Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Άγιος Βασίλης στον καθρέφτη


Ένιωσε τις νιφάδες του χιονιού να ακουμπoύν το λείο λευκό της δέρμα. Μόλις έφευγε από το γραφείο. Είχε εργαστεί για περίπου δέκα ώρες συνεχόμενα. Δεν ένιωθε τα πόδια της. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί και βημάτιζε μηχανικά, σχεδόν άψυχα. Κοίταξε ψηλά τα σύννεφα με το γκριζωπό τους χρώμα. Παραμονή Πρωτοχρονιάς και δεν θα έβγαινε έξω. Θα πέρναγε το υπόλοιπο της μέρας της μπροστά από την τηλεόραση παρακολουθώντας κανένα χάπενιγκ, κυρίως για την αντίστροφη μέτρηση. Το 2014 έπρεπε να φύγει μια για πάντα από την ταραγμένη της ζωή. Είχε αφήσει ανεξίτηλες χαραγματιές στο κορμί της. Έρωτες που είχαν περάσει, παρατημένα πρότζεκτ και η μοναξιά που εξακολουθούσε να τη στοιχειώνει μέχρι σήμερα. Είχε πάρει τη θέση του εραστή της στο ημίδιπλο κρεβάτι που είχε αγοράσει πριν από πέντε χρόνια, τότε που τα οικονομικά της πήγαιναν καλύτερα. Όλα πήγαιναν καλύτερα στο παρελθόν.

Ένα αμάξι πέρασε από δίπλα της. Βυθίστηκε μέσα στην τεράστια λακκούβα με το παμβρώμικο ύδωρ. Την έλουσε από το κεφάλι μέχρι τα πόδια. Σιχτίρισε και προσπάθησε να εκτιμήσει τη ζημιά που είχε γίνει. Οι καφετιές της μπότες είχαν γίνει μούσκεμα, όπως και το πανωφόρι της.

Με το δεξί της χέρι άγγιξε απαλά τα χείλη της. Ένιωσε τη ρυπαρότητα του νερού να μολύνει το καλύτερο σημείο πάνω της. Η Ειρήνη είχε ζουμερά και τρυφερά χείλη που μπορούσαν να σε πάνε στα ουράνια μονάχα μ’ένα μισοάγγιγμα  που θα θύμιζε κατά έναν περίεργο τρόπο φιλί. Μια στιγμή ευτυχίας σ’έναν κόσμο όπου καθημερινά τα στοιχειά μαζί με τα φαντάσματα πλήθαιναν λόγω της διόγκωσης του σκότους. Δεν είχε διπλασιαστεί μόνο εσωτερικό σκοτάδι του ασυνείδητου που είχε βαλθεί να επιβληθεί στο είναι της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και το εξωτερικό. Μια κοινωνία που κατέρρεε απότομα γκρεμίζοντας τις ελπίδες και τα όνειρα σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.

Ένιωσε το κρύο να τρυπάει το δέρμα της. Έφτασε προς την καρδιά της. Αισθάνθηκε ένα δυνατό κρύο χέρι να την τυλίγει. Το ρίγος της υπέβαλε να τιναχτεί σπασμωδικά. Μετακίνησε το χέρι από τα χείλη στο κεφάλι. Έπιασε το μέτωπό της. Είχε ανέβει η θερμοκρασία της ή μήπως όχι; Έπρεπε να πάει σπίτι της, να χουχουλιάσει στον κόκκινο καναπέ της που με τα χρόνια είχε απολέσει τη ζωντάνια του.

Έφτασε μπροστά από τη μεγάλη ημιγυάλινη πόρτα της πολυκατοικίας της. Προτού βγάλει το κλειδί από την τσέπη του ξεθωριασμένου παντελονιού της, ένιωσε μία απότομη κίνηση από πίσω της. Γύρισε μονομιάς το κεφάλι. Δεν υπήρχε τίποτα. Κι όμως είχε ακούσει μια αλλόκοτη ένρινη φωνή να μιλάει. Έλεγε ακαταλαβίστικες προτάσεις. Γράπωσε το κλειδί και το προέταξε μπροστά της σαν φονικό εργαλείο, καθώς διερευνούσε τα περίχωρα της εισόδου.

Μια σκιά παρουσιάστηκε στα αριστερά της. Είχε τη μορφή μιας ολοστρόγγυλης μπάλας με κοφτερά δόντια. Κρύος ιδρώτας ξεκίνησε να διατρέχει κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Ποθούσε να ουρλιάξει, αλλά δεν έπρεπε. Δεν ήξερε ακριβώς γιατί, ωστόσο, η φωνή του ασυνείδητου ήταν ξεκάθαρη. «Πρέπει να παραμείνεις ήρεμη και να μην βγάλεις άχνα», της ψιθύρισε συνωμοτικά. Έκλεισε απότομα τα βλέφαρά της. Ένιωσε τις νιφάδες να προσγειώνονται πάνω στον γκρίζο σκούφο της. Ενθυμήθηκε μερικές ευτυχισμένες στιγμές από πεπερασμένους καιρούς, τότε που όλα ή τουλάχιστον σχεδόν όλα ήταν ομορφότερα. Εισέπνευσε μία γερή δόση καθαρού αέρα. Ο ιδρώτας μαζί με τον τρόμο την εγκατέλειψαν.  Άνοιξε τα μάτια της. Η σκιά είχε εξαφανιστεί. «Πρέπει να αρρωσταίνω», εκστόμισε κουρασμένα καθώς έστριβε το κλειδί της κεντρικής εισόδου.


Οι μεντεσέδες έτριξαν ελαφρώς. Δεν έδωσε σημασία, είχε να ασχοληθεί με πολύ σημαντικότερα ζητήματα. Προτού πέσει στον καναπέ όφειλε να τηλεφωνήσει στους γονείς της. Τα τελευταία τρία χρόνια δεν βρίσκονταν οικογενειακώς ούτε τα Χριστούγεννα. Τους ήταν δύσκολο να έρχονται από τη Γερμανία στην Ελλάδα. Ευτυχώς βέβαια που βρίσκονταν εκεί και δεν χρειαζόταν να ανέχονται αυτή την κατήφεια και την παρακμή που επικρατούσε στην πατρίδα τους.

Έδιωξε τις δυσάρεστες σκέψεις εκστομίζοντας ορισμένες ακατάληκτες κουβέντες. Πάτησε το κουμπί για να καλέσει τον καινούριο ανελκυστήρα της πολυκατοικίας. Τους είχε κοστίσει μία ολόκληρη περιουσία. Εβδομήντα ευρώ κοινόχρηστα είχε πληρώσει, αλλά χαλάλι του. Το προηγούμενο ασανσέρ ήταν ετοιμόρροπο. Ήταν ευτύχημα που δεν είχαν θρηνήσει κάποιο θύμα.

Οι πόρτες άνοιξαν. Εισχώρησε στο εσωτερικό σκοντάφτοντας. Έριξε την πλάτη της πάνω στο γυαλί που κοσμούσε το βάθος του θαλάμου και πάτησε τον αριθμό έξι. Ύστερα, λύγισε τα πόδια της. Κάθισε στο δάπεδο. Είχαν εξασθενήσει όλες εκείνες οι δυνάμεις που την κράταγαν όρθια. Γιατί έπρεπε να δουλεύει μέχρι αργά την Παραμονή της Πρωτοχρονιά; Αναρωτήθηκε άσκοπα πειράζοντας τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. Ξάφνου, τα φώτα του θαλάμου έσβησαν. Ο ανελκυστήρας έπαψε να λειτουργεί. Είχε εγκλωβιστεί στο εσωτερικό. Αρχικά δεν αντέδρασε. Είχε καρφώσει το βλέμμα της στα κλεισμένα παραθυρόφυλλα. Ακόμα κι αν κατάφερνε να τα ανοίξει ήξερε ότι από πίσω θα έβρισκε έναν κιτρινωπό τοίχο. Έπρεπε να βρει δύναμη να καλέσει βοήθεια.

Έχωσε αδύναμα τα χέρια της αλλεπάλληλες φορές στις τσέπες του πανωφοριού της. Αναζητούσε το κινητό της. Μετά από κάμποσες ανεπιτυχείς προσπάθειες αντιλήφθηκε ότι βρισκόταν στη δεξιά τσέπη του παντελονιού της. Το άγγιξε με τα τρεμάμενα χέρια της. Φύσηξε και ξεφύσησε. Είχε αρχινήσει να πιστεύει ότι μειωνόταν το οξυγόνο στον θάλαμο. Θέλησε να βγάλει μια σπαρακτική κραυγή, μα τελευταία στιγμή δάγκωσε τα χείλη της. «Ψυχραιμία κούκλα μου», ψιθύρισε αλλόκοτα στον εαυτό της. Έπιασε ξανά το μέτωπό της. Έκαιγε. Είχε σίγουρα πυρετό. Πέρασε τον αντίχειρά της πάνω από την οθόνη των πέντε ιντσών για να ξεκλειδώσει το κινητό. Την πρώτη φορά απέτυχε. Η δεύτερη στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία. Πληκτρολόγησε τον αριθμό της διαχειρίστριας της οικοδομής. Το τηλέφωνο δεν χτύπησε ποτέ. Δεν είχε σήμα.  Έλεγξε τις μπάρες στα δεξιά της οθόνης. Κανονικά θα έπρεπε να μπορούσε να τηλεφωνήσει. Κάτι δεν πήγαινε καλά.

Έβαλε τη λειτουργία του φακού. Φώτισε τον εσωτερικό χώρο. Τριγύρω της υπήρχαν ανεξήγητα πολλές σκιές. Έριξε το φως πάνω τους χωρίς όμως αποτέλεσμα. Εκείνες συνέχιζαν να τη κοιτάνε στα μάτια υπομονετικά. Περίμεναν να συμβεί κάτι. Γύρισε απότομα και στράφηκε προς τον καθρέφτη του θαλάμου. Έριξε απαλά το φως πάνω του. Ήλεγξε εξονυχιστικά το είδωλό της. Έδειχνε κουρασμένη. Το χρώμα του προσώπου της είχε πάρει ένα ασπριδερό χρώμα, όμοιο μ’ όσων δεν άνηκαν πια στον κόσμο των ζωντανών. Έπιασε το σημάδι στο αριστερό της μάγουλο. Η παλάμη της γέμισε με αίμα. Από πού είχε προκύψει αυτή η πληγή;


Το κινητό γλίστρησε από τα ετοιμόρροπα χέρια της. Έγινε ένα με το πάτωμα δίχως να βγάλει κάποιον ήχο. Προσπάθησε να ουρλιάξει, μα από τον λάρυγγα δεν βγήκε κανένας ήχος. Είχε χάσει τη μιλιά της. Ο φόβος τρύπησε το περίβλημα που την προστάτευε. Ξεπέρασε τα εσωτερικά εμπόδια, νίκησε τους ιππότες και τους βασιλείς που φύλαγαν το είναι της γυναίκας. Φώλιασε μέσα της. Έγινε ο άρχοντάς της κι εκείνη μετατράπηκε σε μια άβουλη μαριονέτα. Η έλλειψη του φωτός διπλασίασε τις σκιές. Βούτηξε στο πάτωμα. Έπιασε το φως. Το έριξε στον καθρέφτη. Από κάποιο διαμέρισμα της πολυκατοικίας είχε ξεκινήσει να παίζει το τραγούδι της Μαράια Κάρει «All I Want For Christmas Is You». Χτύπησε βίαια τη συσκευή. Λειτούργησε. Πέταξε το φως της πάνω στο γυαλί. Τούτη τη φορά δίπλα στο είδωλό της στεκόταν μία σκιά με σκούφο και γένια. Της χαμογέλασε. «Φύγε», τσίριξε ελπίζοντας να την ακούσει κάποιος ένοικος.

Η σκιά εγκατέλειψε τον καθρέφτη. Τύλιξε τη γυναίκα και τότε τα πάντα σκοτείνιασαν. Ένιωσε να χάνει τις αισθήσεις της. Προσπάθησε να κουνήσει τα χέρια της, μάταια όμως. Και εκεί που έμοιαζαν όλα χαμένα άνοιξαν ξάφνου τα φώτα του θαλάμου. Η μηχανή πήρε μπρος κι ο ανελκυστήρας αρχίνησε πάλι το δρομολόγιό του. Έφτασε στον όροφο. Άνοιξε τις πύλες του χαρίζοντας στην Ειρήνη την ελευθερία της.

Με το ρίγος να την έχει καταβάλει και τα δόντια της να χτυπάνε μεταξύ τους σαν κομπρεσέρ έφτασε την πόρτα της γκαρσονιέρας της. Εγκατέλειψε για λίγο το κορμί της πάνω της. Ήθελε να βρει ξανά τις ανάσες της. Έριξε μια ματιά στο κινητό. Δούλευε κανονικά. Ήταν δέκα η ώρα ακόμα. Πως ήταν δυνατόν να μην είχε κυλήσει περισσότερος χρόνος; Δεν είχε παγιδευτεί στο ασανσέρ;

Εισχώρησε στο σπίτι της. Ρίχτηκε στον καναπέ. Έπιασε απαλά τη μάλλινη κουβέρτα. Τυλίχτηκε . Έκλεισε τα μάτια της και αφέθηκε σ’έναν βαθύ και σκοτεινό ύπνο. Τα όνειρα, οι σκέψεις, η γαλήνη και η ηρεμία απουσίαζαν. Δεν είχε κοιμηθεί ποτέ ξανά στη ζωή της τόσο άσχημα και το ανησυχητικό ήταν ότι πίστευε πως αυτός ήταν ο τελευταίος ύπνος της στον επίγειο κόσμο. Ένιωθε να μην είναι πια ο εαυτός της. Σαν να κατοικούσαν εντός της δύο οντότητες.

Πετάχτηκε απότομα. Η κουβέρτα βρέθηκε στο πάτωμα μαζί με δυο αρωματικά κεριά τριαντάφυλλο. Ο ιδρώτας είχε επιστρέψει. Το ρίγος με τον πυρετό ωστόσο είχαν εξαφανιστεί. Πάτησε το κόκκινο κουμπί στην άκρη του τηλεχειριστηρίου. Άνοιξε το χαζοκούτι. Έβαλε μία χαλαρή εκπομπή με δύο γνωστούς παρουσιαστές που προσφάτως είχαν καταφέρει να κερδίσουν κάμποση δημοσιότητα λόγω των σκανδάλων που είχαν ξεσπάσει σχετικά με την προσωπική τους ζωή. Όλα επίτηδες γίνονταν. Όλα για τη δημοσιότητα. «Και τώρα υποδεχτείτε τον Θάνο Αθανασιάδη», φώναξε με την μπάσα φωνή του ο γηραιότερος. Ετοιμάστηκε να αλλάξει κανάλι. Λίγο προτού πατήσει το κουμπί ακούστηκε ένας αλλόκοτος ήχος από το μπαλκόνι. Σηκώθηκε. Είχε επανακτήσει τις δυνάμεις της. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα απαλά. Δεν υπήρχε κανένας έξω. Συνέχιζε να χιονίζει. Ο κρύος αέρας είχε αυξήσει την έντασή του. Ρίπιζε το πρόσωπό της. Επέστρεψε στο εσωτερικό. Άνοιξε το κλιματιστικό.

Στάθηκε μπροστά από το μικρό ψυγείο, που είχε αγοράσει προσφάτως από ένα συνοικιακό μαγαζί με ηλεκτρικά είδη. Εξερεύνησε σαν άλλος Ινδιάνα Τζόουνς τους θησαυρούς που περιείχε. Άρπαξε την μπλε συσκευασία. Περιείχε ρέγκες με αντζούγιες και μια άσπρη πικάντικη σάλτσα. Το λάτρευε το συγκεκριμένο προϊόν. Έκοψε μερικές φέτες ψωμί και στάθηκε πάλι μπροστά από το μαύρο κουτί. Σε περίπου τριάντα λεπτά θα ξεκινούσε η αντίστροφη για το νέο έτος. Βούτηξε το ψωμί στο εσωτερικό της πλαστικής συσκευασίας. Αφού ποτίστηκε με τη σάλτσα το εναπόθεσε απαλά στον ουρανίσκο της. Ανοιγόκλεισε τα σαγόνια της. Κάθε φορά που έτρωγε το συγκεκριμένο φαγητό έπειθε τον εαυτό της να πάει την επομένη να αγοράσει τουλάχιστον άλλες τέσσερεις συσκευασίες.

Με το πιρούνι της έπιασε ένα μεγάλο κομμάτι ρέγκας. Έπειτα, έκοψε ένα κομμάτι ψωμί. Προτού το βουτήξει στη σάλτσα παρατήρησε ότι δίπλα από μία αντζούγια υπήρχε μια μικρή, στο μέγεθος πινέζας, αιμάτινη κηλίδα.  Το πιρούνι ξέφυγε από το καλό της χέρι. Βρέθηκε πάνω στο χαλί. Άγγιξε την πληγή που είχε ανακαλύψει εντός του θαλάμου του ανελκυστήρα. Όλη της η παλάμη βάφτηκε κόκκινο. Πέταξε το φαγητό αλαφιασμένα. Βρέθηκε κι εκείνο δίπλα στο πιρούνι. Βρώμισε ένα μεγάλο μέρος του χαλιού. Το αγνόησε. Την είχε κυριεύσει ο πανικός. Διακτινίστηκε στην τουαλέτα. Κάτω από το έντονο φως του μικρού λαμπτήρα διέκρινε έναν τεράστιο κύκλο που κάλυπτε σχεδόν όλο το αριστερό της μάγουλο. Έσταζε αίμα. Άνοιξε το ντουλαπάκι. Εκεί φύλαγε μερικές γάζες, το μπεταντίν και το βαμβάκι. Προσπάθησε να μειώσει την αιμάτινη πλημμυρίδα.  Κάθε φορά που ακουμπούσε όμως την πληγή, το βαμβάκι εξαφανιζόταν. Γινόταν στάχτη.


Έστριψε το πόμολο της πόρτας για να βγει. Έπρεπε να καλέσει ασθενοφόρο. Όσο κυλούσε ο χρόνος τόσο αυξανόταν η αιμορραγία. Έριξε όλο της το βάρος στην πόρτα. Λογικά θα έπρεπε να μπορούσε να την ρίξει. Όσο κι αν προσπαθούσε εκείνη εξακολουθούσε να παραμένει στη θέση της. Δεν μετακινιόταν καθόλου. Ο μικρός χώρος της τουαλέτας είχε ποτιστεί πλέον από το αίμα της Ειρήνης. Οι πατημασιές της διέτρεχαν όλο το πάτωμα. Παρότι έχανε αίμα ένιωθε να διατηρεί τις δυνάμεις της. Μολαταύτα υπήρχε εκείνη η ενοχλητική αίσθηση ότι δεν ήταν ο μοναδικός ένοικος του σώματός της. Ξεκίνησε να κλαίει. Τα δάκρυα της προοδευτικά μετατράπηκαν σε επικίνδυνο χείμαρρο. Είχαν παρόμοια ένταση με την πτώση των κηλίδων από την πληγή της.

Όταν σταμάτησε τα αναφιλητά αντιλήφθηκε ότι τριγύρω της είχαν μαζευτεί πέντε ολοστρόγγυλες σκιές με μακριές γενειάδες και μακριούς σκούφους. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο πίστευε ότι είχε έρθει το τέλος της. Έριξε μια στερνή ματιά στον καθρέφτη. Ένας Άγιος Βασίλης με κόκκινα μάτια κάλυψε σχεδόν ολόκληρο το γυαλί. Χαμογελούσε καταχθόνια, ενώ με τα δύο κοντά του χέρια πείραζε την κατάλευκη γενειάδα του. «Κάθε Παραμονή Πρωτοχρονιάς παίρνω έναν άνθρωπο από τον κόσμο σου και τον μεταφέρω στον δικό μου, τον κάνω ουσιαστικά βοηθό μου. Αυτό είναι το δικό μου δώρο για όλη την ταλαιπωρία που αναγκαστικά βιώνω κάθε χρόνο», είπε με μια χοντρή, απόκοσμη φωνή που προκάλεσε έντονο τρέμουλο στην Ειρήνη.

«Τρία, δύο, ένα… Καλή χρονιά», έλεγαν οι φωνές των παρουσιαστών του γνωστού καναλιού καθώς οι σκιές άνοιγαν τα στόματά τους για να καταπιούν τη γυναίκα.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου