Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

Ο Ιεροκήρυκας


«Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν», επανέλαβε η όμορφη γυναίκα που πριν από μερικά λεπτά τον είχε χτυπήσει στο πρόσωπο μ’ένα πανίσχυρο δεξί κροσέ. Είχε κατάμαυρα μαλλιά και φορούσε ένα δερμάτινο παντελόνι μαζί με μία σκουροπράσινη μπλούζα. Πως διάολο είχε κινηθεί τόσο γρήγορα; Και γιατί ενδιαφερόταν για τον Κέβιν;

«Τι θες να μάθεις;», ρώτησε ο πρώην στρατιωτικός Ματ Φλάναγκαν καθώς προσπαθούσε να βρει μία διέξοδο. Δεν ήταν ηλίθιος. Είχε πολεμήσει τόσα χρόνια στον Κόλπο και μπορούσε να ζυγίσει τους αντιπάλους του. Η γυναίκα ήταν επικίνδυνα δυνατή. Θα μπορούσε κάλλιστα να τον είχε σκοτώσει. Έπρεπε κάπως να ξεφύγει.

«Θέλω να μου μιλήσεις για τη σκοτεινή πλευρά  σου. Πρέπει να πεις όλα όσα ξέρεις», απάντησε σιβυλλικά εκείνη πλησιάζοντας όλο και περισσότερο τον ηλιοκαμένο άνδρα.

«Όλα όσα έγιναν τότε ανήκουν στο παρελθόν. Ο Ιεροκήρυκας δεν υπάρχει πλέον. Έχει πάψει να υπάρχει. Σε παρακαλώ άσε με να φύγω», ψέλλισε ο πρώην στρατιωτικός καθώς οπισθοχωρούσε. Μερικά βήματα πιο πίσω υπήρχε ένα αδειανό γυάλινο μπουκάλι. Αν το έπιανε, μπορούσε να σωθεί. Ήταν η μοναδική του ελπίδα. «Δεν κυκλοφορώ πια μ’αυτό το όνομα. Νομίζω πως το ξέρεις», πρόσθεσε διπλασιάζοντας την ταχύτητα των βημάτων του.

Λίγο προτού ανοίξει το στόμα της, ο Ματ είχε πιάσει το μπουκάλι. Μπορούσε να την κερδίσει επιτέλους! Έστρεψε θριαμβευτικά το κορμί του. Τα δάχτυλα του καλού χεριού του είχαν τυλίξει το στόμιο του μπουκαλιού. Όλα θα τελείωναν σύντομα. Η γυναίκα όμως είχε εξαφανιστεί. «Γαμώτο», ψέλλισε. Είχε καταλάβει ότι αυτή τη φορά δεν θα την έβγαζε καθαρή. Η Μαριόν δεν θα τον άφηνε να ζήσει. Εκείνη πρέπει να ήταν. Δεν υπήρχε άλλη που να μπορούσε να κινηθεί τόσο γρήγορα στο σκοτάδι. Γιατί είχαν στείλει συγκεκριμένα αυτή;

Ένιωσε τα κρύα χέρια της να τυλίγονται γύρω από τον λαιμό του. «Θέλεις να ξεκινήσω να ψέλνω τα λόγια σου προτού τον σκοτώσεις, Ιεροκήρυκα; Γιατί σκότωσες τον Κέβιν;», ρώτησε και η θηλιά της είχε γίνει ξαφνικά ακόμα πιο σφιχτή. Δεν θα μπορούσε να απαντήσει. Το ήξεραν και οι δύο. Έπρεπε να πιάσει κάποιο από τα αιχμηρά αντικείμενα που έκρυβε στην καμπαρντίνα του.

Έκανε να κουνήσει το δεξί του χέρι, αλλά δεν είχε νόημα. Η Μάριον τον έσφιξε περισσότερο. Σε λίγο θα πέθαινε. «Γιατί έστειλαν εσένα;», ψέλλισε ο Φλάναγκαν. Εκείνη χαμογέλασε και χαλάρωσε τη  λαβή της. Ύστερα από λίγο τον άφησε. «Μην ανησυχείς. Δεν θα πονέσεις καθόλου», ψιθύρισε τραβώντας από την τσέπη της το όπλο με τον σιγαστήρα.

«Κοίταξε! Είμαι το χθες, το σήμερα κι ο Αδερφός του Αύριο! Έχω γεννηθεί ξανά και ξανά», έψαλε πατώντας τη σκανδάλη.

Η σφαίρα τον βρήκε ανάμεσα από τα μάτια. Ένιωσε τη φλόγα της ψυχής να σβήνει. Ο Ιεροκήρυκας κείτονταν πλέον νεκρός σ’εκείνο τον σκοτεινό τόπο, όπου πριν από χρόνια είχε διαπράξει το πρώτο του έγκλημα, τον βιασμό μιας νεαρής κοπέλας που λεγόταν Μάριον. Δεν είχε μάθει ποτέ το όνομά της.

Το συγκεκριμένο διήγημα είχε γραφτεί με αφορμή έναν διαγωνισμό διηγήματος από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου