Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Μια γευστική αποστολή


Η αποστολή ήταν απλή, έπρεπε να εξολοθρεύσει τον στόχο της μέσα σε μία ώρα το πολύ. Οι οδηγίες από το αφεντικό ήταν το λιγότερο ξεκάθαρες. Ο Βασίλης Χούτος έπρεπε να εξαφανιστεί από προσώπου Γης. Ευτυχώς, είχε πείρα από παρόμοιες αποστολές. Ήλπιζε ότι θα κατάφερνε και τούτη τη φορά να την βγάλει καθαρή. Άλλωστε θα παρουσιαζόταν ως μοντέλο στο δείπνο με τον διεθνούς φήμης επιχειρηματία. Θα χρησιμοποιούσε τα γυναικεία θέλγητρά της για να επιτύχει τον σκοπό της. Λογικά δεν θα ήταν δύσκολο. Ο Χούτος ήταν ένας άνθρωπος φοβερά επιρρεπής στο ωραίο φύλο. Αυτό ήταν και το μοναδικό μειονέκτημά του.

Ο Έλληνας εφοπλιστής είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του έναν κολοσσό με πληθώρα θυγατρικών και offshore εταιρειών, που του απέφεραν ετησίως αρκετά δισεκατομμύρια. Για τα πέντε συναπτά τελευταία έτη ο γιος του φιγουράριζε στη δεκάδα της λίστας του Forbes με τους πλουσιότερους επιχειρηματίας στον κόσμο. Στην κατοχή του θα έβρισκες από τράπεζες μέχρι αλυσίδες καταστημάτων Σούπερ Μάρκετ και εστιατορίων. Τον τελευταίο καιρό είχε αποφασίσει να κάνει ένα φιλόδοξο άνοιγμα και στον χώρο της μόδας λανσάροντας μια πρωτοποριακή σειρά εσωρούχων. Οι φήμες έλεγαν ότι τη σειρά θα υπέγραφε η ερωμένη του Χούτου, μια γυναίκα που της έριχνε περίπου είκοσι χρόνια. Ήταν μαυρομάλλα με θεληματικό πηγούνι, μέτριου αναστήματος και γαλάζια μάτια. Είχε σπουδάσει στο Μιλάνο σχέδιο μόδας και είχε εργαστεί για λιγότερο από ένα χρόνο σ’ έναν μικρό οίκο μόδας.

Η αναζήτηση μοντέλων ήταν η ευκαιρία που αναζητούσε η Οργάνωση για να επιτύχει τους καταχθόνιους σκοπούς τους. Οι παράνομες δραστηριότητες του επιχειρηματία σε συνδυασμό με τις ανορθόδοξες πρακτικές του και τη μανία του να είναι πάντα ο κυρίαρχος του παιχνιδιού – δεν επεδίωκε ποτέ συμβιβασμούς-, τον είχαν καταστήσει τον πιο απειλητικό παίκτη για τα συμφέροντα του αόρατου οργανισμού, που εκπαίδευε αδίστακτους δολοφόνους.

Έβγαλε το καθρεφτάκι της από τη μικρή καφετιά τσάντα που κουβαλούσε μαζί της. Έλεγξε το μέικ απ του προσώπου της. Έδειχνε σίγουρα όμορφη, αλλά ήταν σίγουρη ότι τα χείλη της όφειλαν να είναι εντονότερα. Έβγαλε το κόκκινο κραγιόν. Διόρθωσε την ατέλεια και στη συνέχεια εναπόθεσε το καθρεφτάκι ευλαβικά στη θέση του. Έφτιαξε λίγο το μπούστο της. Έπρεπε να φαίνεται κι αυτό εντονότερα.

«Φτάσαμε», ανακοίνωσε ο μελαμψός οδηγός με το επιβλητικό παρουσιαστικό. Η Έλεν Μόργκαν άνοιξε τη δεξιά της πόρτα και πάτησε την άσφαλτο. Με αγέρωχο βήμα έφτασε έξω από την πόρτα του ξενοδοχείου. Την περίμενε ένας κουστουμαρισμένος άνδρας.


«Ο κύριος Χούτος σας περιμένει», είπε ρομποτικά καθώς άνοιγε την πόρτα. Ύστερα, της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Την οδήγησε στον ανελκυστήρα. Πάτησε το νούμερο δέκα. Στο ρετιρέ θα λάμβανε χώρα το δείπνο και η συζήτηση.

«Όροφος δέκα», ανακοίνωσε η ρομποτική φωνή. Βγήκαν στην ταράτσα. Κάτω από ένα όμορφο ξύλινο υπόστεγο είχε τοποθετηθεί ένα τραπέζι που έφερε κάμποσες ξύλινες παραστάσεις. Πρέπει να είχαν σχεδιαστεί από κάποιον έμπειρο ξυλουργό.

«Καλησπέρα σας Αλεξάνδρα. Σας ευχαριστώ που μου κάνατε την τιμή να απολαύσετε αυτό το δείπνο μαζί μου. Έχω αρκετό καιρό να δειπνήσω με μια τόσο όμορφη ύπαρξη», ανέφερε ρίχνοντας διαρκώς πύρινες ματιές στο στήθος της. Άνοιξε το στόμα της και μίλησε σπαστά Ελληνικά. Έπρεπε να υιοθετήσει μία προφορά που να θύμιζε Ρωσίδα.

«Είναι δική μου η τιμή», απάντησε κοιτώντας έντονα τα μάτια του άνδρα.
Ήρθε κοντά της και τράβηξε την καρέκλα. «Καθίστε», πρόσθεσε συνεχίζοντας να κοιτάζει τα στήθια της γυναίκας. Το άρωμα της είχε μία απαλή δόση τριαντάφυλλου και γιασεμιών. Μακάρι να πήγαιναν όλα κατ’ευχήν σήμερα και να μπορούσε να γευτεί τους χυμούς του κορμιού της. Θα γινόταν η παντοτινή ερωμένη του, άλλωστε η σχέση με την υποτιθέμενη σχεδιάστρια μόδας είχε λάβει τέλος. Δεν έβρισκε κάποιο ενδιαφέρον πάνω της πια. Ταυτοχρόνως, η Αλεξάνδρα Μανόλοφ που στεκόταν μπροστά του θα μπορούσε σίγουρα να χρησιμοποιηθεί ως φωτομοντέλο στην καμπάνια εσωρούχων που ετοίμαζε. Μ’έναν σπάρο δυο τρυγόνια.

Η Έλεν αντιλήφθηκε την έλξη που ασκούσε. Δεν κάθισε αμέσως. Άφησε τον θαυμαστή της να εξερευνήσει κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Όταν κύλησε ο απαραίτητος χρόνος κάθισε στην καρέκλα της. Αμέσως, εμφανίστηκε ένας σερβιτόρος που κρατούσε στα χέρια του ένα πανάκριβο κρασί. Είπε το όνομά του καθώς γέμιζε το ποτήρι της. Το αγνόησε. Είχε περισσότερη σημασία να διερευνήσει εξονυχιστικά τον χώρο, να δει πόσοι ήταν κυρίως οι άνδρες που φύλαγαν το αφεντικό τους. Δεν πρόλαβε όμως να μετρήσει τους πάντες. Ο συνοδός της σήκωσε το ποτήρι του κι έκανε μια πρόποση. «Στην αρχή μιας σημαντικής σχέσης», είπε χαμογελώντας. Ρούφηξε λίγο κρασί και πρόσθεσε «Το κρασί έχει μια πικάντικη γεύση. Μοιάζει κάπως μ’ εσένα». Είχε χαθεί τόσο σύντομα το γ’ πληθυντικό πρόσωπο. Τα πήγαινε καλά.

Η Μόργκαν χαμογέλασε και έβαλε τον κατάλογο μπροστά στο πρόσωπό της. Ο εφοπλιστής ήταν αηδιαστικός. Ευτυχώς, δεν θα ζούσε για να αντικρίσει την επόμενη μέρα. Έδιωξε τις αρνητικές σκέψεις. Επικεντρώθηκε στα φαγητά του καταλόγου. Το βλέμμα της σταμάτησε στο πιάτο «SCALOPPINE DI VITELLO GORGONZOLA» και στο «FILETTO DI MANZO MADAGASCAR». Το πρώτο ήταν Σκαλοπίνια από μοσχαράκι γάλακτος με τυρί γκοργκονζόλα και κρέμα, ενώ το δεύτερο φιλέτο από μοσχάρι με πράσινο πιπέρι και κρέμα γάλακτος. Τα σκαλοπίνια, δηλαδή οι λεπτές φέτες μοσχαρίσιου φιλέτου που θα ψήνονταν στο τηγάνι (λογικά) μαζί με την κρέμα γάλακτος έδειχναν να είναι η καλύτερη δυνατή επιλογή. Έφερε στον νου της την τελευταία φορά που έφαγε κάτι αντίστοιχο. Ήταν πριν από ένα χρόνο σ’εκείνη την αποστολή κοντά στο δάσος του Φρίουλι που έπρεπε να εξαφανίσει εκείνον τον πράκτορα της Οργάνωσης. Από τότε είχε κληρονομήσει ένα σημάδι βαθειάς χαρακιάς στο αριστερό της πλευρό.

Θα το συνδύαζε μαζί με μια σαλάτα «INSALATA SPINACI», που αποτελούταν από σπανάκι, ντοματίνια, μπέικον, τυρί γκοργκοντζόλα, κουκουνάρι και μπαλσάμικο.

Ο άνδρας κάλεσε τον σερβιτόρο να λάβει την παραγγελία. Υποκλίθηκε ελαφρώς, μάζεψε τους καταλόγους και κατευθύνθηκε προς τη  κουζίνα. Το φαγητό τους δεν θα αργούσε πολύ. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους θα έφτανε μπροστά τους σε περίπου ένα τέταρτο. Το πιο ανησυχητικό κομμάτι δεν ήταν ότι είχε ελάχιστο χρόνο στη διάθεσή της, αλλά ότι ο σερβιτόρος έριχνε διαρκώς κλεφτές ματιές προς το μέρος του και οι τέσσερεις άνδρες ασφαλείας διατηρούσαν μία ικανοποιητική απόσταση αναμεταξύ τους. Ήταν σχεδόν αδύνατο να τους σκοτώσει όλους και να επιβιώσει.


Πείραξε λίγο τα μαλλιά της και  ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της. Φρόντισε οι ματιές της να αποπνέουν έναν έντονο ερωτισμό. Εφόσον δεν μπορούσε να τον σκοτώσει εντός του χρόνου που είχε οριστεί από την Οργάνωση έπρεπε να τον συντροφεύσει μετά το δείπνο στο κρεβάτι. Εκεί θα είχε όσο χρόνο ήθελε για να τον σκοτώσει. Θέλησε να μιλήσει στον πομπό που είχε στο δεξί της αυτί για να ενημερώσει τα κεντρικά. Τελικά, δεν το έκανε. Δεν έπρεπε να τραβήξει την προσοχή του προσωπικού.

Ελευθέρωσε το δεξί της πόδι από το τακούνι. Βάλθηκε να αγγίζει τον καβάλο του επιχειρηματία. Έπιανε συνήθως αυτό το τέχνασμα.

Με το που τον άγγιξε το πρόσωπό του πήρε μια αλλόκοτη ηδονική έκφραση. Κατέβασε το αριστερό του χέρι κάτω από το τραπεζομάντηλο και τη χάιδεψε. «Σε λίγο μωρό μου θα γίνω δικιά σου», είπε σιγανά χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Εκείνη έκλεισε παιχνιδιάρικα τα βλέφαρά της χαρίζοντάς του παράλληλα ένα πεταχτό φιλί.

Ο σερβιτόρος διέκοψε τα ερωτικά μηνύματα. Εναπόθεσε με χάρη τα πιάτα μπροστά στους δύο ολότελα συνδαιτυμόνες. Η γυναίκα τοποθέτησε μπροστά το κρέας που είχε σκεπαστεί από την κρέμα γάλακτος. Η μυρωδιά που απόπνεε ήταν παραδεισένια. Έκοψε στα δύο το πρώτο φιλετάκι σχετικά εύκολα. Προτού βάλει το κρέας στο στόμα της φρόντισε να κάνει μία πρόποση υπέρ του ευγενικού οικοδεσπότη της. Έπειτα, το οδήγησε στον ουρανίσκο της. Τα σαγόνια της έκλεισαν κομματιάζοντας το μοσχάρι. Η υφή του κρέατος και το ψήσιμο ήταν το λιγότερο αριστουργηματικό. Τα συναισθήματα που πυροδότησε ήταν τόσο έντονα που έμοιαζαν στη γυναίκα σαν να έκανε έρωτα μ’έναν επιδέξιο εραστή.

Η κάψα που της είχε δημιουργηθεί έπρεπε να σταματήσει. Βρισκόταν σε αποστολή. Όλες τις οι κινήσεις όφειλαν να θυμίζουν μια καλογραμμένη χορογραφία. Δεν επιτρέπονταν λάθη. Έτσι, με το πιρούνι της τσίμπησε σπανάκι και μερικά ντοματίνια. Αυτή η γλυκόπικρη γεύση που θα προσέδιδε στη σαλάτα το μπαλσάμικο θα την επανέφερε στον επίγειο κόσμο. Όντως, μείωσε κάπως τη λίμπιντο. Έπιασε εύθραυστα το ποτήρι με το κρασί. Το έφερε στα χείλη της. Τα έβρεξε και στη συνέχεια τα έγλειψε προκλητικά.

Ο Βασίλης Χούτος παρακολουθούσε με απόλυτη προσήλωση τη γυναίκα. Ένιωθε το πάθος του να φουντώνει ολοένα και περισσότερο. Η Ρωσίδα που στεκόταν απέναντί του ήταν σίγουρα η ωραιότερη γυναίκα που είχε αντικρίσει. Οι κινήσεις της θα μπορούσαν εύκολα να  παρομοιαστούν μ’ εκείνες μια πορσελάνινης κούκλας. Ήταν απίστευτα εύθραυστες και το δέρμα της τόσο λείο και φωτεινό. Έπρεπε οπωσδήποτε να τη ρίξει στο κρεβάτι του. Δεν τον ένοιαζε αν τον έπαιρνε χαμπάρι η σύζυγός του ή η ερωμένη του. Μπροστά του καθόταν ένα από τα σπουδαιότερα δημιουργήματα του Θεού. Θα ήταν αμαρτία να μην γευτεί τους χυμούς του. Ρίχτηκε με τα μούτρα στο φαγητό. Όσο πιο γρήγορα τελείωναν τόσο πιο κοντά θα βρισκόταν στην πολυπόθητη συνεύρεση.

Η Αλεξάνδρα τελείωσε το φαγητό της. Σκούπισε με την κατάλευκη πετσέτα τα ζουμερά της χείλη. Ο οικοδεσπότης της συνέχιζε να τρώει με λαιμαργία. Ίσως το υπέροχο φαγητό να του είχε ανοίξει την όρεξη, ωστόσο, βαθιά μέσα της έδραζε η ιδέα ότι απλά διεκπεραίωνε ένα έργο. Ήθελε να προχωρήσει μια ώρα αρχύτερα προς το επιδόρπιο.


«Θα πάω στην τουαλέτα να φρεσκαριστώ λίγο», ανακοίνωσε φροντίζοντας να σηκωθεί από τον θρόνο της με τρόπο ώστε να δίνει έμφαση στις καμπύλες της. Πηγαίνοντας προς τις τουαλέτες συνειδητοποίησε ότι ένας μπράβος την ακολουθούσε από κοντά. Αυτό ήταν που ήθελε εξαρχής. Έκανε πως παραπάτησε και βρέθηκε στο πάτωμα. Το δεξί τακούνι της είχε φύγει. Έβγαλε ένα σιγανό αναφιλητό κι έπιασε τον αστράγαλό της. Ο μπράβος την προσέγγισε μονομιάς και την βοήθησε να σηκωθεί. «Μπορείς να με πας μέχρι την τουαλέτα», ρώτησε αφήνοντας ένα ψεύτικο δάκρυ να τρέξει. Εκείνος συμφώνησε. Λίγο προτού μπει στις τουαλέτες των γυναικών έφτιαξε τα μαλλιά της. Αφαίρεσε ένα από τα δύο τσοπ στικς που κράταγαν την κοτσίδα της. Τράβηξε το κάλυμμα αποκαλύπτοντας ένα λεπτό μαχαίρι. Το έμπηξε αστραπιαία στο λαιμό του άνδρα. Δεν πρόλαβε να βγάλει άχνα, έπεσε άψυχος στο πάτωμα. Άρπαξε το πιστόλι του και έχωσε το πτώμα σε μία από τις τουαλέτες. Είχε έρθει η ώρα να σκοτώσει τον εφοπλιστή.      

Βγήκε ξανά στην ταράτσα. Σημάδεψε τον άνδρα που καθόταν μονάχος στο τραπέζι. Λίγο προτού πατήσει όμως τη σκανδάλη ακούστηκε ο ήχος πυροβολισμού από το απέναντι κτίριο. Η σφαίρα βρήκε στην καρδιά τον Χούτο. Η Μόργκαν πρόλαβε να δει έναν ελεύθερο σκοπευτή να μαζεύει τα πράγματά του. Δεν άνηκε στην Οργάνωση. Θέλησε να επικοινωνήσει με τα κεντρικά, αλλά συνειδητοποίησε ότι κάτι μπλόκαρε τις κλήσεις. Έπρεπε να εξαφανιστεί προτού καταλάβουν τι είχε κάνει. Έχωσε το όπλο κάτω από το φόρεμά της και αρχίνησε να τσιρίζει υστερικά. Εμφανίστηκαν τρία άτομα μονομιάς. Έσπευσαν να τη βοηθήσουν να αποχωρήσει από τον χώρο. Έτρεμε και συνέχιζε να βγάζει ουρλιαχτά. Λίγο πριν φτάσει στην έξοδο του ξενοδοχείου άκουσε έναν άνδρα να προσπαθεί να την παρηγορήσει.

Διάβηκαν την έξοδο και μπροστά της εμφανίστηκε ένα ταξί. Μπήκε μέσα έχοντας μειώσει τον βόμβο που προκαλούσε. «Τουλάχιστον ο Χούτος είναι νεκρός», είπε ο υποτιθέμενος ταρίφας. «Το ξέρω», απάντησε η γυναίκα χαμογελώντας σαρδόνια.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου