Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Ο μετανάστης


Έπιασε το μπουκάλι με τη βότκα. Τράβηξε ένα πλαστικό κυπελλάκι από τη γωνία. Τα είχε αγοράσει για το πάρτι που θα διοργάνωνε όταν έκλεινε τα τριάντα. Άφησε το αλκοόλ να γεμίσει μέχρι την κορυφή το υποτιθέμενο ποτήρι. Έβαλε κάμποσο πάγο και βγήκε έξω στο μπαλκόνι να χαζέψει την κίνηση. Τα μεσάνυχτα η  συνοικία που διέμενε ήταν ερημική, αλλά που και που περιδιάβαινε το πεζοδρόμιο κάποιος ενδιαφέρον περαστικός.
Κάθισε στην πλαστική του καρέκλα. Έκανε κρύο. Είχε μπει το Φθινόπωρο. Δεν τον ένοιαζε όμως, η βότκα θα τον ζέσταινε. Θα τον βοηθούσε να αναμοχλεύσει όλες εκείνες τις αναμνήσεις που του θύμιζαν την πατρίδα. Πόσα χρόνια είχε περάσει πια στα ξένα; Προσπάθησε να υπολογίσει με τα χέρια του. «Ένα, δυο, τρία…», μέτρησε στη γλώσσα του ψιθυριστά. Πρέπει να ήταν το λιγότερο οχτώ. Σε λίγο θα έκλεινε μια ολόκληρη δεκαετία μακριά από την πατρίδα.
Άκουσε γέλια. Ανακάθισε. Μια ξανθιά γυναίκα με μέτριο ανάστημα κρατούσε αγκαζέ έναν μελαμψό άνδρα και του έλεγε ερωτόλογα. Εκείνος χαμογέλαγε και τις έλεγε κομπλιμέντα. Φαίνονταν ευτυχισμένοι. Ο παρατηρητής, που κοίταζε από τον δεύτερο όροφο του παλιού κτιρίου, ωστόσο, γνώριζε ότι η ευτυχία τους θα ήταν προσωρινή, όπως όλα τα πράγματα και οι στιγμές της ζωής. Είχε περάσει κι αυτός περιόδους που ένιωθε σαν να βρισκόταν στον παράδεισο ανάμεσα στους αγγέλους. Μετά από λίγο βέβαια ερχόταν η ζωή και σε έβαζε στη θέση σου. Σου φανέρωνε το κακό της προσωπείο κι έτσι εντελώς αναπάντεχα βρισκόσουνα ανάμεσα στους μελλοθάνατους περιμένοντας το εκτελεστικό απόσπασμα να ανοίξει πυρ κατά πάντων χωρίς να υπάρχει κάποια σπουδαία αφορμή.
Κατάπιε μια μεγάλη γουλιά. Κάηκε για λίγο ο λάρυγγας. Το ζευγάρι έδινε ένα παρατεταμένο φιλί. Έβγαλε το κινητό του για να ελέγξει το ψηφιακό του ρολόι. Είχε ακόμα είκοσι λεπτά.Λίγο μετά τα μεσάνυχτα έπεφτε πάντα για ύπνο. Όφειλε να είναι φρέσκος και δυνατός για τη δουλειά στη φάμπρικα. Μακάρι να μπορούσε μία μέρα να μην πήγαινε. Μακάρι να μην χρειαζόταν να κατεβάζει εκείνον τον καταραμένο μοχλό για ώρες. Να μην άκουγε τις αγριοφωνάρες των συναδέλφων του και των μηχανημάτων. Ήξερε όμως ότι όσες ευχές και να σπαταλούσε, αυτά τα όνειρα δεν έμελλαν να πραγματοποιηθούν στο εγγύς μέλλον. Πόσες ευχές του είχαν λάβει σάρκα και οστά μέχρι σήμερα; Αρχίνησε ξανά το μέτρημα στη δική του γλώσσα. Δεν φώναξε, μονάχα ψιθύριζε. Δεν ήθελε να τον ακούσουν οι γείτονες.Τους φοβόντουσαν τους ξένους. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην ξενιτιά είχε βιώσει τον ρατσισμό στο πετσί του. Ακόμα είχε το σημάδι στο δεξί του πλευρό από εκείνο το κυνηγετικό μαχαίρι.
«Τουλάχιστον δέκα», μονολόγησε καθώς σηκωνόταν από την πλαστική του καρέκλα. Ξεντύθηκε και χώθηκε κάτω από τα χιλιοχρησιμοποιημένα σκεπάσματά του.
«Κοιμήσου Γιάννη, κοιμήσου», είπε δυνατότερα καθώς έκλεινε τα μάτια του…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου