Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

«Λογοτεχνικά» ξεκατινιάσματα

Σύμφωνα με το Βικιλεξικό ως ξεκατίνιασμα ορίζεται: η εξαχρείωση κυρίως γυναικών αλλά συχνά και ανδρών, όταν φιλονικούν με χυδαιότητα και κατεβάζουν ακόμα χαμηλότερα το επίπεδο της αντιπαράθεσής τους. Αλήθεια, πόσες φορές έχουμε βρεθεί μπροστά σε αντίστοιχες συζητήσεις και τι γίνεται όταν η αφορμή για μια φιλονικία χαμηλότατου επιπέδου εδράζεται στη συγγραφική ιδιότητα;
Στο παρακάτω άρθρο παρουσιάζονται 12 ξεκατινιάσματα κυρίως συγγραφέων τόσο από το εξωτερικό όσο και από το εσωτερικό.
1. Τσαρλς Μπουκόφσκι εναντίον όλων.
Ο ιδιόρρυθμος Αμερικανός ποιητής δεν μπορούσε να λείπει σε καμία των περιπτώσεων απ’αυτή την κατηγορία. Το αστείο με τον Μπουκόφσκι είναι ότι έβαλε όλους τους συγγραφείς, αλλά και τον εαυτό του στο στόχαστρο όταν εξαπέλυε τις γνωστές πια φράσεις:
«Οι συγγραφείς θέλουν να μυρίζουν μόνο τις δικές τους κουράδες. Δεν βγάζω τον εαυτό μου απ” έξω. Προτιμώ να σκέφτομαι τον θάνατο παρά το έργο άλλων συγγραφέων. Είναι πολύ πιο ευχάριστο».
2. Ο Μάρτιν Εϊμις για τον Μιγκέλ Θερβάντες.
Τα λόγια του Βρετανού συγγραφέα είναι σίγουρα πολύ πιο προσβλητικά από εκείνα του Μπουκόφσκι, καθώς μιλάει με τα χειρότερα λόγια για το κλασσικό πια έργο του Ισπανού «Δον Κιχώτης»:
«Το διάβασμα του Δον Κιχώτη μπορεί να συγκριθεί με μια αρμένικη βίζιτα ηλικιωμένου συγγενούς που δεν σταματά να σε ζαλίζει με τις φάρσες του, τις βρώμικες συνήθειές του, τις ατέλειωτες περιγραφές ακατανόητων αναμνήσεων. Όταν επιτέλους τελειώσει η εμπειρία και ο γέρος φύγει (στη σελίδα 845), σου έρχεται να βάλεις τα κλάματα. Και δεν πρόκειται για δάκρυα ανακούφισης ή μετάνοιας, αλλά για δάκρυα περηφάνιας που κατάφερες να φτάσεις μέχρι το τέλος».
3. Βιρτζίνια Γουλφ vs Τζέιμς Τζόις.
Η σπουδαία Αγγλίδα μυθιστοριογράφος φαίνεται ότι δεν διατηρούσε και τις καλύτερες δυνατές σχέσεις με τον Τζέιμς Τζόις, καθώς είχε δηλώσει για το έργο του «Οδύσσεια»:
«Το έργο ενός νοσηρού προπτυχιακού φοιτητή που ξύνει διαρκώς τα σπυριά του».
katina
4. Ο Γουίλιαμ Φόκνερ κατά του Μαρκ Τουέιν.
Ο Νομπελίστας Φώκνερ μίλησε με τα «καλύτερα» λόγια για τον συνάδελφό του. Οι φράσεις που χρησιμοποίησε για να τον στολίσει είναι εξαιρετικά προσβλητικές:
«Γραφιάς της πλάκας που στην Ευρώπη δεν θα τον είχαν ούτε για τέταρτης κατηγορίας συγγραφέα. Βρήκε κάτι ξεχασμένους λογοτεχνικούς σκελετούς, τους έντυσε με τοπικό χρώμα και κατάφερε να συγκινήσει τους επιφανειακούς και τους τεμπέληδες».
5. Μαρκ Τουέιν εναντίον Χένρι Τζέιμς.
Ο Τουέιν φαίνεται ότι ήθελε να ξεσπάσει κι αυτός κάπου. Έτσι, βρήκε πρόσφορο έδαφος στο λογοτεχνικό έργο του ομοεθνή του Τζέιμς:
«Αν αφήσεις για λίγο κάποιο βιβλίο του, αποκλείεται να το ξαναπιάσεις».
6. Ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ για τον Ερνεστ Χέμινγουεϊ.
Ο Ναμπόκοφ από τη μεριά του έδειχνε να εκτιμάει βαθύτατα τα έργα του πασίγνωστου δημοσιογράφου – συγγραφέα Χέμινγουεϊ. Είχε δηλώσει τα ακόλουθα δημοσίως:
«Τον διάβασα εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’40. Κάτι για καμπάνες, ταύρους και αχαμνά…Τον μίσησα».
7. Γιάννης Ψυχάρης εναντίον Κ.Π. Καβάφης.
Ο γνωστός Έλληνας φιλόλογος που μαχόταν για τον δημοτικισμό έτρεφε μια ιδιαίτερη αδυναμία προς το πρόσωπο του Καβάφη, γι’αυτό άλλωστε είχε αναφέρει λακωνικά:
«Ο Καβάφης δεν είναι ποιητής, είναι τζουτζές».
8. Στίβεν Κινγκ vs Στέφανι Μέγιερ.
Και με τα πολλά φτάσαμε στους συγχρόνους μας και στον Αμερικανό συγγραφέα τρόμου Στίβεν Κίνγκ. Σε μια συνέντευξη που είχε παραχωρήσει είχε ερωτηθεί σχετικά με το ποια ήταν η γνώμη του για «Λυκόφως» κι αν είναι λογική η σύγκριση που γίνεται ανάμεσα στον «Χάρι Πότερ». Η απάντησή του ήταν αφοπλιστική:
«Και η Ρόουλινγκ και η Μέγιερ γράφουν βιβλία φαντασίας. Η πραγματική διαφορά είναι ότι η πρώτη είναι καταπληκτική συγγραφέας ενώ τα βιβλία της δεύτερης δεν αξίζουν δεκάρα».
ksekatiniasma
9. Ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ για την Βαλερί Τριερβελέρ.
Τα νυχτοπερπατήματα του πρώην πρωθυπουργού της Γαλλίας, Φρανσουά Ολάντ, ήταν εκείνα που έφεραν στο αμήν τη σύντροφό του, Βαλερί Τριερβελέρ, η οποία έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο αφιερωμένο στη σχέση τους. Ο δημοσιογράφος Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ του σταθμού «Europe 1» στη ραδιοφωνική του εκπομπή, είπε τα ακόλουθα για την πρώην δημοσιογράφο:
«Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο και συχνά γελοιοποιεί, και η Τριερβελέρ γελοιοποιείται. Είμαστε μάρτυρες μιας ηθικής αυτοκτονίας…».
10. Πέτρος Τατσόπουλος εναντίον Χρήστου Χωμενίδη.
Αφορμή για το ξεκατίνιασμα στο facebook ήταν το δείπνο που είχε παραθέσει ο Ευ. Βενιζέλος σε πνευματικούς ανθρώπους και συγγραφείς. Ο πρώην βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ καυτηρίασε όσους βρέθηκαν στο γεύμα, με τον Χρήστο Χωμενίδη να απαντά:
«Προσωπικά δεν τρέφω καμία φιλοδοξία να αφήσω την τέχνη της συγγραφής για το χατίρι της πολιτικής. Εάν αισθανόμουν ξοφλημένος ως συγγραφέας και λιγουρευόμουν μια κοινοβουλευτική έδρα, θα είχα γίνει Σύριζα. Δεν εξαρτήθηκα ποτέ από το κράτος κατά οιονδήποτε τρόπο. Εξαρτώμαι από τον εαυτό μου και από τους αναγνώστες μου».
Ο νυν ανεξάρτητος βουλευτής δεν άφησε ασχολίαστη την κατάσταση του συγγραφέα απαντώντας τα ακόλουθα:
«Χρήστο μου, πρέπει να αποφασίσεις ποιές μέρες του μήνα με αγαπάς – όπως έλεγες τις προάλλες στο Έθνος – και ποιες μέρες του μήνα με μισείς. Δεν μπορώ να παρακολουθώ αενάως την συναισθηματική σου ακράτεια».
11. Ο Αργύρης Ντινόπουλος για τον Αδωνι Γεωργιάδη.
Μία ακόμα κόντρα με πολιτικό χρώμα είχε ξεσπάσει όταν ο βουλευτής της Ν.Δ. Αργύρης Ντινόπουλος έκανε το ακόλουθο επικριτικό σχόλιο στην εκπομπή του Γιώργου Παπαδάκη για τον ομοϊδεάτη του Άδωνι Γεωργιάδη:
«Εγώ με τον Γεωργιάδη έχουμε κάτι κοινό που, ταυτόχρονα, είναι και πολύ διαφορετικό. Ο Αδωνις πουλάει βιβλία, εγώ γράφω».
12. Χρυσηίδα Δημουλίδου vs Έλενα Ακρίτα.
Η Έλενα Ακρίτα είχε επιτεθεί εναντίον της γνωστής συγγραφέως με αφορμή μία δήλωση που είχε κάνει σχετικά με τις δανειστικές βιβλιοθήκες, οι οποίες σύμφωνα με την ίδια μειώνουν τις πωλήσεις των βιβλίων. Μεταξύ άλλων είχε πει στην ευθυμογράφο:
«Κυρία Ακρίτα μου ποια βγήκε από τις δυο μας στη τηλεόραση να κλαφτεί για τα δεδουλευμένα της, εγώ ή εσείς; Γιατί δεν γράφει, λοιπόν, η κυρία Ακρίτα δωρεάν σενάρια, να μην πληρώνεται, ώστε να κατέβει το κόστος παραγωγής ενός σήριαλ;»

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Τρία βιβλία για τα μνημόνια και την κρίση

Από τότε που ξέσπασε η οικονομική κρίση έχουν γραφτεί κάμποσα βιβλία που καταπιάνονται με το συγκεκριμένο θέμα και τις προεκτάσεις του. Άλλοτε αλληγορικά με έντονες πινελιές φανταστικών στοιχείων κι άλλοτε βασιζόμενα αυστηρά κι αποκλειστικά σε έρευνες χρόνωνπροσπαθούν να δώσουν τη δική τους ερμηνεία για την οικονομική και κοινωνική παρακμή που βιώνει η χώρα μας. Σ’αυτό το άρθρο θα γίνει μια συνοπτική παρουσίαση τριών σχετικά πρόσφατων αναγνωσμάτων που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Το ημερολόγιο ενός ανέργου:
kasdaglis
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη και την επιμέλεια όπως και τα σχόλια που εμπεριέχει το βιβλίο τα έχει αναλάβει ο Χριστόφορος Κάσδαγλης. Η ύλη του έργου προέρχεται από τον ιστότοπο http://imerologioanergou.gr/, όπου εδώ και καιρό δημοσιεύονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα αληθινές ιστορίες απ’ όσους πολίτες βιώνουν στο πετσί τους την ανεργία.
Αυτό το πρωτότυπο πείραμα είχε ξεκινήσει τον Απρίλιο του 2013 έχοντας σαν στόχο να δοθεί ένα βήμα έκφρασης στους ανέργους, ώστε να σπάσουν τη σιωπή τους και να πάψουν να νιώθουν ενοχές για την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει. Ο Κάσδαγλης είναι εκείνος που διάβασε όλες τις ιστορίες που έχουν δημοσιευτεί επιλέγοντας τις πιο αντιπροσωπευτικές. Παράλληλα, στο πόνημα αναφέρεται και στη δική του περίοδο ανεργίας.
Μέσα από τις 156 ιστορίες παρουσιάζονται στα μάτια του αναγνώστη με ενάργεια όλες οι πτυχές της τωρινής οικονομικής κρίσης.
«Ο άνεργος δεν τους χρειάζεται, δεν είναι αποδοτικός, μοιάζει με τα πεταμένα φρέσκα φρούτα της χωματερής, που εγγυώνται την κερδοφόρο τιμή των υπολοίπων. Γιατί το φρούτο γι’ αυτούς δεν είναι μέσο διατροφής, αλλά κερδοφορίας».
Ταμείο Α(ν)εργίας:
tameioanergias
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης και είναι το πρώτο βιβλίο του Νίκου Γκαμαρλιά. Το «ταμείο» παρουσιάζει αρκετά κοινά σημεία με το παραπάνω βιβλίο, καθώς μέσω του κεντρικού χαρακτήρα, Πετράν, συνθέτεται ένα πολύτιμο παζλ με γλαφυρές εικόνες μιας Αθήνας που παραπαίει. Ναρκωτικά, πορείες, καταλήψεις, ακροδεξιά και ρατσισμός είναι μερικά από εκείνα τα υλικά που δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα.
Ένα μείγμα όμως που δεν εκρήγνυται σε καμία των περιπτώσεων καταφέρνοντας να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη χαρίζοντάς του μία ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία παίζει και με την έννοια της ελευθερίας. Κι έτσι γεννιέται το εύλογο ερώτημα: Μπορούμε να απελευθερωθούμε από το τέλμα στο οποίο έχουμε βυθιστεί;
Στον Δαίδαλο των Μνημονίων:
daidalos
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Οκτώ και συγγραφέας του είναι ο γνωστός δημοσιογράφος  Θάνος Δημάδης. Το συγκεκριμένο βιβλίο βασίζεται αποκλειστικά στη δημοσιογραφική έρευνα που έκανε ο Δημάδης όλα τα χρόνια που εργαζόταν στην Ουάσινγκτον ως ανταποκριτής από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αλλά και από τις Βρυξέλλες και τα ευρωπαϊκά όργανα που εμπλέκονται σ’αυτό το πολύπλοκο οικονομικό σχέδιο διάσωσης.
Μέσα στο έργο ο αναγνώστης θα βρει δηλώσεις από σημαντικούς αξιωματούχους και αναλυτές παγκοσμίου φήμης όπως ο Νόαμ Τσόμσκι και ο Όλι Ρεν. Θα διεισδύσει εις βάθος στη ζοφερή εκείνη περίοδο και ακολουθώντας τη ροή του πονήματος, συνάμα και τη προσωπική ματιά του συγγραφέα, θα αποκτήσει σφαιρικότερη γνώμη για όσα έλαβαν χώρα και σχετίζονται κυρίως με το οικονομικό πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας.

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Μια γευστική αποστολή


Η αποστολή ήταν απλή, έπρεπε να εξολοθρεύσει τον στόχο της μέσα σε μία ώρα το πολύ. Οι οδηγίες από το αφεντικό ήταν το λιγότερο ξεκάθαρες. Ο Βασίλης Χούτος έπρεπε να εξαφανιστεί από προσώπου Γης. Ευτυχώς, είχε πείρα από παρόμοιες αποστολές. Ήλπιζε ότι θα κατάφερνε και τούτη τη φορά να την βγάλει καθαρή. Άλλωστε θα παρουσιαζόταν ως μοντέλο στο δείπνο με τον διεθνούς φήμης επιχειρηματία. Θα χρησιμοποιούσε τα γυναικεία θέλγητρά της για να επιτύχει τον σκοπό της. Λογικά δεν θα ήταν δύσκολο. Ο Χούτος ήταν ένας άνθρωπος φοβερά επιρρεπής στο ωραίο φύλο. Αυτό ήταν και το μοναδικό μειονέκτημά του.

Ο Έλληνας εφοπλιστής είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του έναν κολοσσό με πληθώρα θυγατρικών και offshore εταιρειών, που του απέφεραν ετησίως αρκετά δισεκατομμύρια. Για τα πέντε συναπτά τελευταία έτη ο γιος του φιγουράριζε στη δεκάδα της λίστας του Forbes με τους πλουσιότερους επιχειρηματίας στον κόσμο. Στην κατοχή του θα έβρισκες από τράπεζες μέχρι αλυσίδες καταστημάτων Σούπερ Μάρκετ και εστιατορίων. Τον τελευταίο καιρό είχε αποφασίσει να κάνει ένα φιλόδοξο άνοιγμα και στον χώρο της μόδας λανσάροντας μια πρωτοποριακή σειρά εσωρούχων. Οι φήμες έλεγαν ότι τη σειρά θα υπέγραφε η ερωμένη του Χούτου, μια γυναίκα που της έριχνε περίπου είκοσι χρόνια. Ήταν μαυρομάλλα με θεληματικό πηγούνι, μέτριου αναστήματος και γαλάζια μάτια. Είχε σπουδάσει στο Μιλάνο σχέδιο μόδας και είχε εργαστεί για λιγότερο από ένα χρόνο σ’ έναν μικρό οίκο μόδας.

Η αναζήτηση μοντέλων ήταν η ευκαιρία που αναζητούσε η Οργάνωση για να επιτύχει τους καταχθόνιους σκοπούς τους. Οι παράνομες δραστηριότητες του επιχειρηματία σε συνδυασμό με τις ανορθόδοξες πρακτικές του και τη μανία του να είναι πάντα ο κυρίαρχος του παιχνιδιού – δεν επεδίωκε ποτέ συμβιβασμούς-, τον είχαν καταστήσει τον πιο απειλητικό παίκτη για τα συμφέροντα του αόρατου οργανισμού, που εκπαίδευε αδίστακτους δολοφόνους.

Έβγαλε το καθρεφτάκι της από τη μικρή καφετιά τσάντα που κουβαλούσε μαζί της. Έλεγξε το μέικ απ του προσώπου της. Έδειχνε σίγουρα όμορφη, αλλά ήταν σίγουρη ότι τα χείλη της όφειλαν να είναι εντονότερα. Έβγαλε το κόκκινο κραγιόν. Διόρθωσε την ατέλεια και στη συνέχεια εναπόθεσε το καθρεφτάκι ευλαβικά στη θέση του. Έφτιαξε λίγο το μπούστο της. Έπρεπε να φαίνεται κι αυτό εντονότερα.

«Φτάσαμε», ανακοίνωσε ο μελαμψός οδηγός με το επιβλητικό παρουσιαστικό. Η Έλεν Μόργκαν άνοιξε τη δεξιά της πόρτα και πάτησε την άσφαλτο. Με αγέρωχο βήμα έφτασε έξω από την πόρτα του ξενοδοχείου. Την περίμενε ένας κουστουμαρισμένος άνδρας.


«Ο κύριος Χούτος σας περιμένει», είπε ρομποτικά καθώς άνοιγε την πόρτα. Ύστερα, της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Την οδήγησε στον ανελκυστήρα. Πάτησε το νούμερο δέκα. Στο ρετιρέ θα λάμβανε χώρα το δείπνο και η συζήτηση.

«Όροφος δέκα», ανακοίνωσε η ρομποτική φωνή. Βγήκαν στην ταράτσα. Κάτω από ένα όμορφο ξύλινο υπόστεγο είχε τοποθετηθεί ένα τραπέζι που έφερε κάμποσες ξύλινες παραστάσεις. Πρέπει να είχαν σχεδιαστεί από κάποιον έμπειρο ξυλουργό.

«Καλησπέρα σας Αλεξάνδρα. Σας ευχαριστώ που μου κάνατε την τιμή να απολαύσετε αυτό το δείπνο μαζί μου. Έχω αρκετό καιρό να δειπνήσω με μια τόσο όμορφη ύπαρξη», ανέφερε ρίχνοντας διαρκώς πύρινες ματιές στο στήθος της. Άνοιξε το στόμα της και μίλησε σπαστά Ελληνικά. Έπρεπε να υιοθετήσει μία προφορά που να θύμιζε Ρωσίδα.

«Είναι δική μου η τιμή», απάντησε κοιτώντας έντονα τα μάτια του άνδρα.
Ήρθε κοντά της και τράβηξε την καρέκλα. «Καθίστε», πρόσθεσε συνεχίζοντας να κοιτάζει τα στήθια της γυναίκας. Το άρωμα της είχε μία απαλή δόση τριαντάφυλλου και γιασεμιών. Μακάρι να πήγαιναν όλα κατ’ευχήν σήμερα και να μπορούσε να γευτεί τους χυμούς του κορμιού της. Θα γινόταν η παντοτινή ερωμένη του, άλλωστε η σχέση με την υποτιθέμενη σχεδιάστρια μόδας είχε λάβει τέλος. Δεν έβρισκε κάποιο ενδιαφέρον πάνω της πια. Ταυτοχρόνως, η Αλεξάνδρα Μανόλοφ που στεκόταν μπροστά του θα μπορούσε σίγουρα να χρησιμοποιηθεί ως φωτομοντέλο στην καμπάνια εσωρούχων που ετοίμαζε. Μ’έναν σπάρο δυο τρυγόνια.

Η Έλεν αντιλήφθηκε την έλξη που ασκούσε. Δεν κάθισε αμέσως. Άφησε τον θαυμαστή της να εξερευνήσει κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Όταν κύλησε ο απαραίτητος χρόνος κάθισε στην καρέκλα της. Αμέσως, εμφανίστηκε ένας σερβιτόρος που κρατούσε στα χέρια του ένα πανάκριβο κρασί. Είπε το όνομά του καθώς γέμιζε το ποτήρι της. Το αγνόησε. Είχε περισσότερη σημασία να διερευνήσει εξονυχιστικά τον χώρο, να δει πόσοι ήταν κυρίως οι άνδρες που φύλαγαν το αφεντικό τους. Δεν πρόλαβε όμως να μετρήσει τους πάντες. Ο συνοδός της σήκωσε το ποτήρι του κι έκανε μια πρόποση. «Στην αρχή μιας σημαντικής σχέσης», είπε χαμογελώντας. Ρούφηξε λίγο κρασί και πρόσθεσε «Το κρασί έχει μια πικάντικη γεύση. Μοιάζει κάπως μ’ εσένα». Είχε χαθεί τόσο σύντομα το γ’ πληθυντικό πρόσωπο. Τα πήγαινε καλά.

Η Μόργκαν χαμογέλασε και έβαλε τον κατάλογο μπροστά στο πρόσωπό της. Ο εφοπλιστής ήταν αηδιαστικός. Ευτυχώς, δεν θα ζούσε για να αντικρίσει την επόμενη μέρα. Έδιωξε τις αρνητικές σκέψεις. Επικεντρώθηκε στα φαγητά του καταλόγου. Το βλέμμα της σταμάτησε στο πιάτο «SCALOPPINE DI VITELLO GORGONZOLA» και στο «FILETTO DI MANZO MADAGASCAR». Το πρώτο ήταν Σκαλοπίνια από μοσχαράκι γάλακτος με τυρί γκοργκονζόλα και κρέμα, ενώ το δεύτερο φιλέτο από μοσχάρι με πράσινο πιπέρι και κρέμα γάλακτος. Τα σκαλοπίνια, δηλαδή οι λεπτές φέτες μοσχαρίσιου φιλέτου που θα ψήνονταν στο τηγάνι (λογικά) μαζί με την κρέμα γάλακτος έδειχναν να είναι η καλύτερη δυνατή επιλογή. Έφερε στον νου της την τελευταία φορά που έφαγε κάτι αντίστοιχο. Ήταν πριν από ένα χρόνο σ’εκείνη την αποστολή κοντά στο δάσος του Φρίουλι που έπρεπε να εξαφανίσει εκείνον τον πράκτορα της Οργάνωσης. Από τότε είχε κληρονομήσει ένα σημάδι βαθειάς χαρακιάς στο αριστερό της πλευρό.

Θα το συνδύαζε μαζί με μια σαλάτα «INSALATA SPINACI», που αποτελούταν από σπανάκι, ντοματίνια, μπέικον, τυρί γκοργκοντζόλα, κουκουνάρι και μπαλσάμικο.

Ο άνδρας κάλεσε τον σερβιτόρο να λάβει την παραγγελία. Υποκλίθηκε ελαφρώς, μάζεψε τους καταλόγους και κατευθύνθηκε προς τη  κουζίνα. Το φαγητό τους δεν θα αργούσε πολύ. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους θα έφτανε μπροστά τους σε περίπου ένα τέταρτο. Το πιο ανησυχητικό κομμάτι δεν ήταν ότι είχε ελάχιστο χρόνο στη διάθεσή της, αλλά ότι ο σερβιτόρος έριχνε διαρκώς κλεφτές ματιές προς το μέρος του και οι τέσσερεις άνδρες ασφαλείας διατηρούσαν μία ικανοποιητική απόσταση αναμεταξύ τους. Ήταν σχεδόν αδύνατο να τους σκοτώσει όλους και να επιβιώσει.


Πείραξε λίγο τα μαλλιά της και  ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της. Φρόντισε οι ματιές της να αποπνέουν έναν έντονο ερωτισμό. Εφόσον δεν μπορούσε να τον σκοτώσει εντός του χρόνου που είχε οριστεί από την Οργάνωση έπρεπε να τον συντροφεύσει μετά το δείπνο στο κρεβάτι. Εκεί θα είχε όσο χρόνο ήθελε για να τον σκοτώσει. Θέλησε να μιλήσει στον πομπό που είχε στο δεξί της αυτί για να ενημερώσει τα κεντρικά. Τελικά, δεν το έκανε. Δεν έπρεπε να τραβήξει την προσοχή του προσωπικού.

Ελευθέρωσε το δεξί της πόδι από το τακούνι. Βάλθηκε να αγγίζει τον καβάλο του επιχειρηματία. Έπιανε συνήθως αυτό το τέχνασμα.

Με το που τον άγγιξε το πρόσωπό του πήρε μια αλλόκοτη ηδονική έκφραση. Κατέβασε το αριστερό του χέρι κάτω από το τραπεζομάντηλο και τη χάιδεψε. «Σε λίγο μωρό μου θα γίνω δικιά σου», είπε σιγανά χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Εκείνη έκλεισε παιχνιδιάρικα τα βλέφαρά της χαρίζοντάς του παράλληλα ένα πεταχτό φιλί.

Ο σερβιτόρος διέκοψε τα ερωτικά μηνύματα. Εναπόθεσε με χάρη τα πιάτα μπροστά στους δύο ολότελα συνδαιτυμόνες. Η γυναίκα τοποθέτησε μπροστά το κρέας που είχε σκεπαστεί από την κρέμα γάλακτος. Η μυρωδιά που απόπνεε ήταν παραδεισένια. Έκοψε στα δύο το πρώτο φιλετάκι σχετικά εύκολα. Προτού βάλει το κρέας στο στόμα της φρόντισε να κάνει μία πρόποση υπέρ του ευγενικού οικοδεσπότη της. Έπειτα, το οδήγησε στον ουρανίσκο της. Τα σαγόνια της έκλεισαν κομματιάζοντας το μοσχάρι. Η υφή του κρέατος και το ψήσιμο ήταν το λιγότερο αριστουργηματικό. Τα συναισθήματα που πυροδότησε ήταν τόσο έντονα που έμοιαζαν στη γυναίκα σαν να έκανε έρωτα μ’έναν επιδέξιο εραστή.

Η κάψα που της είχε δημιουργηθεί έπρεπε να σταματήσει. Βρισκόταν σε αποστολή. Όλες τις οι κινήσεις όφειλαν να θυμίζουν μια καλογραμμένη χορογραφία. Δεν επιτρέπονταν λάθη. Έτσι, με το πιρούνι της τσίμπησε σπανάκι και μερικά ντοματίνια. Αυτή η γλυκόπικρη γεύση που θα προσέδιδε στη σαλάτα το μπαλσάμικο θα την επανέφερε στον επίγειο κόσμο. Όντως, μείωσε κάπως τη λίμπιντο. Έπιασε εύθραυστα το ποτήρι με το κρασί. Το έφερε στα χείλη της. Τα έβρεξε και στη συνέχεια τα έγλειψε προκλητικά.

Ο Βασίλης Χούτος παρακολουθούσε με απόλυτη προσήλωση τη γυναίκα. Ένιωθε το πάθος του να φουντώνει ολοένα και περισσότερο. Η Ρωσίδα που στεκόταν απέναντί του ήταν σίγουρα η ωραιότερη γυναίκα που είχε αντικρίσει. Οι κινήσεις της θα μπορούσαν εύκολα να  παρομοιαστούν μ’ εκείνες μια πορσελάνινης κούκλας. Ήταν απίστευτα εύθραυστες και το δέρμα της τόσο λείο και φωτεινό. Έπρεπε οπωσδήποτε να τη ρίξει στο κρεβάτι του. Δεν τον ένοιαζε αν τον έπαιρνε χαμπάρι η σύζυγός του ή η ερωμένη του. Μπροστά του καθόταν ένα από τα σπουδαιότερα δημιουργήματα του Θεού. Θα ήταν αμαρτία να μην γευτεί τους χυμούς του. Ρίχτηκε με τα μούτρα στο φαγητό. Όσο πιο γρήγορα τελείωναν τόσο πιο κοντά θα βρισκόταν στην πολυπόθητη συνεύρεση.

Η Αλεξάνδρα τελείωσε το φαγητό της. Σκούπισε με την κατάλευκη πετσέτα τα ζουμερά της χείλη. Ο οικοδεσπότης της συνέχιζε να τρώει με λαιμαργία. Ίσως το υπέροχο φαγητό να του είχε ανοίξει την όρεξη, ωστόσο, βαθιά μέσα της έδραζε η ιδέα ότι απλά διεκπεραίωνε ένα έργο. Ήθελε να προχωρήσει μια ώρα αρχύτερα προς το επιδόρπιο.


«Θα πάω στην τουαλέτα να φρεσκαριστώ λίγο», ανακοίνωσε φροντίζοντας να σηκωθεί από τον θρόνο της με τρόπο ώστε να δίνει έμφαση στις καμπύλες της. Πηγαίνοντας προς τις τουαλέτες συνειδητοποίησε ότι ένας μπράβος την ακολουθούσε από κοντά. Αυτό ήταν που ήθελε εξαρχής. Έκανε πως παραπάτησε και βρέθηκε στο πάτωμα. Το δεξί τακούνι της είχε φύγει. Έβγαλε ένα σιγανό αναφιλητό κι έπιασε τον αστράγαλό της. Ο μπράβος την προσέγγισε μονομιάς και την βοήθησε να σηκωθεί. «Μπορείς να με πας μέχρι την τουαλέτα», ρώτησε αφήνοντας ένα ψεύτικο δάκρυ να τρέξει. Εκείνος συμφώνησε. Λίγο προτού μπει στις τουαλέτες των γυναικών έφτιαξε τα μαλλιά της. Αφαίρεσε ένα από τα δύο τσοπ στικς που κράταγαν την κοτσίδα της. Τράβηξε το κάλυμμα αποκαλύπτοντας ένα λεπτό μαχαίρι. Το έμπηξε αστραπιαία στο λαιμό του άνδρα. Δεν πρόλαβε να βγάλει άχνα, έπεσε άψυχος στο πάτωμα. Άρπαξε το πιστόλι του και έχωσε το πτώμα σε μία από τις τουαλέτες. Είχε έρθει η ώρα να σκοτώσει τον εφοπλιστή.      

Βγήκε ξανά στην ταράτσα. Σημάδεψε τον άνδρα που καθόταν μονάχος στο τραπέζι. Λίγο προτού πατήσει όμως τη σκανδάλη ακούστηκε ο ήχος πυροβολισμού από το απέναντι κτίριο. Η σφαίρα βρήκε στην καρδιά τον Χούτο. Η Μόργκαν πρόλαβε να δει έναν ελεύθερο σκοπευτή να μαζεύει τα πράγματά του. Δεν άνηκε στην Οργάνωση. Θέλησε να επικοινωνήσει με τα κεντρικά, αλλά συνειδητοποίησε ότι κάτι μπλόκαρε τις κλήσεις. Έπρεπε να εξαφανιστεί προτού καταλάβουν τι είχε κάνει. Έχωσε το όπλο κάτω από το φόρεμά της και αρχίνησε να τσιρίζει υστερικά. Εμφανίστηκαν τρία άτομα μονομιάς. Έσπευσαν να τη βοηθήσουν να αποχωρήσει από τον χώρο. Έτρεμε και συνέχιζε να βγάζει ουρλιαχτά. Λίγο πριν φτάσει στην έξοδο του ξενοδοχείου άκουσε έναν άνδρα να προσπαθεί να την παρηγορήσει.

Διάβηκαν την έξοδο και μπροστά της εμφανίστηκε ένα ταξί. Μπήκε μέσα έχοντας μειώσει τον βόμβο που προκαλούσε. «Τουλάχιστον ο Χούτος είναι νεκρός», είπε ο υποτιθέμενος ταρίφας. «Το ξέρω», απάντησε η γυναίκα χαμογελώντας σαρδόνια.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Γνωριμία με το πλήρωμα της “Σαΐτας”


Οι «Εκδόσεις Σαΐτα» είναι ένας εθελοντικός, μη εμπορικός εκδοτικός οίκος που άνοιξε τα φτερά του μόλις πριν από δύο χρόνια και συγκεκριμένα τον Ιούλιο του 2012. Μερικοί από τους στόχους αυτού του εγχειρήματος είναι η προώθηση της φιλαναγνωσίας και η παραχώρηση βήματος κυρίως σε νέους ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν.
Μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, το δημιούργημα του Ηρακλή Λαμπαδαρίου κατάφερε να εκδώσει πάνω από 100 βιβλία, συγκεντρώνοντας ταυτοχρόνως ένα ικανό ανθρώπινο δυναμικό που συμβάλλει τα μέγιστα ώστε τα βιβλία να μεταφράζονται πια και να κυκλοφορούν και στην αγγλική γλώσσα.
Μια ωραία πρωία, μου γεννήθηκε η ανάγκη να δω ποιοι άνθρωποι και κυρίως γιατί αποφάσισαν να εμπλακούν ενεργά σ’ αυτό το καινοτόμο εγχείρημα. Έτσι, βρέθηκα να μιλώ με την Αντωνία Αριστοδήμου, Υπεύθυνη Τμήματος Επιμέλειας των εκδόσεων και την Τίνα Μοσχόβη, Υπεύθυνη Τμήματος Μετάφρασης του εκδοτικού οίκου.
Πως μάθατε για τις «Εκδόσεις Σαΐτα»;
T.M.: Εντελώς συμπτωματικά. Μια φίλη μου είδε την αγγελία μέσω internet και με ενημέρωσε για τον εκδοτικό οίκο. Εγώ με τη σειρά μου επικοινώνησα με τον Ηρακλή Λαμπαδαρίου, δημιουργό των «Εκδόσεων Σαΐτα» και η συνεργασία μας ξεκίνησε σχεδόν αμέσως.
A.A.: Διάβασα σε μια διαδικτυακή αγγελία πως οι «Εκδόσεις Σαΐτα» αναζητούν μεταφραστές και επιμελητές κειμένων. Έτσι, επισκέφτηκα την ιστοσελίδα τους, εντυπωσιάστηκα και επικοινώνησα με τον υπεύθυνο.
Γιατί αποφασίσατε να συμμετάσχετε πιο ενεργά σ’ αυτή την προσπάθεια;
T.M.: Μου άρεσε εξαρχής η ιδέα του ελεύθερου δωρεάν βιβλίου για όλους. Επιπλέον, με ενδιαφέρει η μετάφραση και βρήκα καλή ιδέα το γεγονός ότι θα μπορούσα να συνδυάσω δύο πράγματα που μου αρέσουν πολύ: βιβλίο και μετάφραση. Επίσης, μου άρεσε η δουλειά που είδα όταν επισκέφτηκα το site για πρώτη φορά και σκέφτηκα ότι θα ήθελα να είμαι μέρος όλου αυτού του εγχειρήματος.
A.A.: Είναι συγκινητικό να συνειδητοποιείς ότι υπάρχει δημιουργία και συνεργασία ακόμα και με τις πιο αντίξοες συνθήκες, ακόμα και στα χρόνια της κρίσης. Αυτό με παρακίνησε να προσφέρω όσο περισσότερο μπορώ σε αυτό το εγχείρημα. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα δημιουργική, δυναμική και δεμένη ομάδα που συντονίζεται από τον ακούραστο εκδότη μας, τον Ηρακλή Λαμπαδαρίου, έναν άνθρωπο που εκτιμώ ιδιαίτερα για την αφοσίωση και το ταλέντο του.
Τι σημαίνει για σας το βιβλίο;
T.M.: Το βιβλίο για εμένα είναι κάτι σημαντικό. Ένα καλό βιβλίο μπορεί να προσφέρει γνώσεις, εμπειρίες ακόμα και να μας προκαλέσει συναισθήματα. Είναι μια όμορφη απασχόληση που αξίζει το χρόνο μας, καθώς προσφέρει τόσα πολλά.
A.A.: Το βιβλίο είναι κάτι μαγικό. Έχει τη δύναμη να ταξιδεύει τον αναγνώστη του σε οποιονδήποτε χωροχρόνο, ακόμα και σε φανταστικούς κόσμους, προσφέροντας παράλληλα γνώση και εναλλακτική οπτική γωνία στα πράγματα.
Πιστεύετε ότι το διαδίκτυο μπορεί να δώσει το απαραίτητο έναυσμα στους Έλληνες, ώστε να ξεκινήσουν να διαβάζουν συστηματικότερα;
T.M.: Το διαδίκτυο είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας και οι δυνατότητες που μας προσφέρει άπειρες. Γιατί λοιπόν να μην το εκμεταλλευτούμε προς όφελός μας; Είναι μια καλή ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με βιβλία και συγγραφείς μέσω του διαδικτύου, που με άλλο τρόπο ίσως να ήταν πιο δύσκολο να τα καταφέρουμε, ειδικά σε μια περίοδο όπως αυτή που βιώνουμε. Αυτή είναι και η προσπάθεια της «Σαΐτας», να κάνει δηλαδή πιο εύκολη και άμεση την πρόσβαση αυτή. Οπότε, μπορεί να θεωρηθεί μια καλή αφορμή για συστηματικότερο διάβασμα.
A.A.: Εύχομαι το εκπαιδευτικό μας σύστημα να βελτιωθεί τόσο πολύ, ώστε να προσεγγίζουν τα παιδιά με αγάπη το βιβλίο σε οποιαδήποτε μορφή του χωρίς να χρειάζεται έναυσμα από το διαδίκτυο. Το διαδίκτυο έχει άπειρες δυνατότητες με την προϋπόθεση ότι ο χρήστης είναι σε θέση να αξιολογεί τις σελίδες που επισκέπτεται.
Ποια είναι η πιο συγκινητική στιγμή που έχετε βιώσει συμμετέχοντας σ’ αυτό το εγχείρημα;
T.M.: Δεν είναι λίγες οι στιγμές που έχω νιώσει συγκινημένη. Θα έλεγα ότι αιτία είναι τα θετικά σχόλια των ίδιων των συγγραφέων απέναντι στη δουλειά που κάνουμε για την απόδοση των βιβλίων στα Αγγλικά. Όπως επίσης σημαντική είναι και η ανταπόκριση των αναγνωστών μέσα από τις επισκέψεις τους στο site της «Σαΐτας». Είναι σημαντικό για εμάς να βλέπουμε ότι η προσπάθεια μας γίνεται ευπρόσδεκτη από τους χρήστες, τόσο εντός Ελλάδας όσο και στο εξωτερικό με τις μεταφρασμένες εκδόσεις. Το πιο συγκινητικό, αν έπρεπε να επιλέξω κάτι, είναι όταν είδα την απόδοση που έκανα σε ένα παιδικό έργο να παίρνει μορφή και να γίνεται βιβλίο έτοιμο να «πετάξει» και να πάει σε κάθε αναγνώστη.
A.A.: Είναι πολλές οι στιγμές. Η ανταπόκριση των αναγνωστών μας που αγαπούν τις ιστορίες και την εικονογράφησή τους και το εκφράζουν με τα πιο γλυκά μηνύματα. Οι άνθρωποι που επικοινωνούν μαζί μας και ζητούν να βοηθήσουν με όποιον τρόπο μπορούν. Οι ίδιοι οι συγγραφείς που μας εμπιστεύονται και μας εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους. Και φυσικά, με συγκινούν οι συνάδελφοι στα τμήματα αξιολόγησης, επιμέλειας, μετάφρασης, εικονογράφησης και σελιδοποίησης που προσφέρουν επαγγελματική εθελοντική εργασία και συνεχίζουν ακόμα και όταν η κούραση είναι μεγάλη. Αυτό και μόνο δείχνει ότι υπάρχει ελπίδα ακόμα και στους πιο σκοτεινούς καιρούς.

Χαμογελάς αμήχανα, ξέρεις ότι έχει έρθει η ώρα να πεις αντίο αν και έχεις ακόμα τόσα να ρωτήσεις. Χαιρετάς κι εκείνες κουνούν ρυθμικά τα χέρια τους χαρίζοντας ένα φωτεινό χαμόγελο. Είναι αρκετό για να ξεκινήσει αισιόδοξα η μέρα σου…
Βιογραφικά:
Η Αντωνία Αριστοδήμου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ιστορία και Εθνολογία στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και συνέχισε με σπουδές στον τομέα της επαγγελματικής μετάφρασης και του υποτιτλισμού. Εργάζεται ως καθηγήτρια της αγγλικής γλώσσας και ασχολείται με τη μετάφραση και την επιμέλεια κειμένων και παιδικών παραμυθιών και τον υποτιτλισμό. Παράλληλα παρακολουθεί το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Ε.Α.Π. «Σπουδές στην Εκπαίδευση». Λατρεύει να βλέπει το «Πολικό Εξπρές» με τους μικρούς της μαθητές.
Η Τίνα Μοσχόβη γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με ειδίκευση στον υποτιτλισμό και τη μετάφραση κειμένων. Από μικρή με ένα βιβλίο στο χέρι ήταν. Και όπως όλες οι αγάπες, έτσι και η δική της εξελίχθηκε σε αγάπη για τη μετάφραση, εκεί γύρω στα φοιτητικά της χρόνια. Όμως δεν ξεχνάει και τη διδασκαλία Αγγλικών, γι’ αυτό προσπαθεί να συνδυάζει και τα δύο και να ενημερώνεται συνεχώς με σεμινάρια και επιμορφωτικά προγράμματα.
Εκτός από Αγγλικά μιλάει πολύ καλά Γερμανικά ενώ έχει παρακολουθήσει μαθήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών. Με την ολοκλήρωση των σπουδών της, συνεργάζεται με μικρούς μαθητές σε Κέντρα Ξένων Γλωσσών. Σκέφτεται να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μετάφραση, γιατί πιστεύει ότι όλοι οι άνθρωποι, μεγάλοι και μικροί, έχουν δικαίωμα σε κείμενα που δεν είναι στη μητρική τους.

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Όταν ο Χολμς έγινε Σολμς


Ο διάσημος ντεντέκτιβ που κατοικεί στην Μπέικερ Στριτ και ακούει στο όνομα Σέρλοκ Χολμς, αποτελεί το διασημότερο αρσενικό χαρακτήρα της αστυνομικής λογοτεχνίας και οφείλει τη γέννησή του και τη σταδιοδρομία του στον Σερ Άρθουρ Ιγνάτιο Κόναν Ντόυλ. Αλήθεια, σας έχει περάσει ποτέ από το μυαλό ότι ο στενός φίλος του δόκτορα Ουάτσον μπορεί να αποτελεί και κεντρικό ήρωα σε μια ακόμη αστυνομική λογοτεχνική σειρά, που έχει γραφτεί από διαφορετικό συγγραφέα;
Ο Γάλλος συγγραφέας που γεννήθηκε το 1864 στη Ρουέν και φέρει το όνομα Μωρίς Λεμπλάν, ήταν εκείνος που θέλησε να φέρει ξανά στο προσκήνιο τον ένοικο της Μπέικερ Στριτ, τη φορά αυτή όμως ως αντίπαλο του Αρσέν Λουπέν, χαρακτήρα που έφερε στο φως περίπου στις αρχές του εικοστού αιώνα.
Ο Λουπέν είναι ένας ο μεγαλύτερος κλέφτης της υφηλίου. Είναι ευφυής, αριστοκράτης και εξαιρετικά ικανός στο να τις σκαπουλάρει τόσο από τις αρχές, όσο κι από τους ιδιωτικούς ντεντέκτιβ που καλούνται να τον πιάσουν. Στο μυθιστόρημα «Η Κούφια Βελόνα» ο αριστοκράτης λωποδύτης φαίνεται μάλιστα να βρίσκει επιτέλους έναν ικανό αντίπαλο, τον φοιτητή Ισίδωρο Μπωτρελέ, αλλά και πάλι οι εξαιρετικά τετραπέρατες ικανότητες του τον γλιτώνουν από τις νοητικές παγίδες του Ισίδωρου κι από τον ορκισμένο εχθρό του, τον Χέρλοκ Σολμς!
arsene.lupin.leblanc.herlock.sholmes.1953
Ο Γάλλος συγγραφέας που έμελλε να γίνει ευρύτερα γνωστός για τα πονήματά που πρωτοξεκίνησαν να εκδίδονται στο περιοδικό «Je sais tout», είχε ένα διακαεί πόθο. Αυτός ήταν να δει τον αγαπημένο του ιδιωτικό ερευνητή να προσπαθεί να ανταγωνιστεί τα αμέτρητα πνευματικά προτερήματα του δημιουργήματός του. Ωστόσο, αυτό δεν κατέστη ποτέ δυνατό, καθώς ο Σκωτσέζος συγγραφέας δεν επέστρεψε στον Λεμπλαν να χρησιμοποιήσει το κανονικό όνομα. Έτσι, αναγκαστικά το «Αρσέν Λουπέν εναντίον Σέρλοκ Χολμς» έγινε «Αρσέν Λουπέν εναντίον Χέρλοκ Σολμς», με τον Γάλλο δημιουργό να πραγματοποιεί τελικά εν μέρει το όνειρό του.
Ο Λουπέν σίγουρα δεν έχει όλες εκείνες τις ικανότητες του καθηγητή Μοριάρτι, ωστόσο, αναδεικνύεται ως ένας δυνατότερος αντίπαλος. Από τη μεριά του όμως και ο Σολμς διαφέρει σημαντικά από το πραγματικό του εγώ. Είναι πολύ πιο επιθετικός, νευρικός και λιγότερο έξυπνος. Το μότο εξακολουθεί να παραμένει το «τα μικρά πράγματα είναι απείρως πιο σημαντικά», μα αυτή η εκδοχή του ντεντέκτιβ είναι εμφανώς υποδεέστερη μπροστά στο μεγαλείο του αριστοκράτη ληστή.
Εκείνος ο χαρακτήρας που φαίνεται να είναι ολόιδιος ο Χολμς –τουλάχιστον στο μυαλό μου- αγνοώντας την εμφάνισή του και κρίνοντας τη νοητική του διαύγεια και τον τρόπο σκέψης του είναι ο Μπωτρελέ, που εμφανίζεται μόνο μια φορά στα έργα του Λεμπλαν.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι ιστορίες του Γάλλου συγγραφέα εξακολουθούν να αποτελούν βάλσαμο για τους απανταχού λάτρεις του έργου του Κόναν Ντόυλ. Σίγουρα, κάπου εκεί ψηλά, οι δυο τους συζητούν τι θα γινόταν αν ο Χολμς δεν είχε γίνει ποτέ Σολμς.