Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Ο Κάιλ, ο άρχοντας του ξίφους



Ο κρύος αγέρας ρίπιζε τα πρόσωπά τους. Το μηδαμινό φως του φεγγαριού είχε καλυφθεί κάτω από τα μαύρα σύννεφα. Όλα έδειχναν ότι αργά ή γρήγορα θα ξέσπαγε μια θεομηνία. Ο Κάιλ κοίταζε τον ουρανό με απλανές βλέμμα. Ένιωθε το κρύο να έχει φωλιάσει μες στο είναι του. Είχε αρχίσει να τουρτουρίζει. Ευτυχώς, το άλογό του έδειχνε να μην έχει αντιληφθεί την ανησυχία του αναβάτη.
Ο φίλος του, ο Τριστάνος, δεν είχε επηρεαστεί καθόλου από το κρύο. Καθόταν κορδωμένος πάνω στη σέλα του πανίσχυρου αλόγου του. Είχε έρθει αμέτρητες φορές αντιμέτωπος με αντίστοιχες καταστάσεις, οπότε ήταν εν μέρει λογικό να μην φοβάται ούτε να κρυώνει. Ωστόσο, ο αγέρας συνέχισε να μαστιγώνει βάναυσα τα πρόσωπα των δύο. Έπρεπε να βρουν κάποιο κατάλυμα σύντομα.
«Το χωριό δεν είναι μακριά. Αν είμαστε τυχεροί θα δρούμε σύντομα κάποιο κατάλυμα»,
φώναξε ο Τριστάνος δυνατά. Η μπάσα φωνή του ακούστηκε σ’όλη τη γύρω περιοχή. Ήταν τόσο δυνατή, που οι δύο συνοδοιπόροι ένιωσαν το έδαφος να δονείται.
Ο Κάιλ δεν απάντησε. Κοίταξε ολόγυρα την περιοχή τρομαγμένος. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο πίστευε ότι σήμερα θα συνέβαινε κάτι κακό. Ο φόβος πήγαζε από την καρδιά του. Σπάνια κάνει λάθος η καρδιά σε τέτοια ζητήματα.
Ξάφνου, στο βάθος του ορίζοντα φάνηκε μια καλύβα. Παράλληλα, ξέσπασε η θεομηνία. Τα κλαδιά των δέντρων κουνιόντουσαν μανιασμένα. Κάποια πουρνάρια ξεριζώθηκαν βίαια από το υπέδαφος. Η βροχή χτύπαγε αλύπητα τα πρόσωπα των δύο φίλων. Χτύπησαν τα πλευρά των αλόγων. Ξεκίνησαν να καλπάζουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.
Μετά από κάμποση ώρα έφτασαν στο κατώφλι της καλύβας. Έμοιαζε να είναι
εγκαταλελειμμένη για καιρό. Μολαταύτα, δεν είχαν άλλη επιλογή. Έπρεπε να διαβούν την είσοδο. Ο άνδρας με τα πορφυρά μαλλιά και το φλάμπουρο του βασιλείου του Βορρά ένιωσε τον φόβο να ριζώνει μες στην ψυχή του. Έπιασε απαλά τον συνοδοιπόρο του και του ζήτησε να εγκαταλείψουν την καλύβα. Εκείνος φώναξε ξανά στον άνδρα που φαίνεται να είχε χάσει την αίσθηση της λογικής. Του είπε να μπει πρώτος μέσα μαζί με το άλογό του. Έφερε ξανά αντίρρηση, αλλά το πύρινο βλέμμα του τον ανάγκασε να υπακούσει. Άλλωστε, ίσως να ήταν όλα στη φαντασία του.
Ο Κάιλ με την είσοδό του στην καλύβα αρχίνισε να ψάχνει για κάποιο εύφλεκτο υλικό. Έπρεπε να ελέγξουν τον χώρο. Στα τυφλά έπιασε ένα ξύλο, ενώ βρήκε και κάποια κουρέλια, τα οποία ήταν ευτυχώς στεγνά. Τα έδεσε αμέσως γύρω από το ξύλο. «Χαρίκ», είπε σιγανά κι από τα χέρια του ξεπετάχθηκε μία φλόγα ικανή να βάλει φωτιά σε οτιδήποτε ήθελε.
Το άλικο φως έδιωξε τις σκιές. Η πόρτα έκλεισε. Ο αέρας συνέχισε να προσπαθεί να
διεισδύσει εις το σπίτι. Οι πολεμιστές δεν νοιάζονταν πια για τη θεομηνία. Με τις κόρες των ματιών τους επεξεργάζονταν κάθε σπιθαμή. Υπήρχαν, δύο αχυρένια κρεβάτια, τρεις
βιβλιοθήκες, ένα κομοδίνο κι ένα τζάκι μ’ένα κατάμαυρο τσουκάλι.
«Εντάξει, νομίζω πως είμαστε αρκετά καλά εδώ», είπε ο Τριστάνος ενώ έβγαζε μερικά από τα βρεγμένα ρούχα του.
Δεν είχε παρατηρήσει όμως, ότι ο φίλος του είχε πλησιάσει μία βιβλιοθήκη. Έριξε όσο το
δυνατόν περισσότερο φως πάνω της. Άκουγε μια φωνή να ψιθυρίζει αλλόκοτες λέξεις στο κεφάλι του. Λέξεις που θύμιζαν τη γλώσσα του άμορφου. «Κάιλ τουρίντ αν», ψιθύρισε η φωνή. Εκείνος έπιασε ένα πρασινωπό βιβλίο. Το τράβηξε. Η βιβλιοθήκη υποχώρησε αποκαλύπτοντας έναν δρόμο που οδηγούσε στο υπέδαφος.
«Τι κάνεις εκεί;», ρώτησε ο Τριστάνος σαν υπνωτισμένος. Άκουγε κι εκείνος πια τη γλώσσα του άμορφου. Έπρεπε να εισχωρήσουν στο υπέδαφος.
Ο άνδρας με τα πορφυρά μαλλιά πέρασε κάτω από τους πάμπολλους ιστούς αραχνών που κοσμούσαν την είσοδο. Βημάτιζε σαν υπνωτισμένος. Η φωνή είχε πάψει, αλλά τα λόγια της εξακολουθούσαν να ηχούν στον νου του. Πέρασε κάποιες αράχνες ερημίτες, πολλές ρίζες δέντρων και έφτασε σ’έναν βωμό.
Ο βωμός απαρτιζόταν από ένα αργυρό άγαλμα ενός ιππότη. Στεκόταν όρθιος κρατώντας με τα δυο του χέρια ένα τεράστιο ξίφος. Στα πόδια του υπήρχε μια εξίσου τεράστια αργυρή χοάνη. Κοίταξε για λίγο μέσα από την τρύπα που υπήρχε στο βάθος της χοάνης. Άκουσε μερικά λόγια ανθρώπινα. Είδε το άλικο χρώμα να κυριαρχεί έναντι του μαύρου.
«Άσε με να περάσω μπροστά», ούρλιαξε ο Τριστάνος καθώς έσπρωχνε βίαια τον Κάιλ.
Υποκλίθηκε με μεγαλοπρέπεια στο άγαλμα. Απηύθυνε έναν χαιρετισμό στη γλώσσα του άμορφου, ενώ γελούσε χαιρέκακα. Από τα ρουθούνια του έσταξαν μερικές σταγόνες αίματος. Η χοάνη της ρούφηξε. Το άλικο φως δυνάμωσε τυφλώνοντας τους ιππότες.
«Κάιλ γιαφτάλαχου», είπε η φωνή κι ο άνθρωπος που πριν από λίγο κράδαινε το φλάμπουρο του βασιλείου του Βορρά, έσπρωξε λυσσαλέα τον Τριστάνο προς τη χοάνη. Ο τελευταίος γλίστρησε κι έπεσε μέσα της. Η μικροσκοπική τρύπα τον ρούφηξε μονομιάς. Το άλικο χρώμα θέριεψε, ενώ τα ουρλιαχτά του έκαναν ακόμα και τα άλογα να αναριγήσουν.
Το αίμα του απολεσθέντα ξεπετάχτηκε από την τρύπα κι έλουσε το άγαλμα. Τα βλέφαρά του άνοιξαν. Με τα κατακόκκινα μάτια του αιχμαλώτισε τη σκέψη του Κάιλ. «Πάρε το ξίφος μου κι πήγαινε στο κοντινό χωριό. Μην αφήσεις κανέναν ζωντανό», είπε το άγαλμα με ανθρώπινη πια λαλιά.
Ο εντολοδόχος δεν άρθρωσε κουβέντα. Έπιασε το ξίφος, γύρισε μηχανικά το κορμί του και βάλθηκε να ικανοποιήσει την επιθυμία του αφέντη. Τα κόκκινά μάτια που είχε αποκτήσει ο Κάιλ θα τον βοηθούσαν τα βλέπει στο απόλυτο σκοτάδι.
Αρχικά, σκότωσε τα δύο άλογα που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να βγουν έξω στο ύπαιθρο. Ύστερα, άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στο σκοτάδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου