Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Ο Όρκος

Τράβηξε το σιδερικό από τη θήκη του και πυροβόλησε το κονσερβοκούτι. Ευτυχώς, το είχε πετύχει ακριβώς στο κέντρο, εκεί όπου είχε σημαδέψει. Οι κλειδώσεις των χεριών του τον πέθαιναν από τον πόνο. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο κρατούσε δυνατά το Κολτ. Από τότε που τον είχε τραυματίσει στο αριστερό χέρι ο Σμιθ, είχε χάσει την πίστη στην εκτελεστική δεινότητά του. Ο Γουίλλιαμ Σμιθ, ο πιο περιζήτητος καταζητούμενος της πολιτείας, ήθελε να τον σκοτώσει σ’ εκείνη τη συνάντησή τους στο Σαλούν. Είχε αστοχήσει όμως κι έτσι ο μάρσαλ Μαλόουν της είχε σκαπουλάρει. Σπανίως έχανε σε μονομαχίες, σπανίως του ξέφευγαν τα ρεμάλια που καλούταν να χώσει στη στενή.
Οι κανόνες του Γουέστ είχαν αλλάξει προσφάτως και δεν μπορούσε να τους σκοτώνει επί τόπου. Ήταν βέβαιος ότι θα κατάφερνε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, ωστόσο, τα τελευταία ανεπιτυχή αποτελέσματα φανέρωναν περίτρανα το αντίθετο. Ο ένας είχε ξεφύγει όταν τον αλυσόδεσε στο κελί του. Τον είχαν βοηθήσει οι σύντροφοί του. Μετά από ένα μήνα κυνηγητό τον έπιασαν βέβαια και τον έφεραν ενώπιον δικαστηρίου. Φυλακίστηκε για δέκα χρόνια. Αυτή η επιτυχία πίστευε ότι θα τρόμαζε τον Σμιθ. Δεν φανταζόταν σε καμία των περιπτώσεων ότι εκείνος θα αφήνιαζε περισσότερο. Είχε ληστέψει τρεις τράπεζες δολοφονώντας ισάριθμους υπαλλήλους κάθε φορά. Ύστερα, προέκυψε ο τραυματισμός του και το φευγιό.
«Θα σε πιάσω αυτή τη φορά», μονολόγησε ο γεροδεμένος άνδρας πυροβολώντας ξανά ένα κονσερβοκούτι. Τις τελευταίες μέρες είχε αποφασίσει να εξασκηθεί. Αισθανόταν ότι η ολιγοήμερη απραξία του μπορούσε να αποβεί μοιραία. Σκούπισε τον κρύο ιδρώτα από το μέτωπό του κι έβγαλε το καπέλου του. Οι μεσημεριάτικες αχτίδες του καυτού ηλίου θέριζαν εδώ και ώρα τη ξηρή περιοχή. Το καφετί άλογό του φαινόταν να θέλει να ποτιστεί. Έπρεπε να επιστρέψει στην πόλη και να αναλάβει τις ευθύνες του. Αρκετά είχε αφήσει την αποτυχία να τον στοιχειώσει. Ο μάρσαλ όφειλε να μην φοβάται κανέναν και να αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τους συμπολίτες του.
«Καλησπέρα Έρνεστ, πως είναι το χέρι σου;», ρώτησε ο στρουμπουλός ιδιοκτήτης του Σαλούν ρίχνοντας ένα διερευνητικό βλέμμα στον άνδρα.
«Μια χαρά είναι Τόμας», απάντησε αγέρωχα εκείνος. Κάτι είχε πάρει το αυτί του τελευταία ότι ο Τόμας Σόλο είχε πάρε δώσε με τους ντεσπεράντος της περιοχής. Δεν έπρεπε να του ξεφύγει οποιαδήποτε κουβέντα σ’αυτό τον άνθρωπό. Στο παρελθόν τον είχε εμπιστευτεί, ίσως να ήταν εκείνος που είχε κελαηδήσει στον Σμιθ για τη δεύτερη ληστεία. Ο εκπρόσωπος του νόμου δεν είχε μιλήσει σε κανέναν πέρα από τον Σόλο για τα σχέδιά του εκείνη τη φορά. Ήταν σίγουρος ότι θα τον τσάκωνε τον Σμιθ, αλλά εν τέλει την πάτησε. Είχε επιτεθεί στην τράπεζα που δεν φύλαγε και βρισκόταν χιλιόμετρα μακριά από τη μεγαλύτερη πόλη. Κάποιος του είχε μιλήσει, κατά πάσα πιθανότητα ο ιδιοκτήτης.
«Λοιπόν, όποτε μπορείς πέρνα από το Σαλούν να σε κεράσω μία μπύρα και να μιλήσουμε για ένα φλέγον ζήτημα», είπε ο άνδρας κλείνοντας το αριστερό του μάτι παιχνιδιάρικα. Δεν περίμενε την απάντηση του μάρσαλ. Τίναξε τη σκόνη από τα ρούχα του και κατευθύνθηκε προς το μαγαζί του.
Ο Έρενστ προβληματίστηκε με τη συμπεριφορά του. Τα παλιά χρόνια ο Τόμας ήταν ήσυχος και δεν έδινε κανένα δικαίωμα. Το ζεστό χρήμα που του άφηναν ενίοτε τα καθίκια που σύχναζαν στο Σαλούν παίζοντας μέχρι πρωίας πόκερ, τον είχε αλλάξει. Στα μάτια του καθρεφτιζόταν πια ένας επικίνδυνος κόσμος που δεν απείχε πολύ από εκείνον των ντεσπεράντος. Η πρόσκληση που του είχε απευθύνει μπορεί να ήταν και παγίδα. Μολαταύτα θα πήγαινε το βράδυ από εκεί. Δεν είχε επιλογή, τα ίχνη του θηράματός του είχαν χαθεί. Οι πληροφοριοδότες του φιλονικούσαν. Οι μισοί ανέφεραν ότι είχε πάει βόρια κι οι υπόλοιποι νότια.
Χτύπησε στα πλευρά το άλογό του για να αυξήσει την ταχύτητα του βηματισμού του. Έφτασε απέξω από το σπίτι του. Η πόλη του προσέφερε ένα δωμάτιο στο πιο φθηνό ξενοδοχείο μέχρι να έπαυε να φέρει τον τίτλο του. Είχε κρατήσει μερικά χρήματα ώστε να αγοράσει κάποιο μικρό σπίτι όταν θα αποχωρούσε από τη δουλειά. Ο καιρός πλησίαζε, το σώμα του είχε γεράσει και οι κινήσεις του είχαν επιβραδυνθεί σημαντικά. Έπιασε το πιάτο με τα φασόλια και το μισό καρβέλι ψωμί. Το βούτηξε στο ζουμί τους. Χωρίς να προκαλέσει ιδιαίτερους θορύβους καθάρισε το πιάτο. Το εναπόθεσε στη γωνία του επίπλου. Έβγαλε τις μπότες του. Έπλυνε τα χέρια του και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ξεντύθηκε και έκρυψε το πιστόλι κάτω από το σκληρό μαξιλάρι του. Άφησε την κούραση να τον παρασύρει σ’έναν βαθύ ύπνο.
Τον ξύπνησαν χτυπήματα στην πόρτα. Μονομιάς άρπαξε το Κολτ. «Περάστε», είπε φορώντας το παντελόνι του. Στο δωμάτιο μπήκε μια νεαρή κοπέλα με ξανθιά μακριά μαλλιά και θεληματικό πρόσωπο. «Σας έφερα νερό», ανακοίνωσε ρίχνοντάς του κάτι σαϊτιές που ακροβατούσαν ανάμεσα στον ερωτισμό και στην κυνικότητα. «Ευχαριστώ πολύ», είπε ο μάρσαλ καθώς την οδηγούσε στην πόρτα. Είχε κοιμηθεί αρκετά. Η νύχτα είχε ήδη σκεπάσει την πόλη. Η πλειοψηφία των μαγαζιών είχε σβήσει τα φώτα. Ο εντονότερος θόρυβος ερχόταν από τον προορισμό του.
Διάβηκε το κατώφλι του καταστήματος. Προς στιγμήν οι ιαχές των θαμώνων σταμάτησαν. Δεν έδωσε σημασία στη μη φιλική υποδοχή του. Είχε συνηθίσει να φέρνει πάνω του, όπου κι αν πήγαινε, τη ρετσινιά του νόμου. Πάλι καλά που υπήρχαν και οι πολίτες που αναγνώριζαν ότι χωρίς εκείνον η πόλη θα είχε πέσει στα χέρια των καθικιών. Όποιος έδινε έστω και μια μικρή αφορμή απόψε, θα συλλαμβανόταν χωρίς δεύτερη σκέψη. Αρκετά είχε γίνει το κακό.
«Τι λέει Τόμας, πολλή κίνηση έχει απόψε έτσι;», ρώτησε ελέγχοντας τα χοντροκομμένα πρόσωπα δύο αγνώστων που είχαν πιάσει το γωνιακό τραπέζι εξ αριστερών του. Ο ένας τους φορούσε ένα μακρύ μεξικάνικο καπέλο.
Ο ιδιοκτήτης ξεροκατάπιε. Το ύφος του δεν του άρεσε. Είχε έρθει με επιθετικές διαθέσεις κι έπρεπε επιτέλους να του μιλήσει για να σώσει το όνομά του. Όσο κυλούσε η άμμος στην κλεψύδρα του χρόνου, τόσο διαδίδονταν φήμες ότι είχε γίνει ένα με τους παρανόμους. Αν έδινε τον Σμιθ, τότε όλα θα τελείωναν. Ο Μαλόουν δεν έπρεπε να αποτύχει όμως αυτή τη φορά. Ο ντεσπεράντο θα εκδικούταν την  προδοσία. «Ξέρω που βρίσκεται ο Σμιθ», είπε σιγανά προσφέροντάς του μία μισόλιτρη μπύρα. Κοίταξε αγχωτικά δεξιά κι αριστερά μην τυχόν και τους παρακολουθεί κάποιο επικίνδυνο μάτι. Σ’αυτή την πόλη είχαν αλλάξει πολλά. Οι κάτοικοι έχωναν πια περισσότερο τη μύτη τους εκεί που δεν τους έσπερνε. Ο τύπος με το σομπρέρο δεν είχε τραβήξει καθ’ όλη τη διάρκεια τα μάτια από πάνω τους. Ο Τόμας το παρατήρησε και τότε συνειδητοποίησε ότι ο άνδρας δεν ήταν άλλος απ’ αυτόν που αναζητούσε ο μάρσαλ.
Του έκανε νόημα επιφυλακτικά. Ο Έρνεστ χάιδεψε γλυκά το Κολτ του. Από την είσοδό του στο Σαλούν είχε ένα προαίσθημα ότι εκείνος ο θαμώνας κάτι του έκρυβε. Με αγέρωχα βήματα περπάτησε προς το μέρος τους. Το αριστερό του χέρι κρεμόταν πάντα λίγο πιο πάνω από το σιδερικό. Ένας γέρος που έπαιζε Πόκερ με την παρέα του πλήρωσαν αμέσως κι έφυγαν. Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι.
«Τι λέει Σμιθ; Πως και έχεις το θράσος να περιφέρεσαι ακόμα στην πόλη; Δεν ξέρεις ότι είσαι καταζητούμενος κι ότι το κεφάλι σου αξίζει πολλά; Το πενταπλάσιο ποσό από το μηνιάτικό μου», δήλωσε τραβώντας άμεσα το Κολτ. Ο άνδρας με το σομπρέρο παρέμεινε ψύχραιμος. Σήκωσε το κεφάλι του αφήνοντας τη σημαδεμένη του τράπουλα στο κέντρο του τραπεζιού. Στα δεξιά του υπήρχε ένα ποτηράκι Τεκίλα. Το κατέβασε αμέσως. Ένιωσε το αλκοόλ να του καίει τα σωθικά. Ήξερε ότι ο αντίπαλός του δεν ήταν τόσο γρήγορος όσο παλιά. Στην τελευταία συνάντησή τους είχε κερδίσει. Έπρεπε κάπως να του αποσπάσει την προσοχή.
Σηκώθηκε από τη θέση του. Έφτιαξε τον γιακά του πουκάμισού του. Τα μάτια του πέταγαν σπίθες και το χέρι του διέγραφε κύκλους πάνω από το φονικό του εργαλείο. «Δεν περίμενα να με καταλάβεις Μαλόουν, τα γηρατειά σε έχουν αποδυναμώσει. Ξέρεις πολύ καλά ότι σε μία κανονική μονομαχία θα βρισκόσουνα επί τόπου νεκρός. Δεν θα σου τη χάριζα και το γνωρίζεις. Είναι ωραίο να σε γελοιοποιώ, μα όλα τα πράγματα κάποια στιγμή φτάνουν στο τέλος…»
«Αυτό ακριβώς είπα κι εγώ. Δεν υπάρχει γυρισμός. Κατηγορήσε για κάμποσους φόνους και για τρεις τουλάχιστον ληστείες. Επίσης, θα μπορούσα έτσι κι αλλιώς να σε χώσω μέσα γιατί έχεις αφήσει στο τραπέζι μια σημαδεμένη τράπουλα. Έτσι βγάζεις πια χαρτζιλίκι, κοροϊδεύοντας τους θαμώνες του μαγαζιού;», είπε ο Έρνεστ με έντονο ειρωνικό τόνο ώστε να προκαλέσει το μένος του ευερέθιστου αντιπάλου. Εκείνος έσφιξε τις γροθιές του. Ήξερε ότι σύντομα θα του δινόταν η ευκαιρία που ήθελε για να τον ξεπαστρέψει μία για πάντα. «ΟΚ σερίφη είμαι όλος δικός σου», ανέφερε σηκώνοντας τα χέρια του.
«Έλα προς το μέρος μου με αργά βήματα», φώναξε ώστε η φωνή του να σκεπάσει τους ψίθυρους των θαμώνων που είχαν προκαλέσει έναν ακατάσχετο βόμβο. Ο καταζητούμενος ακολούθησε τις οδηγίες κατά γράμμα. Βρέθηκε μπροστά από τον μάρσαλ και κινήθηκε. Με τον αγκώνα του δεξιού του χεριού τον χτύπησε στο σαγόνι. Πάτησε δυνατά το αριστερό του χέρι αρπάζοντας το πιστόλι. Έριξε μερικές ακόμα στα πλευρά του και στάθηκε μπροστά στην είσοδο του Σαλούν. «Δεν θα με πιάσεις ποτέ Μαλόουν, οι μέρες σου έχουν τελειώσει. Δεν έπρεπε να τα βάλεις μαζί μου. Την επόμενη φορά που θα με συναντήσεις, θα είναι η τελευταία σου. Βαρέθηκα να σε κοροϊδεύω, δεν βρίσκω καμία ευχαρίστηση σ’αυτό. Αντιός», φώναξε και μετά από λίγο ακούστηκε ο βροντερός καλπασμός ενός αλόγου.
Πύρωσε. Ο πόνος του τραύματος έσκιζε το είναι του. Δεν μπορούσε να το πιστέψει, ότι του είχε ξεφύγει για μία ακόμα φορά. Πετάχτηκε πάνω νιώθοντας τις σουβλιές από τα πλευρά του. «Θα τον φέρω πίσω ζωντανό ή νεκρό, αλλιώς να μην με λένε Έρνεστ Μαλόουν. Δεν θα αφήσω αυτόν τον κρετίνο να με περιπαίζει». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που εκστόμισε στο Σαλούν εκείνο το βράδυ. Ύστερα, έτρεξε στον στάβλο, πήρε ένα νέο πιστόλι, ίππευσε το άλογο και βάλθηκε να τον ακολουθεί μεσούσης της νυκτός. Το άλογό του ήταν δυνατότερο. Αργά ή γρήγορα θα τον έφτανε.
Ο κρατερός ήλιος βασίλευε στον ουρανό εδώ και ώρα. Ο εκπρόσωπος του νόμου είχε αποφασίσει να μην ξαποστάσει το βράδυ. Ήταν σίγουρος ότι ο αντίπαλός θα έκανε το αντίθετο. Όποιος έκανε το λάθος θα πλήρωνε. Έβγαλε το καπέλο του για να κάνει αέρα στο ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Ο καλπασμός του ζωντανού είχε εκφυλιστεί πια σε απλό βηματισμό. Ήταν έτοιμος να σταματήσει για να πιεί λίγο καφέ και να ξαποστάσει, όταν στο βάθος, κοντά στους βράχους, είδε να σηκώνεται ένα παρατεταμένο σύννεφο σκόνης. Έπρεπε να συνεχίσει για λίγο ακόμα. Πότισε το ζώο και συνέχισε την πορεία του.
Το σύννεφο σκόνης εξαφανίστηκε καθώς οι βράχοι έφραζαν το οπτικό πεδίο. Το μονοπάτι πέρναγε ανάμεσά τους. Τράβηξε τα χαλινάρια. Δεν έπρεπε να πάει στο στόμα του λύκου απροετοίμαστος. Ο Σμιθ θα του είχε στήσει καρτέρι. Κατασκήνωσε πίσω από ένα δέντρο και κάτι πουρνάρια. Δεν ήταν τόσο εκτεθειμένος πλέον.
Ο χρόνος περνούσε και παρέμενε υπομονετικά στη θέση του. Αν ο καταζητούμενος είχε φύγει ήδη; Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο, θα του ξέφευγε σίγουρα. Έβγαλε από το άλογο τις προμήθειές του εναποθέτοντάς τις ανάμεσα στα πουρνάρια. Έπιασε το άλογο από το λουρί και προχώρησε με απόλυτη προσοχή προς το πέρασμα. Προτού φτάσει στην είσοδο το χτύπησε στα καπούλια του αφήνοντας το λουρί του. Το ζώο διέσχισε τον δρόμο και χάθηκε από τα μάτια του. Ο μάρσαλ μπήκε αμέσως κι εκείνος στο πέρασμα. Κόλλησε στις σκιές των βράχων προχωρώντας διαρκώς με προσοχή. Ένα λάθος και ίσως την επόμενη στιγμή να ήταν μακαρίτης.
Είχε φτάσει προς το τέλος της διαδρομής και δεν έβλεπε κανένα σημάδι του. Ένα απότομα κούνημα σε μια σχισμή του βράχου τον έκανε να αλλάξει άρδην γνώμη. Από μέσα της ξεπετάχτηκε εκείνος. Δεν τον είχε δει ακόμα. Ο μάρσαλ έβγαλε το πιστόλι. Τον σημάδεψε και φώναξε «Γύρνα να μονομαχήσουμε ως είθισται», χωρίς να νιώθει φόβο για τον αντίπαλό του. Επιτέλους όλα θα τελείωναν.
Ο Σμιθ ξαφνιάστηκε από την εμφάνισή του. Έμεινε εμβρόντητος προσπαθώντας να του μιλήσει. Σκέφτηκε να τραβήξει το Κολτ του και να τον σκοτώσει. Δεν θα προλάβαινε όμως. Δεν υπήρχε επιλογή, έπρεπε να παίξει το παιχνίδι του, άλλωστε είχε τις ίδιες πιθανότητες με τον μάρσαλ. Έγνευσε καταφατικά και στάθηκε στο κέντρο του δρόμου. Στην ίδια ευθεία στάθηκε και ο Μαλόουν. Τα μάτια του κάρφωναν τα χέρια του αντιπάλου του.
«Αυτή τη φορά κάποιος από τους δυο μας θα πεθάνει Σμιθ», και το αριστερό του χέρι τράβηξε γρηγορότερα το σιδερικό. Πάτησε τη σκανδάλη και τον βρήκε στην παλάμη του καλού χεριού του. Οι οιμωγές του τραυματισμένου σκέπασαν όλη την περιοχή. Παρά το χτύπημα βρήκε ξανά τον αυτοέλεγχό του και τραβώντας ένα μαχαίρι που φύλαγε στη δεξιά του μπότα όρμισε στον Έρνεστ. Ένα δεύτερος πυροβολισμός ακούστηκε. Τον χτύπησε στο πόδι. Το μαχαίρι ξέφυγε από τα χέρια του.
«Σκότωσέ με γελοίε. Οι σωστοί άνδρες τιμούν τα παντελόνια και τον λόγο τους. Είσαι σιχαμένος», φώναξε φτύνοντάς τον. Ο νικητής αγνόησε τις βρισιές. Άρπαξε από το άλογο του ντεσπεράντο το σκοινί και τον έδεσε.
«Ο νόμος είναι σκληρός και αμείλικτος Σμιθ. Δεν είμαι χαζός για να τον παραβώ», δήλωσε ο γεροδεμένος άνδρας καθώς χανόταν στον ορίζοντα κάτω από το ηλιοβασίλεμα περπατώντας μπροστά από το άλογο που κουβαλούσε τον καταζητούμενο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου