Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Πρωτοχρονιά στο γραφείο


Στεκόταν εδώ και μία ώρα μπροστά από τον πίνακα με τα κουτάκια, τους σταυρούς, τις υποσημειώσεις και τα τεράστια κόκκινα ερωτηματικά. Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς κι απ’ότι φαινόταν, θα πέρναγε όλο το βράδυ εκεί. Άλλωστε, δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει. Είχε χωρίσει πρόσφατα. Κάθε φορά που έβγαινε έξω σε πολυσύχναστα μέρη, θυμόταν την Άλεξ κι εκείνα τα καταπράσινα μάτια. Δυστυχώς, δεν είχε καταφέρει να την κρατήσει για πολύ καιρό κοντά του. Είχαν κλείσει μόλις πέντε μήνες σχέσης.

Έσβησε ένα ερωτηματικό και ρώτησε φωναχτά «Τι θα γίνει αν φύγει αυτός από εδώ;»
Όταν έκανε κάποιου είδους ανάλυσης, πάντα ρώταγε φωναχτά. Τον βοηθούσε να σκεφτεί γρηγορότερα. Αυτός ήταν κι ο βασικός λόγος που επέλεγε να βρίσκεται μόνος στο γραφείο όσες περισσότερες ώρες μπορούσε. Ήταν πιο παραγωγικός. Έφερνε αποτελεσματικότερα τα εκάστοτε μυστήρια στο φως. Αυτά τα μυστικά ήταν που δεν είχε αντέξει η Άλεξ. Της είχε εξηγήσει επανειλημμένως ότι δεν μπορούσε να δώσει πολλές πληροφορίες. Εκείνη όμως δεν καταλάβαινε. Πάντα τον αμφισβητούσε κι έκανε τρελές υποθέσεις. 

«Αυτός θα κινηθεί λίγο προς τα εδώ το 2016, οπότε τότε θα υπάρχει περισσότερος χρόνος για να δράσει ο εκάστοτε υποψήφιος. Επομένως εμείς θα πρέπει να αποτρέψουμε αυτή την κίνηση. Διαφορετικά, δεν θα έχουμε πολλά περιθώρια για να πιάσουμε τον Αλ Μπαμπ…»

Ξάφνου, σταμάτησε. Κάτι δεν έστεκε στις υποθέσεις που έκανε. Υπήρχαν σημαντικά κενά, που μπορούσαν να αποδειχτούν εξαιρετικά επικίνδυνα στο άμεσο μέλλον. Δάγκωσε το κάτω χείλος του και διερεύνησε το ύπαιθρο από το παράθυρο του γραφείου του. Επικρατούσε σχετική ησυχία. Ήταν τυχεροί που τα κεντρικά γραφεία της υπηρεσία βρισκόντουσαν έξω από την Ουάσιγκτον. Δεν του άρεσε η πρωτεύουσα της Αμερικής για κάποιον λόγο. Ίσως, να ήταν κι αυτός ένας λόγος που συνέβαλλε στον χωρισμό με την πρώην του.

Σήκωσε έναν κόκκινο φάκελο που βρισκόταν εδώ και περίπου τρεις ώρες στο γραφείο του, δίπλα ακριβώς από τους κίτρινους μαρκαδόρους του. Τον άνοιξε και μελέτησε λεπτομερώς το πρώτο έγγραφο. Είχε κάποιες σημαντικές πληροφορίες, αλλά και πάλι δεν έβγαζε κάποιο νόημα. Έπρεπε να βρει τον ιθύνοντα νου, το κατακόκκινο ερωτηματικό στο κέντρο του πίνακα.

Πάτησε το κεντρικό κουμπί στη βάση του κινητού του. Η οθόνη άναψε. Σε πέντε λεπτά ακριβώς θα έφευγε το 2015. Τη θέση του θα έπαιρνε το καινούριο έτος. Έπρεπε να βρει τη λύση προτού γίνει η αλλαγή. Το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του. Έτσι, άρχισε να πειράζει τα φύλλα που είχε μπροστά του. Λόγω βιασύνης του έφυγε ένα κι έπεσε στο πάτωμα. Ήταν ουσιαστικά το προφίλ ενός χαμένου στρατιώτη από το Αφγανιστάν.

Το έπιασε με τρεμάμενα χέρια και το κόλλησε στο κέντρο του πίνακα. Είχε βρει τον άγνωστο Χ της εξίσωσης ακριβώς την ώρα που άλλαζε ο χρόνος. Το ρολόι του κινητού του είχε ξεκινήσει να χτυπά δυνατά. Ο νεαρός Μάικλ Φλέτσερ, αναλυτής της CIA, όμως το αγνοούσε επιδεικτικά, καθώς ο χρόνος κυλούσε ταχύτατα. 

Σήκωσε μονομιάς το τηλέφωνο του γραφείου του και πληκτρολόγησε κάμποσα νούμερα. Έπρεπε να αναλάβουν δράση σύντομα…
 
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Στο μυαλό των πιο διάσημων ντετέκτιβ


Στις 9 του μηνός  είχα δημιουργήσει μία ανάρτηση που αναφερόταν εκτενώς στη διάκρισή μου στον διαγωνισμών των Εκδόσεων Μεταίχμιο με τον τίτλο «Στο μυαλό των πιο διάσημων ντετέκτιβ».  Μετά από κάμποσο καιρό είμαι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω την κυκλοφορία του e-book, το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε από εδώ και κοστίζει 5,99€.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον εκδοτικό οίκο για την άψογη συνεργασία που είχαμε και να ευχηθώ σε όλους μας καλή χρονιά!

Υ.Γ. Ελπίζω να σας αρέσει το διήγημά μου στο συγκεκριμένο συλλογικό έργο.

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Στο μυαλό των πιο διάσημων ντετέκτιβ


Πριν από περίπου έναν μήνα είχα τη χαρά να μάθω ότι ήμουν ένας από τους νικητές στον διαγωνισμό με τον τίτλο «Στομυαλό των πιο διάσημων ντετέκτιβ» που οργάνωσαν οι εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο κάθε συμμετέχοντας έπρεπε να εμπνευστεί από τους ντετέκτιβ του συγκεκριμένου εκδοτικού οίκου και να γράψει ένα διήγημα με όριο έκτασης τις 1.500 λέξεις.

Λόγω της αγάπης που έχω για τη γραφή και το έργο του Ίαν Ράνκιν, επέλεξα να δημιουργήσω μία σύντομη ιστορία με κεντρικό πρωταγωνιστή τον ήρωά του, Τζον Ρέμπους. Χρονικά, το διήγημα τοποθετείται λίγο μετά από το βιβλίο του «Οι Αναστημένοι», όπου βρίσκουμε τον Ρέμπους να έχει καταλήξει στη Σχολή Αξιωματικών Αστυνομίας της Σκοτίας για επανεκπαίδευση.


Φέρει τον τίτλο «Η Ανταλλαγή» και αναμένεται να κυκλοφορήσει το τέλος του 2015 σε ειδική ψηφιακή έκδοση από τις εκδόσεις Μεταίχμιο μαζί με τα διηγήματα άλλων 11 συμμετεχόντων:

1. Ξενοφών Φύτρος, Η τελευταία υπόθεση (Χάρι Χόλε του Jo Nesbo)
2. Χρύσα Βασιλείου, Φόνος στη Φιελμπάκα (Πάτρικ και Ερίκα της Camilla Lackberg)
3. Βασιλική Νάκου, Βρυξέλλες ώρα μηδέν (Άνικα Μπένγτζον της Liza Marklund)
4. Αλεξάνδρα Σταυριανίδη, Η Αν κληρονόμησε μόνο δηλητήριο (Φριεντρίκα Μπέργιμαν της Kristina Ohlsson)
5. Λένα Μαυρουδή-Μούλιου, Το αριστείο (Ρεμπέκα Μάρτινσον και Άννα-Μαρία Μέλα της Åsa Larsson)
6. Ισίδωρος Μαυρογεώργης, Σκοτεινός ήλιος (Ομάδα Άλφα του Arne Dahl)
7. Λέων Μακέλλης, ΜΑΑΡΝΤΑΜ, 2005 (Βαν Βέτερεν του Hakan Nesser)
8. Δέσποινα Χοχλακίδη, Η Λύτρωση (επιθεωρητής Έτλεντουρ του Arnaldur Indridason)
9. Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης, Η Ανταλλαγή (Τζον Ρέμπους του Ian Rankin)
10. Τζένη Θεοφανοπούλου, Decoding (Κέι Σκαρπέτα της Patricia Cornwell)
11. Αντώνης Μουστάκας, Τέσσερα χρώματα για τον Χάρη Νικολόπουλο (Χάρης Νικολόπουλος της Χίλντας Παπαδημητρίου)
12. Σωτηρία Κ. Βασιλείου, Της Μεταμορφώσεως (Παύλος Γ. της Μαρλένας Πολιτοπούλου)

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Ο θρύλος του Τζακ Ο’ Λάντερν


Μία από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες της γιορτής του Χάλογουιν είναι η σκαλιστή κολοκύθα του Τζακ Ο’ Λάντερν. Ποιος ήταν όμως ο Τζακ, ο ήρωας που έδωσε το όνομά του στο διασημότερο σύμβολο της συγκεκριμένης γιορτής; Αυτή είναι η ιστορία του:

Σύμφωνα με το μύθο, λοιπόν, ο Τζακ ήταν ένας αγρότης, μεθύστακας, κατεργάρης και τεμπέλης, αλλά πανέξυπνος. Η πονηριά του ήταν τόση, που κατάφερε να ξεγελάσει ακόμα και τον ίδιο τον Διάβολο. Όταν ο δεύτερος άκουσε τις φήμες για τα ‘σατανικά’ κατορθώματα του Τζακ, αποφάσισε να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια αν δικαίωνε τη φήμη του. Πραγματικά, τη Νύχτα των Αγίων Πάντων (τη Νύχτα του Χάλογουιν, δηλαδή) ο Διάβολος ανέβηκε στη Γη και συνάντησε τον Τζακ σ’ ένα λιθόστρωτο δρομάκι. Ο Τζακ κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα να πεθάνει κι έτσι ζήτησε από τον Διάβολο να του πραγματοποιήσει μια τελευταία επιθυμία. Εκείνος συμφώνησε κι έτσι ο Τζακ τον οδήγησε σε μια ταβέρνα, όπου ήπιε όσο περισσότερο ποτό μπορούσε ν’ αντέξει. Στη συνέχεια, έπεισε τον Διάβολο να μεταμορφωθεί σ’ ένα ασημένιο νόμισμα – προκειμένου να πληρώσει τον λογαριασμό – κι όταν εκείνος το έκανε, έχωσε το νόμισμα στην τσέπη του, η οποία περιείχε επίσης έναν σταυρό, που εμπόδιζε τον Διάβολο να αποδράσει. Εκείνος τότε, μην μπορώντας να κάνει αλλιώς, συμφώνησε στην απαίτηση του Τζακ να του χαρίσει άλλα δέκα χρόνια ζωής, προκειμένου να τον ελευθερώσει.

Όταν πέρασαν αυτά τα δέκα χρόνια και ο Τζακ συνάντησε ξανά το Διάβολο – και πάλι τη Νύχτα των Αγίων Πάντων – του ζήτησε μία ακόμα τελευταία χάρη – να φάει ένα μήλο. Ο Διάβολος έπεσε και πάλι στην παγίδα του Τζακ. Ανέβηκε στη μηλιά για να του κόψει ένα μήλο και τότε ο ήρωάς μας χάραξε στον κορμό του δέντρου ένα σταυρό –σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, έμπηξε σταυρούς γύρω από τον κορμό του δέντρου, σχηματίζοντας έναν κύκλο– με αποτέλεσμα να μην μπορεί εκείνος να κατέβει. Τότε ο Διάβολος πρότεινε στον Τζακ την εξής συμφωνία: αν τον ελευθέρωνε, δε θα δεχόταν τη ψυχή του στην Κόλαση, όταν πέθαινε. Ο Τζακ συμφώνησε και τον ελευθέρωσε.

Όταν ήρθε η ώρα του να πεθάνει όμως και πήγε στις πύλες του Παραδείσου, δεν του επετράπη η είσοδος, λόγω της έκλυτης ζωής που είχε κάνει, γεμάτη απάτες, ποτό και σκανδαλώδη συμπεριφορά. Τότε εκείνος πήρε το δρόμο που οδηγούσε στις πύλες της Κόλασης και όταν έφτασε εκεί, ζήτησε την άδεια να μπει. Ο Διάβολος όμως, τηρώντας την υπόσχεσή του, δεν του επέτρεψε την είσοδο ούτε κι εκεί. Ο Τζακ δεν είχε πλέον πουθενά να πάει. Ρώτησε τον Διάβολο τι έπρεπε να κάνει κι εκείνος του πέταξε μια σπίθα από τις φλόγες του Άδη, που δε θα καιγόταν ποτέ. Ο Τζακ σκάλισε ένα από τα γογγύλια που είχε μαζί του – μιας και ήταν το αγαπημένο του φαγητό – και έβαλε εκεί μέσα τη φλόγα. Έχοντας ως μοναδικό της οδηγό αυτό το αυτοσχέδιο φανάρι για να της φωτίζει το δρόμο, η ψυχή του άρχισε να περιπλανιέται για πάντα στα πέρατα της γης, ανάμεσα στον κόσμο του καλού και του κακού, ψάχνοντας ένα μέρος έτσι ώστε να μπορέσει επιτέλους να αναπαυθεί…


Όταν, τον 18ο αιώνα, οι Ιρλανδοί μετανάστευσαν στην Αμερική, πήραν μαζί τους και τους θρύλους και τα έθιμά τους. Ένας από τους πιο αγαπημένους τους ήταν, φυσικά, ο θρύλος του Τζακ. Στο μεταξύ, τα γογγύλια της ιστορίας είχαν αντικατασταθεί από κολοκύθες – σύμφωνα και πάλι με το μύθο, ήταν το δεύτερο αγαπημένο φαγητό του Τζακ – και στις ΗΠΑ επικράτησε να σκαλίζουν κολοκύθες. Εκτός από τη διατήρηση του θρύλου, πίστευαν πως αυτή η τρομακτική σκαλισμένη μορφή επάνω στην κολοκύθα, σε συνδυασμό με το αναμμένο κερί μέσα της, θα κρατούσε έξω από το σπίτι τα κακά πνεύματα και γι’ αυτό τις τοποθετούσαν κυρίως στα παράθυρα και τις πόρτες τους.

Παρ’ όλο που σήμερα η γιορτή του Χάλογουιν έχει κυρίως ψυχαγωγικό χαρακτήρα, πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ακόμα σ’ αυτήν τη δεισιδαιμονία κι έτσι τοποθετούν τις κολοκύθες τους ως «φύλακες» κοντά στις εισόδους των σπιτιών τους.

Με το πέρασμα των χρόνων, οι μορφές που μπορεί να δει κάποιος σκαλισμένες σε κολοκύθες είναι πλέον άπειρες – από ήρωες του Ντίσνεϊ μέχρι διάφορα αντικείμενα, όπως βιβλία, αυτοκίνητα, σπίτια κ.α. Επίσης, πολλά από τα πρόσωπα που επιλέγουν κάποιοι να σκαλίσουν χαμογελούν χαρούμενα, θυμίζοντας καλοκάγαθες φωτισμένες φιγούρες. Όμως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να συγκριθεί με την αυθεντική, παραδοσιακή φιγούρα του Τζακ Ο’ Λάντερν – με τα μοχθηρά μάτια, το κενό, γεμάτο κακία βλέμμα και το διαβολικό, φαφούτικο χαμόγελό του. Τη φιγούρα που αποτελούσε, αποτελεί και θα συνεχίσει να αποτελεί την μεγαλύτερη εμβληματική μορφή της γιορτής του Χάλογουιν, τη φιγούρα που θα δώσει το σύνθημα πως η γιορτή έχει αρχίσει και πως εκείνη είναι η απόλυτη αρχηγός της. Φάρσα ή Κέρασμα;

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Έτγκαρ Κέρετ – Ταξί

Από την πρώτη στιγμή που μπήκαμε σ’ αυτό το ταξί, είχα ένα κακό προαίσθημα. Και δεν ήταν επειδή ο ταξιτζής μού ζήτησε όλο ανυπομονησία να δέσω τη ζώνη ασφαλείας του παιδιού στο πίσω κάθισμα, τη στιγμή που το είχα ήδη κάνει, ούτε επειδή μούγκρισε κάτι που ακούστηκε σαν βρισιά όταν του είπα ότι πάμε στο Ραμάτ Γκαν. Παίρνω πολύ συχνά ταξί, οπότε έχω συνηθίσει τους παλιοχαρακτήρες, τη ζοχάδα, την ανυπομονησία, τους λεκέδες από ιδρώτα στις μασχάλες. Αλλά υπήρχε κάτι στον τρόπο που μιλούσε αυτός ο συγκεκριμένος ταρίφας, κάτι μεταξύ του να ξεσπάσει βίαια και ταυτόχρονα να βάλει τα κλάματα, που με έκανε να νιώθω περίεργα. Ο Λεβ δεν είχε κλείσει ακόμα τα τέσσερα, και πηγαίναμε στο σπίτι της γιαγιάς. Σε αντίθεση μ’ εμένα, δεν του καιγόταν καρφάκι για τον ταρίφα και εστίαζε την προσοχή του στα ψηλά, απαίσια κτίρια, που δεν έπαυαν να του χαμογελούν σε όλο το μήκος του δρόμου. Σιγοτραγουδούσε το Yellow submarine, με λόγια που έβγαζε απ’ το μυαλό του και ακούγονταν σχεδόν σαν αγγλικά, κουνώντας στον αέρα τα κοντά ποδαράκια του με το ρυθμό. Σε κάποια φάση, το δεξί του πέδιλο χτύπησε το πλαστικό σταχτοδοχείο του ταξί, ρίχνοντάς το στο δάπεδο. Εκτός από ένα περιτύλιγμα τσίχλας, ήταν άδειο, όποτε δεν χύθηκε τίποτα. Είχα ήδη σκύψει να το μαζέψω, όταν ο ταξιτζής φρενάρισε απότομα, γύρισε προς το μέρος μας και, με τη μουτσούνα του κολλημένη στο πρόσωπο του τρίχρονου γιου μου, άρχισε να φωνάζει: «Ρε παλιόπαιδο! Μου ’σπασες το αμάξι, βλαμμένο, ε βλαμμένο!»

«Έι, είσαι με τα καλά σου;» φώναξα με τη σειρά μου στον οδηγό. «Να βάζεις τις φωνές σε ένα τρίχρονο μόνο και μόνο για ένα κομμάτι πλαστικό; Πιάσε το τιμόνι σου και ξεκίνα, αλλιώς, σου ορκίζομαι, την επόμενη εβδομάδα θα περιποιείσαι πτώματα στο νεκροτομείο του Αμπού Καμπίρ, γιατί το δίπλωμά σου θα έχει πάει περίπατο, κατάλαβες;» Βλέποντάς τον στο τσακ να πει κάτι, πρόσθεσα: «Σκάσε και οδήγα».

Ο ταρίφας μού έριξε ένα βλέμμα όλο μίσος. Η πιθανότητα να μου σπάσει τα μούτρα και να χάσει τη δουλειά του πλανιόταν στον αέρα. Την εξέτασε σοβαρά για κάμποση ώρα, πήρε βαθιά ανάσα, γύρισε στο τιμόνι, έβαλε πρώτη και ξαναξεκίνησε.

Στο ραδιόφωνο, ο Μπόμπι ΜακΦέριν τραγουδούσε το Dont worry, be happy, αλλά εγώ απείχα πολύ από το να είμαι ευτυχισμένος. Έριξα μια ματιά στον Λεβ. Δεν έκλαιγε, και παρόλο που είχαμε κολλήσει στην κίνηση και πηγαίναμε σαν χελώνες, όπου να ’ναι θα φτάναμε στων γονιών μου. Προσπάθησα να βρω μια ακτίνα φωτός που θα έκανε λίγο πιο ευχάριστη αυτή τη διαδρομή σκέτη κρεμάλα, αλλά δεν βρήκα τίποτα. Χαμογέλασα στον Λεβ και του ανακάτεψα τα μαλλιά. Με κοίταξε έντονα χωρίς να μου ανταποδώσει το χαμόγελο. «Μπαμπάκα», ρώτησε, «τι είπε ο κύριος;»

«Ο κύριος», βιάστηκα να απαντήσω σαν να μην έτρεχε τίποτα, «είπε ότι όταν είμαστε μέσα σε ένα ταξί, πρέπει να προσέχουμε πώς κουνάμε τα πόδια μας για να μη σπάσουμε τίποτα».

Ο Λεβ κούνησε με σοβαρότητα το κεφάλι, κοίταξε από το παράθυρο και ένα δευτερόλεπτο αργότερα ξαναρώτησε: «Κι εσύ τι του είπες του κυρίου;»

«Εγώ;» ρώτησα για να κερδίσω χρόνο. «Εγώ είπα στον κύριο ότι είχε απόλυτο δίκιο, αλλά ότι θα έπρεπε να πει ό,τι είχε να πει ήρεμα και ευγενικά κι όχι να φωνάζει».

«Αλλά κι εσύ του φώναξες», παρατήρησε ο Λεβ μπερδεμένος.

«Το ξέρω», είπα, «και δεν ήταν σωστό. Και μάλιστα, ξέρεις κάτι; Τώρα θα πω στον οδηγό ότι μετάνιωσα και θα του ζητήσω συγγνώμη».

Έσκυψα μπροστά τόσο, ώστε το στόμα μου άγγιζε σχεδόν τον χοντρό, μαλλιαρό σβέρκο του ταρίφα, και είπα δυνατά, σχεδόν σαν να απήγγελλα: «Κύριε οδηγέ, σας ζητώ συγγνώμη που σας φώναξα, λυπάμαι, δεν ήταν σωστό». Όταν τέλειωσα, γύρισα στον Λεβ και του ξαναχαμογέλασα ή, τουλάχιστον, προσπάθησα να χαμογελάσω. Κοίταξα από το παράθυρο· μόλις είχαμε ξεφύγει από το μποτιλιάρισμα στην οδό Ζαμποτίνσκι· το πιο δύσκολο ήταν πια πίσω μας.

«Όμως, μπαμπά», συνέχισε ο Λεβ βάζοντας το χεράκι του πάνω στο γόνατό μου, «τώρα ο κύριος πρέπει να ζητήσει κι από μένα συγγνώμη και να μου πει ότι μετάνιωσε».

Κοίταξα τον ταξιτζή μπροστά μας, ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Ήταν φανερό ότι άκουγε όλα όσα λέγαμε. Αλλά ήταν ακόμα πιο φανερό ότι το να του ζητήσεις να πει συγγνώμη σε ένα τρίχρονο πιτσιρίκι δεν ήταν και η καλύτερη ιδέα. Δεν χρειαζόταν να παρατραβήξω το σχοινί. «Γλυκέ μου», είπα σκύβοντας πάνω από τον Λεβ, «είσαι ένα πανέξυπνο αγοράκι και ξέρεις ήδη ένα σωρό πράγματα για τον κόσμο, αλλά δεν τα ξέρεις όλα. Και ένα από τα πράγματα που δεν ξέρεις ακόμα είναι ότι το να πει κάποιος πως μετάνιωσε και να ζητήσει συγγνώμη είναι ίσως από τα πιο δύσκολα πράγματα. Και άμα αυτός ο κάποιος κάνει κάτι τόσο δύσκολο ενώ οδηγάει μπορεί να είναι πολύ, πάρα πολύ επικίνδυνο. Γιατί, την ώρα που προσπαθεί να πει συγγνώμη, μπορεί να του συμβεί κανένα ατύχημα. Αλλά, ξέρεις κάτι; Δεν νομίζω πως χρειάζεται να ζητήσουμε από τον οδηγό να πει ότι μετάνιωσε, γιατί και μόνο που τον βλέπω, μπορώ να πω ότι λυπάται για ό,τι έκανε».

Είχαμε ήδη μπει στην οδό Μπιάλικ – έμενε μόνο να στρίψουμε δεξιά στη Νόρνταου κι έπειτα αριστερά στην Αλέα Μπε’έρ. Σε ένα λεπτό το πολύ, θα φτάναμε. «Μα, μπαμπάκα», είπε ο Λεβ σουφρώνοντας τα μάτια, «εγώ δεν βλέπω να λυπάται». Εκείνη τη στιγμή, στη μέση της ανηφόρας στη Νόρνταου, ο ταξιτζής φρενάρισε ξανά και σήκωσε χειρόφρενο. Γύρισε πίσω και κόλλησε το πρόσωπό του στο μουτράκι του γιου μου. Δεν είπε τίποτα, μόνο κοίταξε τον Λεβ μες στα μάτια, και μετά από μια ατέλειωτη στιγμή μουρμούρισε μέσα από τα δόντια: «Πίστεψέ με, μικρέ, μετάνιωσα, μετάνιωσα χίλιες φορές!»

Από το νέο βιβλίο του Έτγκαρ Κέρετ Επτά χρόνια ευτυχίας που κυκλοφορεί σε μετάφραση της Μάγκυ Κόεν.

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

μια μικρή επανάσταση


[μίνως-αθανάσιος καρυωτάκης]

Χόρευε εδώ και περίπου 3 ώρες, σχεδόν συνεχόμενα. Αραιά και πού έκανε ένα μικρό διάλειμμα για να ελέγξει ξανά τις ανάσες της. Λάτρευε τον χορό. Μπορούσες να το δεις στα κατάμαυρα μάτια της. Κάθε φορά που ερχόμουν στο μαγαζί καθόμουν απέναντί της. Συνήθως δεν τραβούσε το ενδιαφέρον των πελατών κι έτσι μου δινόταν τακτικά η ευκαιρία να χαζεύω κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Ταξίδευα από τα μακριά, εξίσου μαύρα μαλλιά της, μέχρι και τα δάχτυλα των ποδιών της. Ήταν τόσο όμορφα σμιλεμένα, που τα ζήλευα.

Αντιστοίχως όμορφα, σχεδόν ανάγλυφα, έμοιαζαν να είναι και τα λεπτά δάχτυλα των χεριών της. Κατά τη διάρκεια του χορού, άρπαζε κάποια φτερά. Τα κουνούσε τόσο επιδέξια που στα μάτια μου έμοιαζε με χελιδόνι. Δεν ξέρω γιατί την παρομοίαζα με χελιδόνι. Ίσως να είναι επειδή δεν ξέρω πολλά πτηνά ή γιατί για κάποιον ανεξήγητο λόγο λάτρευα πάντα τα χελιδόνια. Έχουν μια φινέτσα και συγχρόνως μία δύναμη. Ξέρουν να θέτουν όρια, παραμένοντας πάντα ευγενικά. 

     Έτσι ήταν και η Ιζαμπέλα. Μου είχε βάλει όρια. Αδυνατούσα να την πλησιάσω πολύ. Μια με δυο φορές τα είχα καταφέρει, έχοντας καταναλώσει παραπάνω από μισό μπουκάλι βότκας. Το αλκοόλ με βοηθάει να απελευθερώνομαι από τα δεσμά της προσωπικότητάς μου. Παίρνω πολύ πιο εύκολα ρίσκα, γίνομαι αρκετά αγκαλίτσας και μιλάω ακατάπαυστα.

Πάνε δύο μήνες που μπαίνω στο «Je taime» αποκλειστικά για εκείνη. Πίνω λίγο κι ύστερα φεύγω. Δεν έχω βρει τη δύναμη να της πω όλα αυτά που νιώθω. Είναι δύσκολο να προσεγγίσεις κάποιον και να του πεις ότι θέλεις να ξοδέψεις την υπόλοιπη ζωή σου μαζί του. Είναι κατά κάποιον τρόπο σκληρό, ακόμα κι αν πιστεύουμε όταν το ξεστομίζουμε ότι είναι η απόλυτη ερωτική φράση. 

Έχω μπει στα τριάντα μου κι ακόμα δεν μπορώ να αποδεχθώ τον εαυτό μου. Δυστυχώς, δεν φταίει μόνο ότι είμαι σχεσάκιας, αλλά και ο κοινωνικός περίγυρός μου. Ξέρω ότι αν μάθουν ορισμένα μυστικά μου, δεν θα θέλουν να μου μιλήσουν ξανά.

Τα χείλη της είναι μωβ. Φοράει κραγιόν βατόμουρο. Το λατρεύω. Η γεύση που δίνει στα φιλιά είναι εθιστική και ηδονική. Πρέπει επιτέλους να κάνω το μεγάλο βήμα. Πρέπει να της εξομολογηθώ τα συναισθήματά του.

Χτυπάει το τηλέφωνο.

«Έλα ρε συ Μαρία, που χάθηκες;»
«Δεν μπορώ να μιλήσω τώρα. Θα σε πάρω σε λίγο. Έχω να κάνω κάτι».
«Τι έχεις να κάνεις πάλι, μωρή βλαμμένη;»

«Να διεκδικήσω το αυτονόητο, λίγο έρωτα κι αγάπη».
«Ω, δεν ήξερα ότι είσαι με γκόμενο! Σε κλείνω, καλή επιτυχία».

«Δεν είναι γκόμενος, αλλά γκόμενα», μονολογώ. Προχωρώ προς τη σκηνή και για πρώτη φορά στη ζωή μου νιώθω ότι κάνω κάτι επαναστατικό. Αποδέχομαι τον εαυτό μου.

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Η αυθαιρεσία που έχει το όνομα Public.gr


Το 2012 όταν είχα ξεκινήσει τη συνεργασία μου με τις Εκδόσεις Σαΐτα και κατά συνέπεια την ελεύθερη διακίνηση των βιβλίων μου με άδειες Creative Commons, δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι τα Public.gr θα έπαιρναν αυθαίρετα τα έργα μου και θα τα τοποθετούσαν στο σύστημά τους έναντι αντιτίμου. Αν πατήσετε εδώ και εδώ θα δείτε ότι έχουν τιμή 0,90€ από 1€ και παρουσιάζονται ως εξαντλημένα.

Αυτή η αυθαίρετη κίνηση, που μπορεί να είναι απόρροια πάμπολλων λόγων, ζημιώνει εμένα, τον εκδοτικό οίκο και όλους τους ανθρώπους που συνέβαλλαν στη δημιουργία αυτών των έργων. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι εμπλέκομαι κι εγώ ως συντελεστής σελιδοποίησης σε κάποια έργα άλλων συγγραφέων, τα οποία φέρεται να πουλούσε στο παρελθόν η γνωστή αλυσίδα.

Έτσι, τίθενται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ερωτήματα (τα δανείζομαι από την ανάρτηση στο προφίλ της στο Facebook της εξαίρετης συγγραφέως Ευρυδίκης Αμανατίδου):

Ø  Με ποιο δικαίωμα καταχωρεί αυτόν τον τίτλο με τιμή πώλησης και από κάτω με την ένδειξη εξαντλημένο;
Ø  Πόσο εξαντλημένο μπορεί να είναι κάτι το οποίο διατίθεται δωρεάν στο διαδίκτυο για να το διαβάσει όποιος επιθυμεί;
Ø  Και επειδή το Public δεν πουλάει ψηφιακά βιβλία, τι εννοεί; Ότι έχει τον τίτλο σε έντυπη μορφή ή τον είχε κάποτε; Και μάλιστα με τιμή πώλησης;  
Ø  Τέλος, πόσο έχει ωφεληθεί ο ιστότοπος από τη φερόμενη διάθεση βιβλίων σε τόσο χαμηλή τιμή;  


Περιμένω μία δημόσια συγγνώμη και μια σοβαρή αιτιολόγηση από το Public.gr, διαφορετικά θα αναγκαστώ να διαφυλάξω τη δουλειά μου μέσω της νομικής οδού.

Υ.Γ. Όποιος δει, βιβλίο μου από τις Εκδόσεις Σαΐτα να πωλείται, παρακαλώ να μου το αναφέρει και βεβαίως όποιος προχωρεί σε τέτοιου είδους αυθαιρεσίες να ξέρει ότι θα με βρει αντιμέτωπο. Το Μια σειρά από τρομαχτικά γεγονότα αν ήθελα θα μπορούσα να το είχα εκδώσει και από άλλον εκδοτικό οίκο. Είμαι υπέρ της ελεύθερης διακίνησης του βιβλίου σε μια χώρα που δεν έχει αναγνώστες. Χρέος μας είναι να μάθουμε στον κόσμο την αξία της λογοτεχνίας και της ανάγνωσης. Το βιβλίο είναι πολιτισμός κι όχι εμπόρευμα.