Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Ταξίδι στον κόσμο των Χριστουγέννων

Τον Γιώργο Χατζηκυριάκο δε θα τον βρεις στους επίγειους κόσμους, σ’ εκείνους που οι άνθρωποι καταπιάνονται μονάχα με την καθημερινότητα και τις υλικές απολαύσεις. Θα πρέπει να μεταφερθείς μαζί του σε κόσμους μαγικούς που συχνά τείνουν να μοιάσουν παραμυθένιοι. Κάπως έτσι κι εγώ, βρέθηκα μαζί με τη Φωτεινή και τον Λούκα να περπατάω μέσα στο κατάλευκο χιόνι ανάμεσα σε καλικάντζαρους, ποντικανθρώπους και στα υπόλοιπα πλάσματα που συνθέτουν τη Νοέλα, τη χώρα που έχει πάντα Χριστούγεννα.
Τον συνάντησα στο μπαρ ενός φωτεινού πανδοχείου. Καθόταν δίπλα στον θαυματοποιό Τόμας και το μαγικό του φαναράκι. Στα χέρια του κρατούσε ένα κρίκετ με άφθονη μπύρα. «Ήρθα για τη συνέντευξη» είπα αμήχανα καθώς έβγαζα τον κόκκινο σκούφο μου. Αποκάλυψα το μαγνητοφωνάκι και ξεκινήσαμε τη συζήτηση σχετικά με τη λογοτεχνία και τα Χριστούγεννα…
-Πότε καταλάβατε ότι έχετε κλίση προς τη λογοτεχνία και θελήσατε να ασχοληθείτε εντατικότερα με τη συγγραφή;
Είναι μάλλον οικογενειακή υπόθεση. Ο πατέρας μου, όσο ζούσε, έγραφε μανιωδώς. Άφησε πίσω του τεράστιο υλικό από διηγήματα, ποιήματα και στίχους. Φυσικά δεν κέρδισε ποτέ τίποτα από αυτό, αλλά το έκανε. Εγώ συνεχίζω το έργο που εκείνος ξεκίνησε. Γράφω από δέκα χρονών κι όσο κι αν προσπάθησα να σταματήσω για να αφιερωθώ σε κάτι άλλο, δεν τα κατάφερα. Πάντα θα υπάρχει μια ιστορία που θα περιμένει να τη συνεχίσω ή μια λευκή κόλλα που θέλει γέμισμα με κάτι νέο.
-Πως προέκυψε η σειρά βιβλίων Το Τραγούδι του Χρόνου;
Αρχικά ήθελα να γράψω μια διαφορετική χριστουγεννιάτικη ιστορία στην οποία θα υπερίσχυε το επικό στοιχείο και η περιπέτεια. Η Νοέλα ξεκίνησε να φτιάχνεται στο μυαλό μου όταν είδα μια βιτρίνα με χριστουγεννιάτικα στολίδια και παιχνίδια. Στην πορεία ανακάλυψα πως πίσω από αυτή τη γιορτή υπάρχει μια τεράστια συλλογή από θρύλους και παραδόσεις που φτάνουν μέχρι τα αρχαία χρόνια. Η συλλογή αυτή –την οποία ονομάζω χριστουγεννιάτικη μυθολογία– μεγάλωσε τον κόσμο της Νοέλα συνεπώς και το ταξίδι του Λουκά και της Φωτεινής που πρωταγωνιστούν στο Τραγούδι του Χρόνου.
-Στο πρώτο βιβλίο, «Η χώρα των χαμένων ευχών», γνωρίζουμε τον χριστουγεννιάτικο κόσμο που ακούει στο όνομα Νοέλα και μαθαίνουμε για τον Χρόνο που απειλεί τη χώρα. Πιστεύετε ότι ο χρόνος είναι τόσο αμείλικτος όσο παρουσιάζεται στο βιβλίο;
Ίσως ο Χρόνος να είναι διαφορετικός στη σκέψη του καθενός. Κάποιοι μπορεί να τον βλέπουν σαν φίλο, κάποιοι σαν σοφό, κάποιοι σαν κλέφτη, κάποιοι σαν γιατρό. Εμένα πάντα με ξένιζε, με φόβιζε και με μελαγχολούσε. Ο Χρόνος καταπατά, παραποιεί, παρασέρνει, καταστρέφει, ερημώνει, σκορπίζει, κλέβει, διαβρώνει, αποδυναμώνει, αρρωσταίνει, γερνάει, αποκαλύπτει. Δε νομίζω ότι κάποτε θα καταφέρω να συμφιλιωθώ μαζί με έναν τέτοιο κατακτητή.
-Γιατί επιλέξατε οι κεντρικοί ήρωες της σειράς, Φωτεινή και Λουκάς, να είναι παιδιά;
Είναι γεγονός ότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται καλύτερα τη μαγεία των Χριστουγέννων από ότι οι μεγάλοι. Η γιορτή αυτή έχει μια ιδιαίτερη μυσταγωγία στην οποία τα παιδιά συμμετέχουν. Περιμένουν να κλείσει το σχολείο, να καθίσουν στο σπίτι, να παίξουν, βγαίνουν για τα κάλαντα, γράφουν γράμματα στον Άγιο Βασίλη, παραφυλούν τη νύχτα της παραμονής για να δουν ποιος θα τους φέρει τα δώρα, διασκεδάζουν και κατά συνέπεια στεναχωριούνται όταν βλέπουν το δέντρο να ξεστολίζεται στο τέλος των γιορτών. Μια τέτοια παράλληλη δράση είναι και η ιστορία της Νοέλα που, στην περίπτωση του Τραγουδιού, μαζί με διάφορες περιπέτειες, σχετίζεται με την πορεία προς την ενηλικίωση (coming of age). Ο Λουκάς και η Φωτεινή δεν θα μείνουν για πάντα παιδιά και το ξέρουν. Όπως τελειώνουν οι γιορτές έτσι τελειώνει και η ανεμελιά των παιδικών χρόνων. Κι όμως, οι δυο μικροί ήρωες, αγωνίζονται να σώσουν ότι μπορούν από την αθωότητα τους και να το κρατήσουν όταν φτάσουν στο κατώφλι της ενηλικίωσης όπου θα έρθουν αντιμέτωποι με τον αληθινό κόσμο.
-Ποια είναι η υπόθεση του δευτέρου βιβλίου, «Το Ρολόι του Κόσμου»;
Καθώς ξεκινά το δεύτερο βιβλίο βρίσκουμε το κορίτσι που βρήκαν οι ήρωες στο τέλος του πρώτου βιβλίου να πετά πάνω από το Νοέλα. Καθώς κατευθύνεται προς τη Χειμέρια, τη Χώρα των Χιονιάδων, βλέπει ορδές από καλικάτζαρους και ποντικανθρώπους να εισβάλουν στις φιλήσυχες χώρες του Έβεργουις. Πάνω σε αυτό το ξέσπασμα του πολέμου ο Λουκάς και η Φωτεινή, που περιμένουν την επιστροφή του Σιρ Κλάους στο Όρναμεντ μαζί με την οικογένεια Γουίνθροπ, ετοιμάζουν ένα ριψοκίνδυνο ταξίδι ως το μυστηριώδες Κοιμισμένο Καμπαναριό όπου υποτίθεται πως θα βρουν τη χαμένη τους ευχή και τον τρόπο να γυρίσουν πίσω στην Τσιμεντούπολη, την πατρίδα τους. Όπως και στο πρώτο βιβλίο έτσι και στο δεύτερο, η πορεία τους αλλάζει και οι περιπέτειες διαδέχονται η μία την άλλη ενώ νέοι χαρακτήρες κάνουν την εμφάνιση τους όπως ο παραμυθάς Χανς Άντερχιπ και ο Νούριελ, ο αινιγματικός Άγγελος των Δρόμων.
-Για ποιους λόγους αποφασίσατε να εκδώσετε «Το Ρολόι του Κόσμου», μέσω της πλατφόρμας Lulu;
Ο εκδοτικός που ανέλαβε την έκδοση του Τραγουδιού ήρθε αντιμέτωπος με πολλά προβλήματα τόσο στη διακίνηση όσο και στην προώθηση του βιβλίου. Επί δυο χρόνια τοΤραγούδι του Χρόνου έπασχε σε θέματα διαφήμισης και διάθεσης ενώ έλειπε τόσο από τις λίστες με τα χριστουγεννιάτικα και τα νεανικά βιβλία όσο και από τα ράφια των βιβλιοπωλείων. Όσο για το δεύτερο βιβλίο, η έκδοση του θα καθυστερούσε με αποτέλεσμα να έχανε για ακόμα μια χρονιά την περίοδο των Χριστουγέννων όπως συνέβη το 2011 που κυκλοφόρησε αργοπορημένα. Για αυτούς αλλά και για μερικούς ακόμη λόγους αποφάσισα να συνεχίσω μόνος, με τη βοήθεια των καλών μου φίλων, Λευτέρη Κεραμίδα και Ευθυμία Δεσποτάκη, που ανέλαβαν την επιμέλεια, και τον Νίκο Δελιγκάρη που σχεδίασε το εξώφυλλο. Η Lulu έκανε όλα τα υπόλοιπα.
-Ποια είναι η γνώμη σας για την αυτοέκδοση;
Πιστεύω ότι κάνει κακό σε έναν νέο συγγραφέα επειδή δεν του δίνει την υποστήριξη που ένας μεγάλος εκδοτικός οίκος μπορεί να του προσφέρει. Στην αυτοέκδοση, ναι μεν είσαι ελεύθερος να φτιάξεις το βιβλίο σου όπως επιθυμείς, όμως στην προώθηση και τη διακίνηση, είσαι χαμένος από χέρι… και μάλιστα το δικό σου. Προσπάθησα να αποφύγω αυτή τη διαδικασία αλλά στη δεδομένη στιγμή δεν είχα άλλη επιλογή.
-Γιατί ο Έλληνας δε διαβάζει βιβλία φαντασίας;
Επειδή δε διαβάζει γενικώς. Ο Έλληνας τη βρίσκει με το «Φανταστικό», όμως το έχει συνδυάσει με το θέαμα και την εικόνα. Προτιμά λοιπόν να πάρει σβάρνα τις ταινίες και τα βιντεοπαιχνίδια με φανταστικό περιεχόμενο, ακόμα και να γράψει μια δική του ιστορία, παρά να διαβάσει ένα μυθιστόρημα. Κι αν το κάνει, θα επιλέξει τα βιβλία των πιο διάσημων συγγραφέων του είδους ή κάτι που να σχετίζεται με τα παραπάνω, δε θα ψάξει για κάτι νέο. Γενικά ο Έλληνας αποφεύγει το νέο, μέχρι να βρεις τον κατάλληλο τρόπο να του το σερβίρεις και τότε γίνεται οπαδός. Ποιος δεν θυμάται την ιστορία με τον Καποδίστρια και τις πατάτες;
-Τι σημαίνει για σας ο όρος συγγραφέας;
Ο συγγραφέας είναι κάτι σαν μάγος. Μεταμορφώνει τις λέξεις σε ανθρώπους, κόσμους, καταστάσεις και το αντίστροφο. Χρησιμοποιώντας αλήθεια δημιουργεί ψευδαισθήσεις. Κι αυτό πάλι μπορεί να το αντιστρέψει. Είναι ταχυδαχτυλουργός, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά. Μα και η κοινωνία σαν ταχυδακτυλουργό τον αντιμετωπίζει. Μερικοί νομίζουν ότι κάνει μαγικά, δηλαδή πράγματα ακατόρθωτα και τον θαυμάζουν. Άλλοι τον βλέπουν σαν τσαρλατάνο.
-Ποιο είναι το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων;
Είναι πολυσύνθετο. Από τη μία η Γέννηση συμβολίζει το δώρο της Ζωής. Από την άλλη –διότι ας μην ξεχνάμε πως πριν τα Χριστούγεννα υπήρχε το Χειμερινό Ηλιοστάσιο– το Φως που τελικά δεν έσβησε μέσα στα σκοτάδια του καταχείμωνου. Με μια λέξη: Ελπίδα. Αλλά δεν υπάρχει καμία ελπίδα για την ανθρωπότητα χωρίς Αγάπη και επί Γης Ειρήνη.
-Πιστεύετε στον Άγιο Βασίλη;
Η απάντηση βρίσκεται στους δυο μικρούς ήρωες του βιβλίου μου. Η Φωτεινή πιστεύει ενώ ο Λουκάς αρνείται κατηγορηματικά την ύπαρξη του, ακόμα κι όταν τον συναντά μπροστά του. Με απλά λόγια, ο μισός μου εαυτός, ο ονειροπόλος, τον αποδέχεται μα ο άλλος μισός, ο λογικός, όχι.
Γενικά θεωρώ ότι όλοι μας, τουλάχιστον οι περισσότεροι, μικροί-μεγάλοι, ξέρουμε ότι πρόκειται για ψέμα, αλλά μας αρέσει να το πιστεύουμε. Άλλωστε οι θρύλοι, οι μύθοι και οι παραδόσεις έχουν τόσο μεγάλη δύναμη που μοιάζουν πιο ζωντανοί από εμάς, τους κοινούς θνητούς.
-Έχετε κάποιο νέο εγχείρημα στα σκαριά;
Πέρα από το τρίτο βιβλίο της σειράς Το Τραγούδι του Χρόνου γράφω και κάποιες άλλες μικρότερες ιστορίες. Όλες ανήκουν στη σφαίρα του φανταστικού και στις περισσότερες πρωταγωνιστούν παιδιά. Σε αυτό με βοηθάει και η κόρη μου. Επίσης, ετοιμάζω μια ακόμα νεανική περιπέτεια που πρέπει επιτέλους να ολοκληρώσω μιας και έχει ξεκινήσει αρκετό καιρό πριν. Πρόκειται για την «Άνυα», ένα διασκεδαστικό μυθιστόρημα φαντασίας που διαδραματίζεται σε έναν τόπο που, αντίθετα με τη χειμερινή Νοέλα, έχει πάντα καλοκαίρι. Φόρος τιμής στις διακοπές των παιδικών και εφηβικών μας χρόνων και στο ελληνικό καλοκαίρι.
-Τι θα θέλατε να σας φέρει το 2015;
Οτιδήποτε ευχάριστο θελήσει εκείνο να μου δώσει, αρκεί να μην το μετανιώσει και το πάρει πίσω.
Σταμάτησα το μαγνητόφωνο. Η συνέντευξη είχε τελειώσει. «Μπορείς να επιστρέψεις πίσω στον κόσμο σου;» με ρώτησε γλείφοντας τα ξερά του χείλια. «Ναι, σας ευχαριστώ πολύ για όλα» απάντησα χαμογελώντας. Του είχα πει ψέματα. Ήθελα να χαθώ για λίγο στη Νοέλα, εκεί όπου μπορούσα να γίνω ξανά παιδί…
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που ένα αγόρι από τον Πειραιά ξεκίνησε να γράφει μια φανταστική ιστορία για μια παρέα παιδιών που ανοίχτηκαν στη θάλασσα ακολουθώντας έναν πειρατικό χάρτη.
Το αγόρι μεγάλωσε, σπούδασε και εργάστηκε σε διάφορα επαγγέλματα, ενώ στα 25 του έγινε πατέρας. Σήμερα, κι ενώ πλησιάζει τα 30, ζει με τη σύζυγο και την κόρη του στην πόλη που γεννήθηκε, και δουλεύει σε έναν χώρο γεμάτο βιβλία.
Μπορεί η πρώτη του ιστορία να μην ολοκληρώθηκε ποτέ, ακολούθησαν όμως πολλές άλλες, αρκετές από τις οποίες δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά (Συμπαντικές Διαδρομές, 2012, Mystery) και ανθολογίες (Θρύλοι του Σύμπαντος, Ονείρων Σκιές, Μετά τις 9), καθώς και στο Διαδίκτυο, μαζί με άρθρα για τη λογοτεχνία του φανταστικού και τη μουσική.
Το πρώτο βιβλίο της σειράς Το Τραγούδι του Χρόνου μπορείτε να το διαβάσετε και δωρεάν εδώ, ενώ το δεύτερο κυκλοφορεί αποκλειστικά από το Lulu.

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Ο ψηφοφόρος


Πάτησε το μικρό κόκκινο κουμπί και έκλεισε την τηλεόραση. Είχε βαρεθεί τις ειδήσεις. Όλη την ώρα έλεγαν τα ίδια. Την επομένη θα καλούταν να ψηφίσει και δεν είχε ιδέα τι έπρεπε να κάνει. Πέρα από την εντατική παρακολούθηση των ειδήσεων είχε ψάξει και στο διαδίκτυο τις θέσεις αρκετών κομμάτων. Με κάποια συμφωνούσε, αλλά δεν άνηκαν στα μεγάλα κόμματα. Αν τα ψήφιζε δεν θα κατάφερνε τίποτα, η ψήφος του πάλι στον πρώτο θα πήγαινε.
Κατευθύνθηκε προς την κουζίνα με αργά βήματα. Κοίταξε το ρολόι του. Σε λίγη ώρα έπρεπε να πάει για ύπνο. Τα παλιά τα χρόνια οι εκλογές ήταν γιορτή. Τώρα πια φάνταζαν σαν μια ενοχλητική υποχρέωση. Μακάρι μερικές αποφάσεις να μην ήταν τόσο δύσκολες. Αν έριχνε άκυρο ή λευκό; «Πάλι δεν κάνεις τίποτα ρε Φίλιππε», μουρμούρισε καθώς γέμιζε το ποτήρι του με νερό.
Επέστρεψε στον καναπέ του. Άνοιξε το πορτατίφ και βάλθηκε να διαβάζει τις προεκλογικές δηλώσεις ενός ακόμη κόμματος. «Κόκκινο για τις διαφωνίες και μπλε για τα σωστά», υπενθύμισε στον εαυτό του καθώς ξεκινούσε την ανάγνωση. Ο χρόνος όμως περνούσε και το χαρτί συνέχιζε να γεμίζει με κόκκινες υποσημειώσεις. Στο τέλος υπήρχαν μόνο πέντε προεκλογικές δηλώσεις που τον έβρισκαν σύμφωνο. «Ούτε αυτό μας κάνει», μονολόγησε κοιτώντας λυπημένα τους δείκτες του ρολογιού. Είχε έρθει η ώρα να ξαπλώσει. Αύριο ήταν η μεγάλη μέρα. Όφειλε να είναι ξεκούραστος.
Παράτησε τις σημειώσεις του και με γοργούς ρυθμούς ετοιμάστηκε και βρέθηκε στο κρεβάτι. Έδιωξε τις αμφιβολίες που του τριβέλιζαν τον νου κι έκλεισε τα μάτια. Κοιμήθηκε τόσο βαριά που την κρίσιμη μέρα δεν άκουσε το ξυπνητήρι. Ξύπνησε τρεις ώρες αργότερα απ’ότι είχε υπολογίσει. Αλαφιασμένος ετοιμάστηκε και μετά από λίγο βρέθηκε καμαρωτός στο εκλογικό κέντρο του μικρού χωριού.
Ήθελε να δείξει σε όλους τους συγχωριανούς του ότι ήταν ευσυνείδητος πολίτης και έκανε το καθήκον του. Δεν θα άντεχε την καζούρα στο καφενείο που σύχναζε. Εδώ όλα μαθαίνονταν. Αργά ή γρήγορα θα τον έπαιρναν χαμπάρι και αν τον έπιαναν στο στόμα τους αλίμονό του!

«Καλημέρα Κωστή», είπε χαρούμενα καθώς άρπαζε τα αμέτρητα ψηφοδέλτια των κομμάτων. Τράβηξε την κουρτίνα και βρέθηκε στο παραβάν. Άρχισε να ελέγχει γοργά τα ψηφοδέλτια. Όση ώρα καθυστερούσε έδινε αφορμή για αρνητικά σχόλια. Ο κυρ Φίλιππος πάντα ήξερε τι ήταν το σωστό για τη χώρα. Πάντα έκανε το σωστό ή τουλάχιστον έτσι πίστευε πριν από χρόνια προτού ξεσπάσει η οικονομική κρίση και ισοπεδώσει τις ζωές τους. Τόσα χρόνια ήταν με τους νικητές! Γιατί τότε ένιωθε ηττημένος και τον τελευταίο καιρό του φάνταζαν όλα μαύρα;
Πέρασε ξανά και ξανά τα ψηφοδέλτια από μπροστά του. Δεν μπορούσε να αποφασίσει! Ίδρωνε. Έπρεπε να αποφασίσει. Έπιασε το ψηφοδέλτιο με το μικρό κόμμα που συμφωνούσε περισσότερο. Δεν είχε σημασία αν θα ήταν με τους νικημένους ή τους ηττημένους αυτή τη φορά. Βασικά, ποτέ δεν υπήρχαν νικημένοι και ηττημένοι. Όλα στο μυαλό τους ήταν. Έκλεισε τον φάκελο. Βγήκε από το παραβάν και τον εναπόθεσε στην κάλπη.
«Τι ψηφίσατε κυρ Φίλιππε;», ρώτησε κλείνοντας το αριστερό μάτι ο Κωστής.
«Αυτό που έπρεπε», απάντησε ο γηραιότερος γαλήνια.
«Τι;», ρώτησε πιο έντονα εκείνος.
«Ψήφισα», είπε ο κυρ Φίλιππος βγαίνοντας από την αίθουσα. Αυτή τη φορά είχε κάνει το σωστό. Ήταν σίγουρος.

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

6 τρομακτικοί θρύλοι από όλο τον κόσμο


Ίσως τελικά ο φόβος να μην είναι και τόσο «ανεπιθύμητο» συναίσθημα. Αν αναρωτιέστε ποιοι «τρελοί» διαδίδουν αστικούς μύθους και λατρεύουν να ακούν τρομακτικές ιστορίες, σκεφτείτε ότι η βιομηχανία των κινηματογραφικών θρίλερ είναι μία από τις πιο επικερδείς. Κατά βάθος, μας αρέσει να τρομάζουμε.

Όταν μάλιστα ξέρουμε πως ο τρόμος είναι επίπλαστος, την ώρα που βρισκόμαστε στην ασφάλεια του σπιτιού μας ή της παρέας μας, τότε… μια συζήτηση περί τρομακτικών ιστοριών και η ανταλλαγή spooky αστικών θρύλων, όπως οι παρακάτω, δεν έβλαψαν ποτέ κανέναν. Ίσα-ίσα, προσφέρουν δόσεις σκοτεινής αλλά απολαυστικής διασκέδασης. Διαβάστε παρακάτω τέτοιες ιστορίες από όλο τον κόσμο… για να έχετε να λέτε.

*Το άγαλμα-κλόουν



Μια νεαρή babysitter που φροντίζει τα παιδιά ενός ζευγαριού τα έχει βάλει για ύπνο και κάθεται στο σαλόνι. Κάτι όμως… δεν την αφήνει να ησυχάσει. Τηλεφωνεί στο ζευγάρι και τους ζητά την άδειά τους να σκεπάσει το άγαλμα-κλόουν που έχουν στο δωμάτιο. «Απλώς με κάνει να ανατριχιάζω κάπως, μιας και είμαι μόνη μου», τους λέει. Το ζευγάρι παγώνει: «Ποιο άγαλμα;», την ρωτά ο πατέρας. «Δεν έχουμε κανένα άγαλμα στο σαλόνι. Πάρε τα παιδιά, πηγαίνετε στην γειτόνισσα και καλέστε την αστυνομία αμέσως», της φωνάζει. Εκείνη, αφού τα κάνει όλα αυτά, ξανακαλεί τον πατέρα της οικογένειας και τον ρωτά τι συμβαίνει. Εκείνος της εξηγεί ότι δεν έχουν στο σπίτι κανένα άγαλμα-κλόουν, και πως τα παιδιά τις τελευταίες μέρες παραπονιούνται πως ένας κλόουν τους παρακολουθεί όσο κοιμούνται. Φυσικά οι γονείς τους πίστεψαν πως απλώς πρόκειται για παιδικές φαντασιώσεις. Τι είχε όμως συμβεί στ’ αλήθεια;

Στην πραγματικότητα, το «άγαλμα» ήταν ένας άστεγος νάνος, ο οποίος είχε μεταμφιεστεί σε κλόουν και μην έχοντας πού να μείνει, μπήκε στο συγκεκριμένο σπίτι, το οποίο ήταν τόσο μεγάλο ώστε να μπορεί να αποφεύγει εύκολα «ανεπιθύμητες συναντήσεις». Όταν τον έπιασε η αστυνομία, μάλιστα, τους αποκάλυψε πως έμενε στο σπίτι επί δύο εβδομάδες. Τα βράδια πήγαινε στο παιδικό δωμάτιο, ενώ τις υπόλοιπες ώρες κρυβόταν σε άλλα δωμάτια. Την ώρα που η babysitter μπήκε στο σαλόνι, εκείνος δεν το περίμενε και για να μην τον αντιληφθεί «πέτρωσε» επιτόπου και παρίστανε το άγαλμα.

*Το πιστό σκυλί 



Βρισκόμαστε σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, όπου ζει ένα ζευγάρι με την όμορφη κόρη του και τον πιστό τους σκύλο-φύλακα. Μια μέρα το ζευγάρι φεύγει από την πόλη για δουλειές, και αφήνει την κόρη στο σπίτι, υπό το άγρυπνο βλέμμα του σκύλου τους. Το βράδυ, εκείνη ξαπλώνει στο κρεβάτι να κοιμηθεί και βάζει, όπως συνηθίζει, το χέρι της κάτω από το κρεβάτι, όπου περνά τα βράδια του ο σκύλος. Εκείνος της γλείφει το χέρι. Ωστόσο, η κοπέλα ακούει θόρυβο από σταγόνες που στάζουν και ξανασηκώνεται. Πηγαίνει στο μπάνιο, σφίγγει τις βρύσες καλά και επιστρέφει στο κρεβάτι. Ξαπλώνει και πάλι, βάζει το χέρι της κάτω από το κρεβάτι και ο σκύλος της γλείφει το χέρι.

Οι σταγόνες όμως ακούγονται ακόμα. Σηκώνεται, πηγαίνει και σφίγγει τις βρύσες όλου του σπιτιού και επιστρέφει. Ξαπλώνει, βάζει και πάλι το χέρι κάτω από το κρεβάτι και ο σκύλος το γλείφει. Ο θόρυβος εξακολουθεί να ακούγεται. Η κοπέλα σηκώνεται, αφουγκράζεται καλά και αντιλαμβάνεται ότι οι σταγόνες πέφτουν… μέσα στην ντουλάπα της. Τρέχει, ανοίγει την ντουλάπα και αντικρίζει ένα φρικιαστικό θέαμα: Ο σκύλος της κρεμασμένος, με αίματα να στάζουν στο κάτω μέρος της ντουλάπας. Εκεί, βρίσκει ένα σημείωμα, το οποίο λέει: «Και οι άνθρωποι γλείφουν». Εκείνη τη στιγμή, κάτω από το κρεβάτι της, εμφανίστηκε ο δολοφόνος… Αυτός ο αστικός μύθος αποτελεί μια ευφάνταστη παραλλαγή του γνωστού σημειώματος "Καλώς ήρθες στον κόσμο του AIDS" και έγινε «μόδα» ως γράμμα-αλυσίδα την δεκαετία του ’60.

*Η νύφη το ‘σκασε(;)



Ένα νεαρό ζευγάρι αποφασίζει να παντρευτεί και στήνει το γαμήλιο γλέντι στην παλιά αγροικία όπου μεγάλωσε η νύφη. Μετά το μυστήριο και το γλέντι, η παρέα του γαμπρού και της νύφης έχει μια πρωτότυπη ιδέα: Να παίξουν όλοι μαζί… κρυφτό. Όλοι δέχονται και τρέχουν να βρουν κρυψώνες. Στο τέλος του παιχνιδιού, όλοι έχουν βρεθεί, αλλά ένα πρόσωπο δεν αποκαλύφθηκε ποτέ. Ήταν η νύφη, που κανείς δεν μπορεί να τη βρει. Οι ώρες περνούν, και ακόμη δεν υπάρχει κανένα σημάδι της. Περνούν οι μέρες και ο γαμπρός τρομοκρατημένος καταφεύγει στην αστυνομία να δηλώσει την εξαφάνιση.

Ωστόσο ακόμη και η αστυνομία δεν την βρίσκει ποτέ. Αρκετά χρόνια αργότερα, η μητέρα της νύφης πεθαίνει. Ο άντρας της, αποφασίζει να ψάξει στα παλιά της πράγματα για να βρει ενθύμιά της. Ανεβαίνει λοιπόν στην επί χρόνια αχρησιμοποίητη σοφίτα της αγροικίας και πίσω από αρκετή σαβούρα, βρίσκει ένα παλιό μπαούλο. Το ανοίγει και βρίσκει μέσα… το σε πλήρη αποσύνθεση πτώμα της κόρης του. Αυτό που είχε συμβεί ήταν πως η νύφη είχε σπεύσει να κρυφτεί στο μπαούλο, αλλά όταν το καπάκι του έπεσε, οι παλιές κλειδαριές του μπλόκαραν και παγιδεύτηκε εκεί. Κανείς δεν σκέφτηκε να ψάξει στο μπαούλο και η κοπέλα έμεινε εκεί, βρίσκοντας τραγικό θάνατο.

*Το Μαύρο Volga 



Βρισκόμαστε στην Βαρσοβία το 1960, τότε που αρκετοί μάρτυρες έκαναν λόγο για ένα παλιό μαύρο αυτοκίνητο Volga, στο πίσω μέρος του οποίου έβλεπαν να γίνονται περίεργα πράγματα. Οι μαρτυρίες λένε για απαχθέντα παιδιά να βρίσκονται στο πίσω κάθισμα, με σοβιετικούς αξιωματούχους σκυμμένους από πάνω τους. Σύμφωνα με τον αστικό μύθο (ή την δυτική προπαγάνδα), υψηλά ιστάμενοι Σοβιετικοί αξιωματούχοι οδηγούσαν το μαύρο Volga μέχρι τη Μόσχα την δεκαετία του 1930, απάγοντας στον δρόμο νεαρά, όμορφα κορίτσια για να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές ορέξεις των αφεντικών τους, των μεγάλων στρατηγών.

Κάποιοι άλλοι λένε πως οι απαγωγές γίνονταν για να χρησιμοποιήσουν το αίμα των παιδιών για μεταγγίσεις σε πλούσιους ανθρώπους που έπασχαν από λευχαιμία. Σύντομα, ο μύθος εξαπλώθηκε και απέκτησε ακόμη πιο μυστηριώδεις εκδοχές. Σύμφωνα με αυτές, οδηγός του αυτοκινήτου είναι… ο ίδιος ο Σατανάς, ενώ συνεπιβάτες του είναι ιερείς, σατανιστές, ακόμη και βαμπίρ. Ποτέ κανείς δεν έμαθε την αλήθεια για το μαύρο όχημα.

*Ο θρύλος της Elisa Day 



Έχετε ακούσει το ντουέτο του Nick Cave με την Kylie Minogue, «Where the wild roses grow»; Τότε, έχετε ακούσει και τον αστικό μύθο για την Elisa Day, αφού ολόκληρο το τραγούδι είναι η εξιστόρησή του. Στην μεσαιωνική Ευρώπη, ζούσε η όμορφη αυτή γυναίκα, της οποίας η γοητεία και η ομορφιά λέγανε πως συγκρίνεται μόνο με τα άγρια κατακόκκινα ρόδα που φυτρώνουν στις όχθες του ποταμού. Κάποτε, έφτασε στην πόλη της ένας νέος άνδρας που την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα.

Βρέθηκαν επί τρεις ημέρες: Την πρώτη μέρα, την επισκέφθηκε στο σπίτι της. Την δεύτερη μέρα, της έφερε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και της ζήτησε να τον συναντήσει «εκεί που φυτρώνουν τα άγρια ρόδα». Την τρίτη μέρα, την συνάντησε στην όχθη του ποταμού. Εκεί, όταν κάποια στιγμή έστρεψε το κεφάλι της, εκείνος πήρε μια πέτρα και την χτύπησε, σκοτώνοντάς την. Εκείνη τη στιγμή της ψιθύρισε: «Όλη η ομορφιά πρέπει να πεθάνει» και την έριξε στο ποτάμι. Ο θρύλος λέει πως η Elisa Day συνέχισε να εμφανίζεται στην περιοχή, τριγυρνώντας με αίμα να στάζει από το κεφάλι της και με ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι.

*Το πηγάδι της Κόλασης 



Το 1989, Ρώσοι επιστήμονες αποφάσισαν να διανοίξουν μια τρύπα στον εξωτερικό φλοιό της Γης, στην περιοχή της Σιβηρίας, που έφτανε τα 14,5 χιλιόμετρα. Το γεωτρύπανο, κατά την διάνοιξη, έφτασε σε ένα μεγάλο «κούφωμα», μια κοιλότητα στην οποία η θερμοκρασία ξεπερνούσε τους 1.000 βαθμούς Κελσίου. Η μόνη επιλογή που είχαν οι επιστήμονες ήταν να κατεβάσουν μηχανικό εξοπλισμό μέχρι εκεί, τα οποία θα κατέγραφαν σήματα για όσο άντεχαν σε τέτοια θερμοκρασία. Το πρώτο σοκ ήρθε όταν το μικρόφωνο που έστειλαν, στα 17 ηχητικά δευτερόλεπτα που κατάφερε να ηχογραφήσει και να μεταδώσει στους επιστήμονες, λίγο πριν λιώσει, κατέγραψε απόκοσμες κραυγές, τις οποίες απέδωσαν στους καταδικασμένους της Κολάσεως.

Αρκετά μέλη από την ερευνητική ομάδα παραιτήθηκαν επιτόπου και έσπευσαν να φύγουν από την περιοχή. Όσοι έμειναν, βίωσαν και δεύτερο σοκ: Την νύχτα, σύμφωνα με τον θρύλο, από την τρύπα στη Γη εκλύθηκε φωτεινό αέριο, το οποίο σχημάτισε την εικόνα ενός φτερωτού δαίμονα, ενώ μέσα από φλόγες ξεπρόβαλε η πύρινη φράση «Σας έχω κατακτήσει» στα ρωσικά. Σήμερα, δεν υπάρχουν αμφιβολίες ότι πρόκειται για φαντασιοπληξίες, αλλά ο μύθος παραμένει ζωντανός ακόμη. 

Επιμέλεια: Γιώργος Κόκουβας

Πηγή

Ο Όρκος

Τράβηξε το σιδερικό από τη θήκη του και πυροβόλησε το κονσερβοκούτι. Ευτυχώς, το είχε πετύχει ακριβώς στο κέντρο, εκεί όπου είχε σημαδέψει. Οι κλειδώσεις των χεριών του τον πέθαιναν από τον πόνο. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο κρατούσε δυνατά το Κολτ. Από τότε που τον είχε τραυματίσει στο αριστερό χέρι ο Σμιθ, είχε χάσει την πίστη στην εκτελεστική δεινότητά του. Ο Γουίλλιαμ Σμιθ, ο πιο περιζήτητος καταζητούμενος της πολιτείας, ήθελε να τον σκοτώσει σ’ εκείνη τη συνάντησή τους στο Σαλούν. Είχε αστοχήσει όμως κι έτσι ο μάρσαλ Μαλόουν της είχε σκαπουλάρει. Σπανίως έχανε σε μονομαχίες, σπανίως του ξέφευγαν τα ρεμάλια που καλούταν να χώσει στη στενή.
Οι κανόνες του Γουέστ είχαν αλλάξει προσφάτως και δεν μπορούσε να τους σκοτώνει επί τόπου. Ήταν βέβαιος ότι θα κατάφερνε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, ωστόσο, τα τελευταία ανεπιτυχή αποτελέσματα φανέρωναν περίτρανα το αντίθετο. Ο ένας είχε ξεφύγει όταν τον αλυσόδεσε στο κελί του. Τον είχαν βοηθήσει οι σύντροφοί του. Μετά από ένα μήνα κυνηγητό τον έπιασαν βέβαια και τον έφεραν ενώπιον δικαστηρίου. Φυλακίστηκε για δέκα χρόνια. Αυτή η επιτυχία πίστευε ότι θα τρόμαζε τον Σμιθ. Δεν φανταζόταν σε καμία των περιπτώσεων ότι εκείνος θα αφήνιαζε περισσότερο. Είχε ληστέψει τρεις τράπεζες δολοφονώντας ισάριθμους υπαλλήλους κάθε φορά. Ύστερα, προέκυψε ο τραυματισμός του και το φευγιό.
«Θα σε πιάσω αυτή τη φορά», μονολόγησε ο γεροδεμένος άνδρας πυροβολώντας ξανά ένα κονσερβοκούτι. Τις τελευταίες μέρες είχε αποφασίσει να εξασκηθεί. Αισθανόταν ότι η ολιγοήμερη απραξία του μπορούσε να αποβεί μοιραία. Σκούπισε τον κρύο ιδρώτα από το μέτωπό του κι έβγαλε το καπέλου του. Οι μεσημεριάτικες αχτίδες του καυτού ηλίου θέριζαν εδώ και ώρα τη ξηρή περιοχή. Το καφετί άλογό του φαινόταν να θέλει να ποτιστεί. Έπρεπε να επιστρέψει στην πόλη και να αναλάβει τις ευθύνες του. Αρκετά είχε αφήσει την αποτυχία να τον στοιχειώσει. Ο μάρσαλ όφειλε να μην φοβάται κανέναν και να αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τους συμπολίτες του.
«Καλησπέρα Έρνεστ, πως είναι το χέρι σου;», ρώτησε ο στρουμπουλός ιδιοκτήτης του Σαλούν ρίχνοντας ένα διερευνητικό βλέμμα στον άνδρα.
«Μια χαρά είναι Τόμας», απάντησε αγέρωχα εκείνος. Κάτι είχε πάρει το αυτί του τελευταία ότι ο Τόμας Σόλο είχε πάρε δώσε με τους ντεσπεράντος της περιοχής. Δεν έπρεπε να του ξεφύγει οποιαδήποτε κουβέντα σ’αυτό τον άνθρωπό. Στο παρελθόν τον είχε εμπιστευτεί, ίσως να ήταν εκείνος που είχε κελαηδήσει στον Σμιθ για τη δεύτερη ληστεία. Ο εκπρόσωπος του νόμου δεν είχε μιλήσει σε κανέναν πέρα από τον Σόλο για τα σχέδιά του εκείνη τη φορά. Ήταν σίγουρος ότι θα τον τσάκωνε τον Σμιθ, αλλά εν τέλει την πάτησε. Είχε επιτεθεί στην τράπεζα που δεν φύλαγε και βρισκόταν χιλιόμετρα μακριά από τη μεγαλύτερη πόλη. Κάποιος του είχε μιλήσει, κατά πάσα πιθανότητα ο ιδιοκτήτης.
«Λοιπόν, όποτε μπορείς πέρνα από το Σαλούν να σε κεράσω μία μπύρα και να μιλήσουμε για ένα φλέγον ζήτημα», είπε ο άνδρας κλείνοντας το αριστερό του μάτι παιχνιδιάρικα. Δεν περίμενε την απάντηση του μάρσαλ. Τίναξε τη σκόνη από τα ρούχα του και κατευθύνθηκε προς το μαγαζί του.
Ο Έρενστ προβληματίστηκε με τη συμπεριφορά του. Τα παλιά χρόνια ο Τόμας ήταν ήσυχος και δεν έδινε κανένα δικαίωμα. Το ζεστό χρήμα που του άφηναν ενίοτε τα καθίκια που σύχναζαν στο Σαλούν παίζοντας μέχρι πρωίας πόκερ, τον είχε αλλάξει. Στα μάτια του καθρεφτιζόταν πια ένας επικίνδυνος κόσμος που δεν απείχε πολύ από εκείνον των ντεσπεράντος. Η πρόσκληση που του είχε απευθύνει μπορεί να ήταν και παγίδα. Μολαταύτα θα πήγαινε το βράδυ από εκεί. Δεν είχε επιλογή, τα ίχνη του θηράματός του είχαν χαθεί. Οι πληροφοριοδότες του φιλονικούσαν. Οι μισοί ανέφεραν ότι είχε πάει βόρια κι οι υπόλοιποι νότια.
Χτύπησε στα πλευρά το άλογό του για να αυξήσει την ταχύτητα του βηματισμού του. Έφτασε απέξω από το σπίτι του. Η πόλη του προσέφερε ένα δωμάτιο στο πιο φθηνό ξενοδοχείο μέχρι να έπαυε να φέρει τον τίτλο του. Είχε κρατήσει μερικά χρήματα ώστε να αγοράσει κάποιο μικρό σπίτι όταν θα αποχωρούσε από τη δουλειά. Ο καιρός πλησίαζε, το σώμα του είχε γεράσει και οι κινήσεις του είχαν επιβραδυνθεί σημαντικά. Έπιασε το πιάτο με τα φασόλια και το μισό καρβέλι ψωμί. Το βούτηξε στο ζουμί τους. Χωρίς να προκαλέσει ιδιαίτερους θορύβους καθάρισε το πιάτο. Το εναπόθεσε στη γωνία του επίπλου. Έβγαλε τις μπότες του. Έπλυνε τα χέρια του και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ξεντύθηκε και έκρυψε το πιστόλι κάτω από το σκληρό μαξιλάρι του. Άφησε την κούραση να τον παρασύρει σ’έναν βαθύ ύπνο.
Τον ξύπνησαν χτυπήματα στην πόρτα. Μονομιάς άρπαξε το Κολτ. «Περάστε», είπε φορώντας το παντελόνι του. Στο δωμάτιο μπήκε μια νεαρή κοπέλα με ξανθιά μακριά μαλλιά και θεληματικό πρόσωπο. «Σας έφερα νερό», ανακοίνωσε ρίχνοντάς του κάτι σαϊτιές που ακροβατούσαν ανάμεσα στον ερωτισμό και στην κυνικότητα. «Ευχαριστώ πολύ», είπε ο μάρσαλ καθώς την οδηγούσε στην πόρτα. Είχε κοιμηθεί αρκετά. Η νύχτα είχε ήδη σκεπάσει την πόλη. Η πλειοψηφία των μαγαζιών είχε σβήσει τα φώτα. Ο εντονότερος θόρυβος ερχόταν από τον προορισμό του.
Διάβηκε το κατώφλι του καταστήματος. Προς στιγμήν οι ιαχές των θαμώνων σταμάτησαν. Δεν έδωσε σημασία στη μη φιλική υποδοχή του. Είχε συνηθίσει να φέρνει πάνω του, όπου κι αν πήγαινε, τη ρετσινιά του νόμου. Πάλι καλά που υπήρχαν και οι πολίτες που αναγνώριζαν ότι χωρίς εκείνον η πόλη θα είχε πέσει στα χέρια των καθικιών. Όποιος έδινε έστω και μια μικρή αφορμή απόψε, θα συλλαμβανόταν χωρίς δεύτερη σκέψη. Αρκετά είχε γίνει το κακό.
«Τι λέει Τόμας, πολλή κίνηση έχει απόψε έτσι;», ρώτησε ελέγχοντας τα χοντροκομμένα πρόσωπα δύο αγνώστων που είχαν πιάσει το γωνιακό τραπέζι εξ αριστερών του. Ο ένας τους φορούσε ένα μακρύ μεξικάνικο καπέλο.
Ο ιδιοκτήτης ξεροκατάπιε. Το ύφος του δεν του άρεσε. Είχε έρθει με επιθετικές διαθέσεις κι έπρεπε επιτέλους να του μιλήσει για να σώσει το όνομά του. Όσο κυλούσε η άμμος στην κλεψύδρα του χρόνου, τόσο διαδίδονταν φήμες ότι είχε γίνει ένα με τους παρανόμους. Αν έδινε τον Σμιθ, τότε όλα θα τελείωναν. Ο Μαλόουν δεν έπρεπε να αποτύχει όμως αυτή τη φορά. Ο ντεσπεράντο θα εκδικούταν την  προδοσία. «Ξέρω που βρίσκεται ο Σμιθ», είπε σιγανά προσφέροντάς του μία μισόλιτρη μπύρα. Κοίταξε αγχωτικά δεξιά κι αριστερά μην τυχόν και τους παρακολουθεί κάποιο επικίνδυνο μάτι. Σ’αυτή την πόλη είχαν αλλάξει πολλά. Οι κάτοικοι έχωναν πια περισσότερο τη μύτη τους εκεί που δεν τους έσπερνε. Ο τύπος με το σομπρέρο δεν είχε τραβήξει καθ’ όλη τη διάρκεια τα μάτια από πάνω τους. Ο Τόμας το παρατήρησε και τότε συνειδητοποίησε ότι ο άνδρας δεν ήταν άλλος απ’ αυτόν που αναζητούσε ο μάρσαλ.
Του έκανε νόημα επιφυλακτικά. Ο Έρνεστ χάιδεψε γλυκά το Κολτ του. Από την είσοδό του στο Σαλούν είχε ένα προαίσθημα ότι εκείνος ο θαμώνας κάτι του έκρυβε. Με αγέρωχα βήματα περπάτησε προς το μέρος τους. Το αριστερό του χέρι κρεμόταν πάντα λίγο πιο πάνω από το σιδερικό. Ένας γέρος που έπαιζε Πόκερ με την παρέα του πλήρωσαν αμέσως κι έφυγαν. Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι.
«Τι λέει Σμιθ; Πως και έχεις το θράσος να περιφέρεσαι ακόμα στην πόλη; Δεν ξέρεις ότι είσαι καταζητούμενος κι ότι το κεφάλι σου αξίζει πολλά; Το πενταπλάσιο ποσό από το μηνιάτικό μου», δήλωσε τραβώντας άμεσα το Κολτ. Ο άνδρας με το σομπρέρο παρέμεινε ψύχραιμος. Σήκωσε το κεφάλι του αφήνοντας τη σημαδεμένη του τράπουλα στο κέντρο του τραπεζιού. Στα δεξιά του υπήρχε ένα ποτηράκι Τεκίλα. Το κατέβασε αμέσως. Ένιωσε το αλκοόλ να του καίει τα σωθικά. Ήξερε ότι ο αντίπαλός του δεν ήταν τόσο γρήγορος όσο παλιά. Στην τελευταία συνάντησή τους είχε κερδίσει. Έπρεπε κάπως να του αποσπάσει την προσοχή.
Σηκώθηκε από τη θέση του. Έφτιαξε τον γιακά του πουκάμισού του. Τα μάτια του πέταγαν σπίθες και το χέρι του διέγραφε κύκλους πάνω από το φονικό του εργαλείο. «Δεν περίμενα να με καταλάβεις Μαλόουν, τα γηρατειά σε έχουν αποδυναμώσει. Ξέρεις πολύ καλά ότι σε μία κανονική μονομαχία θα βρισκόσουνα επί τόπου νεκρός. Δεν θα σου τη χάριζα και το γνωρίζεις. Είναι ωραίο να σε γελοιοποιώ, μα όλα τα πράγματα κάποια στιγμή φτάνουν στο τέλος…»
«Αυτό ακριβώς είπα κι εγώ. Δεν υπάρχει γυρισμός. Κατηγορήσε για κάμποσους φόνους και για τρεις τουλάχιστον ληστείες. Επίσης, θα μπορούσα έτσι κι αλλιώς να σε χώσω μέσα γιατί έχεις αφήσει στο τραπέζι μια σημαδεμένη τράπουλα. Έτσι βγάζεις πια χαρτζιλίκι, κοροϊδεύοντας τους θαμώνες του μαγαζιού;», είπε ο Έρνεστ με έντονο ειρωνικό τόνο ώστε να προκαλέσει το μένος του ευερέθιστου αντιπάλου. Εκείνος έσφιξε τις γροθιές του. Ήξερε ότι σύντομα θα του δινόταν η ευκαιρία που ήθελε για να τον ξεπαστρέψει μία για πάντα. «ΟΚ σερίφη είμαι όλος δικός σου», ανέφερε σηκώνοντας τα χέρια του.
«Έλα προς το μέρος μου με αργά βήματα», φώναξε ώστε η φωνή του να σκεπάσει τους ψίθυρους των θαμώνων που είχαν προκαλέσει έναν ακατάσχετο βόμβο. Ο καταζητούμενος ακολούθησε τις οδηγίες κατά γράμμα. Βρέθηκε μπροστά από τον μάρσαλ και κινήθηκε. Με τον αγκώνα του δεξιού του χεριού τον χτύπησε στο σαγόνι. Πάτησε δυνατά το αριστερό του χέρι αρπάζοντας το πιστόλι. Έριξε μερικές ακόμα στα πλευρά του και στάθηκε μπροστά στην είσοδο του Σαλούν. «Δεν θα με πιάσεις ποτέ Μαλόουν, οι μέρες σου έχουν τελειώσει. Δεν έπρεπε να τα βάλεις μαζί μου. Την επόμενη φορά που θα με συναντήσεις, θα είναι η τελευταία σου. Βαρέθηκα να σε κοροϊδεύω, δεν βρίσκω καμία ευχαρίστηση σ’αυτό. Αντιός», φώναξε και μετά από λίγο ακούστηκε ο βροντερός καλπασμός ενός αλόγου.
Πύρωσε. Ο πόνος του τραύματος έσκιζε το είναι του. Δεν μπορούσε να το πιστέψει, ότι του είχε ξεφύγει για μία ακόμα φορά. Πετάχτηκε πάνω νιώθοντας τις σουβλιές από τα πλευρά του. «Θα τον φέρω πίσω ζωντανό ή νεκρό, αλλιώς να μην με λένε Έρνεστ Μαλόουν. Δεν θα αφήσω αυτόν τον κρετίνο να με περιπαίζει». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που εκστόμισε στο Σαλούν εκείνο το βράδυ. Ύστερα, έτρεξε στον στάβλο, πήρε ένα νέο πιστόλι, ίππευσε το άλογο και βάλθηκε να τον ακολουθεί μεσούσης της νυκτός. Το άλογό του ήταν δυνατότερο. Αργά ή γρήγορα θα τον έφτανε.
Ο κρατερός ήλιος βασίλευε στον ουρανό εδώ και ώρα. Ο εκπρόσωπος του νόμου είχε αποφασίσει να μην ξαποστάσει το βράδυ. Ήταν σίγουρος ότι ο αντίπαλός θα έκανε το αντίθετο. Όποιος έκανε το λάθος θα πλήρωνε. Έβγαλε το καπέλο του για να κάνει αέρα στο ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Ο καλπασμός του ζωντανού είχε εκφυλιστεί πια σε απλό βηματισμό. Ήταν έτοιμος να σταματήσει για να πιεί λίγο καφέ και να ξαποστάσει, όταν στο βάθος, κοντά στους βράχους, είδε να σηκώνεται ένα παρατεταμένο σύννεφο σκόνης. Έπρεπε να συνεχίσει για λίγο ακόμα. Πότισε το ζώο και συνέχισε την πορεία του.
Το σύννεφο σκόνης εξαφανίστηκε καθώς οι βράχοι έφραζαν το οπτικό πεδίο. Το μονοπάτι πέρναγε ανάμεσά τους. Τράβηξε τα χαλινάρια. Δεν έπρεπε να πάει στο στόμα του λύκου απροετοίμαστος. Ο Σμιθ θα του είχε στήσει καρτέρι. Κατασκήνωσε πίσω από ένα δέντρο και κάτι πουρνάρια. Δεν ήταν τόσο εκτεθειμένος πλέον.
Ο χρόνος περνούσε και παρέμενε υπομονετικά στη θέση του. Αν ο καταζητούμενος είχε φύγει ήδη; Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο, θα του ξέφευγε σίγουρα. Έβγαλε από το άλογο τις προμήθειές του εναποθέτοντάς τις ανάμεσα στα πουρνάρια. Έπιασε το άλογο από το λουρί και προχώρησε με απόλυτη προσοχή προς το πέρασμα. Προτού φτάσει στην είσοδο το χτύπησε στα καπούλια του αφήνοντας το λουρί του. Το ζώο διέσχισε τον δρόμο και χάθηκε από τα μάτια του. Ο μάρσαλ μπήκε αμέσως κι εκείνος στο πέρασμα. Κόλλησε στις σκιές των βράχων προχωρώντας διαρκώς με προσοχή. Ένα λάθος και ίσως την επόμενη στιγμή να ήταν μακαρίτης.
Είχε φτάσει προς το τέλος της διαδρομής και δεν έβλεπε κανένα σημάδι του. Ένα απότομα κούνημα σε μια σχισμή του βράχου τον έκανε να αλλάξει άρδην γνώμη. Από μέσα της ξεπετάχτηκε εκείνος. Δεν τον είχε δει ακόμα. Ο μάρσαλ έβγαλε το πιστόλι. Τον σημάδεψε και φώναξε «Γύρνα να μονομαχήσουμε ως είθισται», χωρίς να νιώθει φόβο για τον αντίπαλό του. Επιτέλους όλα θα τελείωναν.
Ο Σμιθ ξαφνιάστηκε από την εμφάνισή του. Έμεινε εμβρόντητος προσπαθώντας να του μιλήσει. Σκέφτηκε να τραβήξει το Κολτ του και να τον σκοτώσει. Δεν θα προλάβαινε όμως. Δεν υπήρχε επιλογή, έπρεπε να παίξει το παιχνίδι του, άλλωστε είχε τις ίδιες πιθανότητες με τον μάρσαλ. Έγνευσε καταφατικά και στάθηκε στο κέντρο του δρόμου. Στην ίδια ευθεία στάθηκε και ο Μαλόουν. Τα μάτια του κάρφωναν τα χέρια του αντιπάλου του.
«Αυτή τη φορά κάποιος από τους δυο μας θα πεθάνει Σμιθ», και το αριστερό του χέρι τράβηξε γρηγορότερα το σιδερικό. Πάτησε τη σκανδάλη και τον βρήκε στην παλάμη του καλού χεριού του. Οι οιμωγές του τραυματισμένου σκέπασαν όλη την περιοχή. Παρά το χτύπημα βρήκε ξανά τον αυτοέλεγχό του και τραβώντας ένα μαχαίρι που φύλαγε στη δεξιά του μπότα όρμισε στον Έρνεστ. Ένα δεύτερος πυροβολισμός ακούστηκε. Τον χτύπησε στο πόδι. Το μαχαίρι ξέφυγε από τα χέρια του.
«Σκότωσέ με γελοίε. Οι σωστοί άνδρες τιμούν τα παντελόνια και τον λόγο τους. Είσαι σιχαμένος», φώναξε φτύνοντάς τον. Ο νικητής αγνόησε τις βρισιές. Άρπαξε από το άλογο του ντεσπεράντο το σκοινί και τον έδεσε.
«Ο νόμος είναι σκληρός και αμείλικτος Σμιθ. Δεν είμαι χαζός για να τον παραβώ», δήλωσε ο γεροδεμένος άνδρας καθώς χανόταν στον ορίζοντα κάτω από το ηλιοβασίλεμα περπατώντας μπροστά από το άλογο που κουβαλούσε τον καταζητούμενο.

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Ο Κάιλ, ο άρχοντας του ξίφους



Ο κρύος αγέρας ρίπιζε τα πρόσωπά τους. Το μηδαμινό φως του φεγγαριού είχε καλυφθεί κάτω από τα μαύρα σύννεφα. Όλα έδειχναν ότι αργά ή γρήγορα θα ξέσπαγε μια θεομηνία. Ο Κάιλ κοίταζε τον ουρανό με απλανές βλέμμα. Ένιωθε το κρύο να έχει φωλιάσει μες στο είναι του. Είχε αρχίσει να τουρτουρίζει. Ευτυχώς, το άλογό του έδειχνε να μην έχει αντιληφθεί την ανησυχία του αναβάτη.
Ο φίλος του, ο Τριστάνος, δεν είχε επηρεαστεί καθόλου από το κρύο. Καθόταν κορδωμένος πάνω στη σέλα του πανίσχυρου αλόγου του. Είχε έρθει αμέτρητες φορές αντιμέτωπος με αντίστοιχες καταστάσεις, οπότε ήταν εν μέρει λογικό να μην φοβάται ούτε να κρυώνει. Ωστόσο, ο αγέρας συνέχισε να μαστιγώνει βάναυσα τα πρόσωπα των δύο. Έπρεπε να βρουν κάποιο κατάλυμα σύντομα.
«Το χωριό δεν είναι μακριά. Αν είμαστε τυχεροί θα δρούμε σύντομα κάποιο κατάλυμα»,
φώναξε ο Τριστάνος δυνατά. Η μπάσα φωνή του ακούστηκε σ’όλη τη γύρω περιοχή. Ήταν τόσο δυνατή, που οι δύο συνοδοιπόροι ένιωσαν το έδαφος να δονείται.
Ο Κάιλ δεν απάντησε. Κοίταξε ολόγυρα την περιοχή τρομαγμένος. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο πίστευε ότι σήμερα θα συνέβαινε κάτι κακό. Ο φόβος πήγαζε από την καρδιά του. Σπάνια κάνει λάθος η καρδιά σε τέτοια ζητήματα.
Ξάφνου, στο βάθος του ορίζοντα φάνηκε μια καλύβα. Παράλληλα, ξέσπασε η θεομηνία. Τα κλαδιά των δέντρων κουνιόντουσαν μανιασμένα. Κάποια πουρνάρια ξεριζώθηκαν βίαια από το υπέδαφος. Η βροχή χτύπαγε αλύπητα τα πρόσωπα των δύο φίλων. Χτύπησαν τα πλευρά των αλόγων. Ξεκίνησαν να καλπάζουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.
Μετά από κάμποση ώρα έφτασαν στο κατώφλι της καλύβας. Έμοιαζε να είναι
εγκαταλελειμμένη για καιρό. Μολαταύτα, δεν είχαν άλλη επιλογή. Έπρεπε να διαβούν την είσοδο. Ο άνδρας με τα πορφυρά μαλλιά και το φλάμπουρο του βασιλείου του Βορρά ένιωσε τον φόβο να ριζώνει μες στην ψυχή του. Έπιασε απαλά τον συνοδοιπόρο του και του ζήτησε να εγκαταλείψουν την καλύβα. Εκείνος φώναξε ξανά στον άνδρα που φαίνεται να είχε χάσει την αίσθηση της λογικής. Του είπε να μπει πρώτος μέσα μαζί με το άλογό του. Έφερε ξανά αντίρρηση, αλλά το πύρινο βλέμμα του τον ανάγκασε να υπακούσει. Άλλωστε, ίσως να ήταν όλα στη φαντασία του.
Ο Κάιλ με την είσοδό του στην καλύβα αρχίνισε να ψάχνει για κάποιο εύφλεκτο υλικό. Έπρεπε να ελέγξουν τον χώρο. Στα τυφλά έπιασε ένα ξύλο, ενώ βρήκε και κάποια κουρέλια, τα οποία ήταν ευτυχώς στεγνά. Τα έδεσε αμέσως γύρω από το ξύλο. «Χαρίκ», είπε σιγανά κι από τα χέρια του ξεπετάχθηκε μία φλόγα ικανή να βάλει φωτιά σε οτιδήποτε ήθελε.
Το άλικο φως έδιωξε τις σκιές. Η πόρτα έκλεισε. Ο αέρας συνέχισε να προσπαθεί να
διεισδύσει εις το σπίτι. Οι πολεμιστές δεν νοιάζονταν πια για τη θεομηνία. Με τις κόρες των ματιών τους επεξεργάζονταν κάθε σπιθαμή. Υπήρχαν, δύο αχυρένια κρεβάτια, τρεις
βιβλιοθήκες, ένα κομοδίνο κι ένα τζάκι μ’ένα κατάμαυρο τσουκάλι.
«Εντάξει, νομίζω πως είμαστε αρκετά καλά εδώ», είπε ο Τριστάνος ενώ έβγαζε μερικά από τα βρεγμένα ρούχα του.
Δεν είχε παρατηρήσει όμως, ότι ο φίλος του είχε πλησιάσει μία βιβλιοθήκη. Έριξε όσο το
δυνατόν περισσότερο φως πάνω της. Άκουγε μια φωνή να ψιθυρίζει αλλόκοτες λέξεις στο κεφάλι του. Λέξεις που θύμιζαν τη γλώσσα του άμορφου. «Κάιλ τουρίντ αν», ψιθύρισε η φωνή. Εκείνος έπιασε ένα πρασινωπό βιβλίο. Το τράβηξε. Η βιβλιοθήκη υποχώρησε αποκαλύπτοντας έναν δρόμο που οδηγούσε στο υπέδαφος.
«Τι κάνεις εκεί;», ρώτησε ο Τριστάνος σαν υπνωτισμένος. Άκουγε κι εκείνος πια τη γλώσσα του άμορφου. Έπρεπε να εισχωρήσουν στο υπέδαφος.
Ο άνδρας με τα πορφυρά μαλλιά πέρασε κάτω από τους πάμπολλους ιστούς αραχνών που κοσμούσαν την είσοδο. Βημάτιζε σαν υπνωτισμένος. Η φωνή είχε πάψει, αλλά τα λόγια της εξακολουθούσαν να ηχούν στον νου του. Πέρασε κάποιες αράχνες ερημίτες, πολλές ρίζες δέντρων και έφτασε σ’έναν βωμό.
Ο βωμός απαρτιζόταν από ένα αργυρό άγαλμα ενός ιππότη. Στεκόταν όρθιος κρατώντας με τα δυο του χέρια ένα τεράστιο ξίφος. Στα πόδια του υπήρχε μια εξίσου τεράστια αργυρή χοάνη. Κοίταξε για λίγο μέσα από την τρύπα που υπήρχε στο βάθος της χοάνης. Άκουσε μερικά λόγια ανθρώπινα. Είδε το άλικο χρώμα να κυριαρχεί έναντι του μαύρου.
«Άσε με να περάσω μπροστά», ούρλιαξε ο Τριστάνος καθώς έσπρωχνε βίαια τον Κάιλ.
Υποκλίθηκε με μεγαλοπρέπεια στο άγαλμα. Απηύθυνε έναν χαιρετισμό στη γλώσσα του άμορφου, ενώ γελούσε χαιρέκακα. Από τα ρουθούνια του έσταξαν μερικές σταγόνες αίματος. Η χοάνη της ρούφηξε. Το άλικο φως δυνάμωσε τυφλώνοντας τους ιππότες.
«Κάιλ γιαφτάλαχου», είπε η φωνή κι ο άνθρωπος που πριν από λίγο κράδαινε το φλάμπουρο του βασιλείου του Βορρά, έσπρωξε λυσσαλέα τον Τριστάνο προς τη χοάνη. Ο τελευταίος γλίστρησε κι έπεσε μέσα της. Η μικροσκοπική τρύπα τον ρούφηξε μονομιάς. Το άλικο χρώμα θέριεψε, ενώ τα ουρλιαχτά του έκαναν ακόμα και τα άλογα να αναριγήσουν.
Το αίμα του απολεσθέντα ξεπετάχτηκε από την τρύπα κι έλουσε το άγαλμα. Τα βλέφαρά του άνοιξαν. Με τα κατακόκκινα μάτια του αιχμαλώτισε τη σκέψη του Κάιλ. «Πάρε το ξίφος μου κι πήγαινε στο κοντινό χωριό. Μην αφήσεις κανέναν ζωντανό», είπε το άγαλμα με ανθρώπινη πια λαλιά.
Ο εντολοδόχος δεν άρθρωσε κουβέντα. Έπιασε το ξίφος, γύρισε μηχανικά το κορμί του και βάλθηκε να ικανοποιήσει την επιθυμία του αφέντη. Τα κόκκινά μάτια που είχε αποκτήσει ο Κάιλ θα τον βοηθούσαν τα βλέπει στο απόλυτο σκοτάδι.
Αρχικά, σκότωσε τα δύο άλογα που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να βγουν έξω στο ύπαιθρο. Ύστερα, άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στο σκοτάδι.