του έδωσε όπλο και σφαίρες με εντολή να σταματάει αμάξια με φοβισμένους ξένους στην Εθνική οδό.
 «Μας έχουν εξετάσει σε προηγούμενο μπλόκο. Ορίστε και η σφραγίδα.»
 «Συγνώμη κυρία αλλά πλέον δεν ισχύουν, εξετάζονται όλοι ξανά»
Κατεβήκαμε και περιμέναμε στην ουρά μαζί με άλλα τριάντα άτομα. Κανένας δεν μιλούσε, όλοι ήταν φοβισμένοι, το έβλεπες στα μάτια τους. Οι στρατιώτες με τα όπλα δεν βοηθούσαν την κατάσταση, είχαν το δάκτυλο στη σκανδάλη. Ο επικεφαλής τους στεκόταν λίγο πιο πέρα, φαινόταν σκληρός άνθρωπος, χωρίς αμφιβολία θα τραβούσε την σκανδάλη χωρίς δεύτερη σκέψη. Γύρισα προς τον Φραγκίσκο.
 «Έχεις αρχίσει να τραβάς;»
 «Από την ώρα που κατέβηκα από το βαν, μην ανησυχείς.»
Ένα ένα τα άτομα περνούσαν από το κινητό εξεταστήριο. Ευτυχώς όλοι συνέχιζαν τον δρόμο τους και κανένας δεν κατέληγε στην κλούβα. Μέχρι που έφτασε η σειρά ενός ηλικιωμένου που τον συνόδευε ο γιος του. Μία αναστάτωση άρχισε μόλις ξεκίνησαν να τον εξετάζουν. Ο γιος του άρχισε να φωνάζει.
 «Σας παρακαλώ αφήστε τον, για αυτό πηγαίνουμε στην Θεσσαλονίκη, είναι άρρωστος χρειάζεται νοσοκομείο.»


Δύο στρατιώτες τον απομάκρυναν από τον πατέρα του. Την ίδια στιγμή άλλη δύο έπιαναν τον άρρωστο για να τον μεταφέρουν στην κλούβα. Κανένας δεν ήταν προετοιμασμένος για το τι θα ακολουθούσε. Ενώ ο νεαρός συνέχιζε να φωνάζει ο πατέρας του πέταξε την κουβέρτα από επάνω του και άρπαξε με δύναμη το μπράτσο του στρατιώτη στα δεξιά του. Πριν προλάβει κάποιος να αντιδράσει τον δάγκωσε. Ακολούθησε πανδαιμόνιο, οι πολίτες άρχισαν να τρέχουν ενώ οι στρατιώτες άρχισαν να χτυπάνε μα τα κοντάκια των όπλων τους το πρόσωπο του, μόλις αυτός άφησε τον στρατιώτη ξεκίνησαν οι πυροβολισμοί. Τρεις στρατιώτες τον πυροβολούσαν αλλά αυτός συνέχισε να στέκεται όρθιος και να πλησιάζει προς το μέρος τους. Οι πυροβολισμοί σταμάτησαν και φάνηκε ο δισταγμός στα πρόσωπα τους. Εκείνη τη στιγμή ο επικεφαλής του μπλόκου πλησίασε το ζόμπι κρατώντας στα χέρια του ένα λοστό και χωρίς δισταγμό έλιωσε το κεφάλι του.
Το μόνο ήχο που άκουγες ήταν οι λυγμοί του νεαρού για τον πατέρα του. Ο επικεφαλής γύρισε και έδωσε οδηγίες προς τους στρατιώτες. Αμέσως αυτοί πήραν το πτώμα και τον τραυματισμένο συνάδελφό τους και τους πετάξανε μέσα στην κλούβα ενώ οι υπόλοιποι μας φώναζαν να μπούμε στα αυτοκίνητά μας και να φύγουμε. Υπακούσαμε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Για πέντε λεπτά κανένας μας δεν μιλούσε, ήμασταν και οι δύο σοκαρισμένοι. Γύρισα και κοίταξα τον Φραγκίσκο.
  «Τα τράβηξες;»
  «Όλα.»


Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Ο Απόκληρος, τα Ιωάννινα κι ένα βιβλίο


Πριν από κάμποσο καιρό είχα πάρει σ’έναν διαγωνισμό διηγήματος που είχε διοργανώσει ο εκδοτικός οίκος iWrite και αφορούσε την πόλη των Ιωαννίνων. Το διήγημα που είχα γράψει είχε τον τίτλο «Ο Απόκληρος» και ήταν πάνω – κάτω 1.200 λέξεις. Ουσιαστικά αποτελεί ένα οδοιπορικό στην όμορφη πόλη της Ηπείρου μέσα από τα μάτια ενός αλλόκοτου πρωταγωνιστή, ο οποίος κρύβει κι ένα μυστικό.

Το διήγημά μου  κατάφερε να περάσει την αξιολόγηση του εκδοτικού και συμπεριλαμβάνεται πια στον συλλογικό τόμο τον οποίο μπορείτε να προμηθευτείτε από εδώ, από το βιβλιοπωλείο των Ιωαννίνων "Οσελότος" (Χατζηκώστα 5, τηλ.  2651306456) και από τα γραφεία του iWrite με αντικαταβολή (Μπαλταδώρου 11, Θεσσαλονίκη, τηλ. 2311 27 28 03).


Ελπίζω να σας αρέσει!

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Ο μετανάστης


Έπιασε το μπουκάλι με τη βότκα. Τράβηξε ένα πλαστικό κυπελλάκι από τη γωνία. Τα είχε αγοράσει για το πάρτι που θα διοργάνωνε όταν έκλεινε τα τριάντα. Άφησε το αλκοόλ να γεμίσει μέχρι την κορυφή το υποτιθέμενο ποτήρι. Έβαλε κάμποσο πάγο και βγήκε έξω στο μπαλκόνι να χαζέψει την κίνηση. Τα μεσάνυχτα η  συνοικία που διέμενε ήταν ερημική, αλλά που και που περιδιάβαινε το πεζοδρόμιο κάποιος ενδιαφέρον περαστικός.
Κάθισε στην πλαστική του καρέκλα. Έκανε κρύο. Είχε μπει το Φθινόπωρο. Δεν τον ένοιαζε όμως, η βότκα θα τον ζέσταινε. Θα τον βοηθούσε να αναμοχλεύσει όλες εκείνες τις αναμνήσεις που του θύμιζαν την πατρίδα. Πόσα χρόνια είχε περάσει πια στα ξένα; Προσπάθησε να υπολογίσει με τα χέρια του. «Ένα, δυο, τρία…», μέτρησε στη γλώσσα του ψιθυριστά. Πρέπει να ήταν το λιγότερο οχτώ. Σε λίγο θα έκλεινε μια ολόκληρη δεκαετία μακριά από την πατρίδα.
Άκουσε γέλια. Ανακάθισε. Μια ξανθιά γυναίκα με μέτριο ανάστημα κρατούσε αγκαζέ έναν μελαμψό άνδρα και του έλεγε ερωτόλογα. Εκείνος χαμογέλαγε και τις έλεγε κομπλιμέντα. Φαίνονταν ευτυχισμένοι. Ο παρατηρητής, που κοίταζε από τον δεύτερο όροφο του παλιού κτιρίου, ωστόσο, γνώριζε ότι η ευτυχία τους θα ήταν προσωρινή, όπως όλα τα πράγματα και οι στιγμές της ζωής. Είχε περάσει κι αυτός περιόδους που ένιωθε σαν να βρισκόταν στον παράδεισο ανάμεσα στους αγγέλους. Μετά από λίγο βέβαια ερχόταν η ζωή και σε έβαζε στη θέση σου. Σου φανέρωνε το κακό της προσωπείο κι έτσι εντελώς αναπάντεχα βρισκόσουνα ανάμεσα στους μελλοθάνατους περιμένοντας το εκτελεστικό απόσπασμα να ανοίξει πυρ κατά πάντων χωρίς να υπάρχει κάποια σπουδαία αφορμή.
Κατάπιε μια μεγάλη γουλιά. Κάηκε για λίγο ο λάρυγγας. Το ζευγάρι έδινε ένα παρατεταμένο φιλί. Έβγαλε το κινητό του για να ελέγξει το ψηφιακό του ρολόι. Είχε ακόμα είκοσι λεπτά.Λίγο μετά τα μεσάνυχτα έπεφτε πάντα για ύπνο. Όφειλε να είναι φρέσκος και δυνατός για τη δουλειά στη φάμπρικα. Μακάρι να μπορούσε μία μέρα να μην πήγαινε. Μακάρι να μην χρειαζόταν να κατεβάζει εκείνον τον καταραμένο μοχλό για ώρες. Να μην άκουγε τις αγριοφωνάρες των συναδέλφων του και των μηχανημάτων. Ήξερε όμως ότι όσες ευχές και να σπαταλούσε, αυτά τα όνειρα δεν έμελλαν να πραγματοποιηθούν στο εγγύς μέλλον. Πόσες ευχές του είχαν λάβει σάρκα και οστά μέχρι σήμερα; Αρχίνησε ξανά το μέτρημα στη δική του γλώσσα. Δεν φώναξε, μονάχα ψιθύριζε. Δεν ήθελε να τον ακούσουν οι γείτονες.Τους φοβόντουσαν τους ξένους. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην ξενιτιά είχε βιώσει τον ρατσισμό στο πετσί του. Ακόμα είχε το σημάδι στο δεξί του πλευρό από εκείνο το κυνηγετικό μαχαίρι.
«Τουλάχιστον δέκα», μονολόγησε καθώς σηκωνόταν από την πλαστική του καρέκλα. Ξεντύθηκε και χώθηκε κάτω από τα χιλιοχρησιμοποιημένα σκεπάσματά του.
«Κοιμήσου Γιάννη, κοιμήσου», είπε δυνατότερα καθώς έκλεινε τα μάτια του…

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Η μαγεία της συγγραφής


Γυρίζεις σπίτι σου το μεσημέρι μετά από μια κοπιαστική μέρα στη δουλειά. Τα βαριά σου βήματα σχεδόν αμέσως σε οδηγούν στην κουζίνα. Μαγειρεύεις κάτι στα γρήγορα, το καταπίνεις λαίμαργα και καταλήγεις στο κρεβάτι. Θέλεις να κοιμηθείς έστω και λίγο, καθώς νιώθεις ότι δεν αντέχεις άλλο.
Στα δεξιά σου όμως βρίσκεται ένα βιβλίο. Το πιάνεις και αρχινίζεις να διαβάζεις τις αράδες με απόλυτη προσήλωση. Ξάφνου, η κούραση χάνεται κάπου στο βάθος ενός διαδρόμου. Ξαπλώνεις αναπαυτικότερα συνεχίζοντας εν τέλει να καταβροχθίζεις ένα βιβλίο που αρχικά πίστευες ότι ήταν αρκετά κακό. Ξεχνάς ότι έχεις τη μανία να ερευνάς εξονυχιστικά κάθε λέξη και πρόταση γιατί είσαι συγγραφέας. Ξεχνάς, ότι έχεις παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής, master class για τη συγγραφή και θα έπρεπε κανονικά να αφήνεις στην άκρη την «κακή» λογοτεχνία για να διαβάσεις κάτι πιο ποιοτικό.
Και εκεί που αναμοχλεύεις όλες αυτές τις γνώσεις πέφτεις πάνω σε μία φράση που για κάποιον περίεργο λόγο φαίνεται να σε έχει μαγέψει. Νιώθεις σαν να έχεις ανακαλύψει κάποιο πανάρχαιο μυστικό που κρυβόταν για καιρό εντέχνως απ’ όλη την υπόλοιπη πλάση. Αμέσως, πιάνεις ένα στυλό ή ό,τι μπορεί να σε βοηθήσει να γράψεις, και καταγράφεις αυτή τη φράση που νιώθεις ότι από εδώ και πέρα μπορεί να στοιχειώνει τη ζωή σου. Τη χιλιοδιαβάζεις και συνειδητοποιείς ότι δεν χάνει τη μαγική νεραϊδόσκονη με την οποία έχει εμποτιστεί.
Προσπαθείς να θυμηθείς όλα τα βιβλία που έχεις διαβάσει. Είναι αμέτρητα. Χάνεις το μέτρημα, ωστόσο,  συνεχίζεις να προσπαθείς να βρεις εκείνα που σε επηρέασαν. Εκείνα που είχαν μέσα τους μερικές τέτοιες φράσεις που συντάραξαν μονομιάς το είναι σου. Τελικά, μετά από τεράστια αναζήτηση φέρεις εις πέρας τον άθλο. Κατανοείς ότι δεν άνηκαν όλα στην «ποιοτική» λογοτεχνία. «Πως είναι δυνατόν να σε σαγηνεύει μερικές φορές η «κακή» λογοτεχνία;», σκέφτεσαι φωναχτά νιώθοντας πως πρέπει να ανακαλύψεις τη  λογική λύση του γρίφου.
Ρίχνεις κλεφτές ματιές στο βιβλίο που διάβαζες. Εξακολουθεί να σε ελκύει. Αποτραβάς μονομιάς τις σαϊτιές σου. Τις κατευθύνεις στα ράφια των βιβλιοθηκών σου. Εκεί, βρίσκεις την απάντηση. Ύστερα, ξαπλώνεις ξανά στο κρεβάτι σου και συνεχίζεις πια χωρίς ενοχές την ανάγνωση. Χαμογελάς ανεπαίσθητα, καθώς γνωρίζεις πλέον την απάντηση.
Η συγγραφή μοιάζει με τον έρωτα, είναι μαγεία και στους μαγικούς κόσμους δεν χωράνε λογικές απαντήσεις.

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

ο τίγρης



[μίνως-αθανάσιος καρυωτάκης]

Οι δύο μπάτσοι την κρατούσαν γερά. Δεν μπορούσε να τους ξεφύγει με τίποτα. Προσπάθησε να κλωτσήσει τον πιο γεροδεμένο στον καβάλο, αλλά δεν τα κατάφερε. Εκείνος με τη λαβή του όπλου τη χτύπησε στο πρόσωπο. Της άνοιξε τη μύτη. Πόνεσε, αλλά δεν το έδειξε. Είχε δεχτεί πολύ χειρότερα χτυπήματα και είχε βρεθεί ακόμα περισσότερες φορές στο χείλος της αβύσσου. Πάντα την έβγαζε καθαρή κι αυτό θα έκανε και τώρα. Η φυλακή υψίστης ασφαλείας δεν τη τρόμαζε. Κάποια στιγμή θα έκαναν κάποιο λάθος και τότε θα δραπέτευε. Σε καμία των περιπτώσεων δεν έπρεπε να βρεθεί στη φυλακή. Θα είχε περιορισμένες δυνατότητες εκεί.
Χαμήλωσε το βλέμμα της. Παρέστησε ότι είχε χτυπηθεί σημαντικά. Βάρυνε το κορμί της, ώστε να πιστέψουν οι φύλακες ότι βρισκόταν στα πρόθυρα λιποθυμίας.
«Άσε με να σε βοηθήσω», είπε ο κοντύτερος από τους άνδρες, γαλήνια. Έπρεπε να κρατήσει την ψυχραιμία του. Είχαν πιάσει έναν από τους πιο περιζήτητους φυγάδες των Η.Π.Α. Οι οδηγίες που είχαν λάβει ήταν να μην την αφήσουν για κανένα λόγο να τους ξεφύγει. Έπρεπε να τη χώσουν στην κλούβα και να ησυχάσουν. Οι ενισχύσεις θα κανόνιζαν τη μεταφορά. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά θα βρίσκονταν δίπλα τους. Έπρεπε να αντέξουν μέχρι τότε.
Ο ψηλότερος τράβηξε βίαια τις πόρτες. Την πέταξε μέσα κι ύστερα πήγε να κλειδώσει. Προτού στρέψει όμως τα κλειδιά, ο σύντροφός του έπιασε απότομα το χέρι του. Η θερμοκρασία του είχε πέσει σημαντικά. Ήταν κρύος, πολύ κρύος.
«Πρέπει να μπω μέσα να δω αν έχει πάνω της τίποτα», δήλωσε σκουπίζοντας τον ιδρώτα που έτρεχε ποτάμι. Ο συνάδελφός του έγνευσε καταφατικά. Μπήκε μέσα. Η Μάιλι Μαλόουν ήταν κατάκοιτη. Έσκυψε δίπλα της. Έπιασε τον σφυγμό της. Έπαιρνε ακόμα αναπνοές, αργές και ακανόνιστες. Σκέφτηκε να φωνάξει τον Μάικλ να τον ρωτήσει τί πίστευε, μα μετά σκέφτηκε ότι αυτό ήθελε κι εκείνη. Έβαλε τα χέρια του πάνω στους αστραγάλους της. Αρχίνισε να ξεψαχνίζει το κορμί της. Έφτασε στη μέση της. Θεέ, είχε τόσο ωραίο σώμα. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον έντονο ερεθισμό του.
«Λίγο ακόμα», ψιθύρισε φωναχτά στον εαυτό για να τον πείσει να συνεχίσει τη δουλειά του.
Έφτασε στα στήθια της. Ένιωσε κάτι να είναι χωμένο ανάμεσά τους. Έβαλε το δεξί του χέρι, μα δεν βρήκε κάτι. Κι όμως είχε την αίσθηση ότι κάτι έτρεχε. Αποφάσισε να της βγάλει την μπλούζα. Εκείνη εξακολουθούσε να μην αντιδράει. Έδειχνε να έχει πέσει σε βαθύ ύπνο. Σκούπισε με το μανίκι της μπλούζας του τον ιδρώτα ξανά. Άγγιξε απαλά τους ώμους της κι αφαίρεσε το ρούχο. Είχε κάνει λάθος. Ανάμεσα από το μπούστο της δεν κρυβόταν τίποτα.
Προτού της φορέσει ξανά το μαύρο μπλουζάκι συνειδητοποίησε ότι στο αριστερό μέρος της πλάτης υπήρχε μία ζωγραφιά. Γύρισε το σώμα της για να τη κοιτάξει. Ήταν ένας τίγρης σχεδιασμένος από αριθμούς, γρανάζια και άλλα αλλόκοτα σύμβολα. Τι στο διάολο ήταν αυτό; Το ακούμπησε νιώθοντας κάτω από την παλάμη του το απαλό της δέρμα. Κοίταξε τα μάτια του «ζώου». Κάτι προσπαθούσαν να του πουν. Όσο και να τα κοίταζε δεν καταλάβαινε το μυστικό τους. Επεξεργάστηκε ξανά το κορμί της. Παρά τις κακουχίες ήταν φίνο. Σκέφτηκε να ασελγήσει πάνω της. Μολαταύτα συγκρατήθηκε σκεπτόμενος την οργή των ανωτέρων του.
Ξάφνου, συνειδητοποίησε ότι η γυναίκα δεν ανάσαινε πλέον. Μέτρησε τον σφυγμό της. Είχε χαθεί. Αλαφιασμένος φώναξε τον Μάικλ. «Τ;i έκανες ρε μαλάκα;», ρώτησε εκείνος καταλαβαίνοντας ότι η κρατούμενη είχε πεθάνει. Την ήθελαν ζωντανή, δεν έπρεπε για κανέναν λόγο να τη σκοτώσουν. Με το δεξί του χέρι τράβηξε πίσω τα μαλλιά του. «Τα σκατώσαμε μαλάκα», φώναξε χτυπώντας τον στο σβέρκο δυνατά.
Το χτύπημα τον έτσουξε. Ωστόσο, ο φόβος τον είχε παγώσει. Δεν μπορούσε να αντιδράσει. Ένιωθε λες κι είχε διαβεί το μονοπάτι για τον άλλον κόσμο. Ξάφνου, τα μάτια του τίγρη έλαμψαν. Τα βλέφαρα της Μαλόουν άνοιξαν. Κινήθηκε αστραπιαία. Είχε δύο λεπτά ακόμα προτού φτάσει το ιππικό. Γύρισε απότομα τον λαιμό του ενός και στη συνέχεια έσπασε το χέρι του επόμενου. Έπιασε το όπλο και τον σημάδεψε.
«Ο τίγρης…», ψέλλισε εκείνος προτού τον βρει η σφαίρα ανάμεσα στα μάτια.
Άρπαξε τα δύο πιστόλια, φόρεσε ξανά την μπλούζα της και βγήκε ταχύτατα από την κλούβα. Στα αριστερά της είδε τις ενισχύσεις που είχαν αρχίσει να καταφτάνουν. Ανέβηκε σε μια μηχανή. Κατάφερε να τη βάλει μπρος. Το τατουάζ της τήν έκαιγε ακόμα.
«Ησύχασε αγάπη μου», είπε αγγίζοντάς το καθώς χανόταν στον ορίζοντα. Εκείνο την άκουσε. Έκλεισε τα μάτια του…    

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Η μονομαχία


Ένιωσε την ιριδίζουσα σκόνη να γδέρνει το πρόσωπό του. Η ζέστη εκείνης της ημέρας σε συνδυασμό με τα πολλά χιλιόμετρα πορείας τον είχαν εξουθενώσει. Η καφεκόκκινη φοράδα του ευτυχώς είχε κρατηθεί στο ύψος των περιστάσεων. Έπρεπε να πιάσει τον Μπίλι Λένον πας η θυσία. Κάθε φορά που βρισκόταν όμως ένα βήμα πριν το τέλος εκείνος ξεγλιστρούσε σαν το φίδι. Είχε ένα αλλόκοτο ένστικτο επιβίωσης ο ντεσπεράντο. Είχε περάσει κιόλας ένας χρόνος από τότε που είχε ξεκινήσει το κυνήγι του. Τα μαλλιά του μάρσαλ Τομπάιας είχαν ασπρίσει επικίνδυνα. Ήταν λες και είχαν περάσει από πάνω του τα εξαπλάσια χρόνια.
Είχε ξεπεζέψει από το άλογο. Το κρατούσε από τα χαλινάρια οδηγώντας το προς το γνωστότερο ξενοδοχείο της πόλης. Είχε απόλυτη ανάγκη απ’ ένα καλό κρεβάτι και νερό για να πλυθεί. Θα διέμενε στην πόλη δύο τουλάχιστον μέρες. Αισθανόταν ότι τούτη τη φορά βρισκόταν ένα βήμα μπροστά από τον αντίπαλό του. Η συνεχόμενη πορεία έπρεπε να φέρει αποτελέσματα, διαφορετικά θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το κυνήγι και να γυρίσει πίσω στην πόλη του. Όσο καιρό έλειπε διαδίδονταν οι φήμες ότι σ’ εκείνη την περιοχή του Ουέστ είχε αυξηθεί η εγκληματικότητα. Ο ίδιος δεν ανησυχούσε, καθώς ήταν βέβαιος ότι ο βοηθός του ήταν γρηγορότερος στο πιστόλι. Δύσκολα μπορούσε να τον αντιμετωπίσει κάποιος.
Διάβηκε το κατώφλι του ξενοδοχείου αφού πρώτα τίναξε τα ρούχα του για να διώξει τη σκόνη. Ζήτησε ένα δωμάτιο στον πρώτο όροφο και μία θέση στον στάβλο με καλό σανό για το ζωντανό. Ο γέρος ιδιοκτήτης τον διαβεβαίωσε ότι θα έμενε ικανοποιημένος από τις ανέσεις του δημιουργήματός του. Βρισκόταν σε μία από τις πιο φιλήσυχες περιοχές του Ουέστ. Προσπάθησε να θυμηθεί πότε είχε αναγκαστεί να έρθει σ’ αυτό το μέρος. Ήταν τουλάχιστον πέντε χρόνια πίσω και ο πιστολέρο που είχε κληθεί να αντιμετωπίσει τότε ήταν σωστός δαίμονας. «Είναι πιο γρήγορος από τη σκιά του», συνήθιζαν να λένε οι κάτοικοι της πόλης. Μολαταύτα ο Τομπάιας ήταν ταχύτερος. Ο Λάναγκαν δεν είχε προλάβει καν να τραβήξει το σιδερικό του.
Έριξε νερό στο πρόσωπό του. Ξεντύθηκε κι έπεσε στο κρεβάτι. Προτού κλείσει τα μάτια του εναπόθεσε το Κολτ του κάτω από το ασπριδερό μαξιλάρι. Με το καπέλο του σκέπασε το πρόσωπό του. Αρχίνησε να ροχαλίζει και οι θόρυβοί του φανέρωναν την αλήθεια. Ο κρατερός μάρσαλ είχε γεράσει πια.
Οι εκκωφαντικές ιαχές που προέρχονταν από το Σαλούν τον ξύπνησαν. Έχωσε απότομα το δεξί του χέρι κάτω από το μαξιλάρι. Χάιδεψε το πιστόλι. Τα χέρια τυλίχτηκαν γύρω του. Ντύθηκε αμέσως κι εγκατέλειψε το δωμάτιο.
Ο βόμβος είχε σταματήσει. Ανέβηκε τα ξύλινα σκαλιά και περπατώντας αγέρωχα έφτασε ως το μπαρ του μαγαζιού. Έριξε μερικά διερευνητικά βλέμματα δεξιά κι αριστερά. Στη γωνία στεκόταν ο Λένον. Δεν τον είχε αντιληφθεί.
«Τι έγινε εδώ;», ρώτησε τον μπαρίστα που είχε χάσει το χρώμα του. Εκείνος προσπάθησε να μιλήσει, αλλά εν τέλει ψέλλισε κάτι ακαταλαβίστικες λέξεις. Του έκανε νόημα να σωπάσει. Στράφηκε προς τον Λένον. Τα μάτια του ξέρναγαν φωτιά. Είχε έρθει επιτέλους η ώρα για εκδίκηση.
«Μπίλι έλα έξω να μονομαχήσουμε. Αυτή θα είναι η τελευταία φορά που θα σηκώσεις το σιδερικό σου», φώναξε χαϊδεύοντας το δικό του.
«Μάρσαλ αυτό που κάνεις είναι λάθος. Το ξέρεις ότι δεν μπορεί να με συναγωνιστείς. Έχεις γίνει αργός πια», απάντησε γαλήνια πίνοντας τις τελευταίες γουλιές της μπύρας του. Το αλκοόλ τον βοηθούσε να ηρεμήσει.
Βγήκε από το Σαλούν και στάθηκε απέναντι από τον αντίπαλό του. Το κυνηγητό είχε κρατήσει έναν ολόκληρο χρόνο. Είχε έρθει η στιγμή να λύσουν μια για πάντα τις διαφορές τους. Ένας από τους δύο δεν θα έβλεπε ξανά τον γαλανό ουρανό.
Τα χέρια τους γυρόφερναν τα όπλα. Ο ντεσπεράντο τράβηξε πρώτος το φονικό εργαλείο. Πυροβόλησε δέκατα του δευτερολέπτου νωρίτερα από τον εκπρόσωπο του νόμου. Η σφαίρα τον βρήκε στην καρδιά. Το άψυχο κορμί του μάρσαλ έγινε ένα με το πάτωμα.
Οι καλοί είχαν χάσει τούτη τη φορά.

Ο Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1994. «Το Λίκνο της Ζωής» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα που έχει γράψει, ενώ το «Μια σειρά από τρομαχτικά γεγονότα» είναι η πρώτη του συγγραφική επιτυχία. Και τα δύο μπορείτε να τα κατεβάσετε δωρεάν από τον ιστοχώρο των Εκδόσεων Σαΐτα.