Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

ο τίγρης



[μίνως-αθανάσιος καρυωτάκης]

Οι δύο μπάτσοι την κρατούσαν γερά. Δεν μπορούσε να τους ξεφύγει με τίποτα. Προσπάθησε να κλωτσήσει τον πιο γεροδεμένο στον καβάλο, αλλά δεν τα κατάφερε. Εκείνος με τη λαβή του όπλου τη χτύπησε στο πρόσωπο. Της άνοιξε τη μύτη. Πόνεσε, αλλά δεν το έδειξε. Είχε δεχτεί πολύ χειρότερα χτυπήματα και είχε βρεθεί ακόμα περισσότερες φορές στο χείλος της αβύσσου. Πάντα την έβγαζε καθαρή κι αυτό θα έκανε και τώρα. Η φυλακή υψίστης ασφαλείας δεν τη τρόμαζε. Κάποια στιγμή θα έκαναν κάποιο λάθος και τότε θα δραπέτευε. Σε καμία των περιπτώσεων δεν έπρεπε να βρεθεί στη φυλακή. Θα είχε περιορισμένες δυνατότητες εκεί.
Χαμήλωσε το βλέμμα της. Παρέστησε ότι είχε χτυπηθεί σημαντικά. Βάρυνε το κορμί της, ώστε να πιστέψουν οι φύλακες ότι βρισκόταν στα πρόθυρα λιποθυμίας.
«Άσε με να σε βοηθήσω», είπε ο κοντύτερος από τους άνδρες, γαλήνια. Έπρεπε να κρατήσει την ψυχραιμία του. Είχαν πιάσει έναν από τους πιο περιζήτητους φυγάδες των Η.Π.Α. Οι οδηγίες που είχαν λάβει ήταν να μην την αφήσουν για κανένα λόγο να τους ξεφύγει. Έπρεπε να τη χώσουν στην κλούβα και να ησυχάσουν. Οι ενισχύσεις θα κανόνιζαν τη μεταφορά. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά θα βρίσκονταν δίπλα τους. Έπρεπε να αντέξουν μέχρι τότε.
Ο ψηλότερος τράβηξε βίαια τις πόρτες. Την πέταξε μέσα κι ύστερα πήγε να κλειδώσει. Προτού στρέψει όμως τα κλειδιά, ο σύντροφός του έπιασε απότομα το χέρι του. Η θερμοκρασία του είχε πέσει σημαντικά. Ήταν κρύος, πολύ κρύος.
«Πρέπει να μπω μέσα να δω αν έχει πάνω της τίποτα», δήλωσε σκουπίζοντας τον ιδρώτα που έτρεχε ποτάμι. Ο συνάδελφός του έγνευσε καταφατικά. Μπήκε μέσα. Η Μάιλι Μαλόουν ήταν κατάκοιτη. Έσκυψε δίπλα της. Έπιασε τον σφυγμό της. Έπαιρνε ακόμα αναπνοές, αργές και ακανόνιστες. Σκέφτηκε να φωνάξει τον Μάικλ να τον ρωτήσει τί πίστευε, μα μετά σκέφτηκε ότι αυτό ήθελε κι εκείνη. Έβαλε τα χέρια του πάνω στους αστραγάλους της. Αρχίνισε να ξεψαχνίζει το κορμί της. Έφτασε στη μέση της. Θεέ, είχε τόσο ωραίο σώμα. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον έντονο ερεθισμό του.
«Λίγο ακόμα», ψιθύρισε φωναχτά στον εαυτό για να τον πείσει να συνεχίσει τη δουλειά του.
Έφτασε στα στήθια της. Ένιωσε κάτι να είναι χωμένο ανάμεσά τους. Έβαλε το δεξί του χέρι, μα δεν βρήκε κάτι. Κι όμως είχε την αίσθηση ότι κάτι έτρεχε. Αποφάσισε να της βγάλει την μπλούζα. Εκείνη εξακολουθούσε να μην αντιδράει. Έδειχνε να έχει πέσει σε βαθύ ύπνο. Σκούπισε με το μανίκι της μπλούζας του τον ιδρώτα ξανά. Άγγιξε απαλά τους ώμους της κι αφαίρεσε το ρούχο. Είχε κάνει λάθος. Ανάμεσα από το μπούστο της δεν κρυβόταν τίποτα.
Προτού της φορέσει ξανά το μαύρο μπλουζάκι συνειδητοποίησε ότι στο αριστερό μέρος της πλάτης υπήρχε μία ζωγραφιά. Γύρισε το σώμα της για να τη κοιτάξει. Ήταν ένας τίγρης σχεδιασμένος από αριθμούς, γρανάζια και άλλα αλλόκοτα σύμβολα. Τι στο διάολο ήταν αυτό; Το ακούμπησε νιώθοντας κάτω από την παλάμη του το απαλό της δέρμα. Κοίταξε τα μάτια του «ζώου». Κάτι προσπαθούσαν να του πουν. Όσο και να τα κοίταζε δεν καταλάβαινε το μυστικό τους. Επεξεργάστηκε ξανά το κορμί της. Παρά τις κακουχίες ήταν φίνο. Σκέφτηκε να ασελγήσει πάνω της. Μολαταύτα συγκρατήθηκε σκεπτόμενος την οργή των ανωτέρων του.
Ξάφνου, συνειδητοποίησε ότι η γυναίκα δεν ανάσαινε πλέον. Μέτρησε τον σφυγμό της. Είχε χαθεί. Αλαφιασμένος φώναξε τον Μάικλ. «Τ;i έκανες ρε μαλάκα;», ρώτησε εκείνος καταλαβαίνοντας ότι η κρατούμενη είχε πεθάνει. Την ήθελαν ζωντανή, δεν έπρεπε για κανέναν λόγο να τη σκοτώσουν. Με το δεξί του χέρι τράβηξε πίσω τα μαλλιά του. «Τα σκατώσαμε μαλάκα», φώναξε χτυπώντας τον στο σβέρκο δυνατά.
Το χτύπημα τον έτσουξε. Ωστόσο, ο φόβος τον είχε παγώσει. Δεν μπορούσε να αντιδράσει. Ένιωθε λες κι είχε διαβεί το μονοπάτι για τον άλλον κόσμο. Ξάφνου, τα μάτια του τίγρη έλαμψαν. Τα βλέφαρα της Μαλόουν άνοιξαν. Κινήθηκε αστραπιαία. Είχε δύο λεπτά ακόμα προτού φτάσει το ιππικό. Γύρισε απότομα τον λαιμό του ενός και στη συνέχεια έσπασε το χέρι του επόμενου. Έπιασε το όπλο και τον σημάδεψε.
«Ο τίγρης…», ψέλλισε εκείνος προτού τον βρει η σφαίρα ανάμεσα στα μάτια.
Άρπαξε τα δύο πιστόλια, φόρεσε ξανά την μπλούζα της και βγήκε ταχύτατα από την κλούβα. Στα αριστερά της είδε τις ενισχύσεις που είχαν αρχίσει να καταφτάνουν. Ανέβηκε σε μια μηχανή. Κατάφερε να τη βάλει μπρος. Το τατουάζ της τήν έκαιγε ακόμα.
«Ησύχασε αγάπη μου», είπε αγγίζοντάς το καθώς χανόταν στον ορίζοντα. Εκείνο την άκουσε. Έκλεισε τα μάτια του…    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου