Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

«Τσουνάμι» χτύπησε τα ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία


Ρεπορτάζ: Γιάννης Ν. Μπασκόζος.
Τα μικρά ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία , κυρίως της περιφέρειας, πολλά από τα οποία ανοίξανε πριν 1- 2χρόνια, αλλά και τα παλιότερα νιώθουν να πνίγονται. Οι καλές προϋποθέσεις με τις οποίες ξεκίνησαν βουλιάζουν μέσα στο ανησυχητικό κλίμα των ημερών. Μπορεί ο ΦΠΑ στο βιβλίο να μειώθηκε από το 6.30% στο 6%  αλλά αυτό δεν μπόρεσε να κάνει την αγορά βιβλίου να χαμογελάσει.  Ο Θοδωρής Βασιλόπουλος (Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης Χαλάνδρι και Κηφισιά) είναι ιδιαίτερα ανήσυχος. «Την Δευτέρα μετά τα capital controls δεν πάτησε ψυχή στο βιβλιοπωλείο. Όσοι ήρθαν αργότερα το επέλεξαν  μάλλον για ψυχοθεραπεία, να αισθανθούν λίγο καλύτερα. Ξεφύλλιζαν βιβλία αλλά δεν αγόραζαν. Ο τζίρος μας σε σχέση με τον περυσινό Ιούλιο έπεσε 40%. Σε απόλυτους αριθμούς αυτό το νούμερο είναι πολύ μεγάλο αν σκεφτούμε ότι ο Ιούλιος είναι ο τρίτος καλύτερος μήνας μετά τον Δεκέμβριο και τον Σεπτέμβριο με τα παιδικά. Σημειωτέον ότι το 60% του τζίρου ήταν με κάρτες ενώ εμείς για να παραγγείλουμε λίγα νέα βιβλία χρειαζόμασταν μετρητά».
Υπήρξαν όμως και παράπλευρες απώλειες: « Έχουμε πρόβλημα τροφοδοσίας καθώς οι εκδότες δεν ανατυπώνουν, πουλάμε βασικά ότι έχουμε στο βιβλιοπωλείο. Πολλά καλά βιβλία θα χαθούν από την αγορά , καθώς δεν θα γίνονται επανεκδόσεις», λέει ο Θ.Βασιλόπουλος.  Θα βοηθήσει η μεταφορά του ΦΠΑ του βιβλίου από το 6.30% στο 6.00%,αναρωτιέμαι. «Προς το παρόν υπάρχει χάος , καθώς δεν εφαρμόζουν όλοι οι εκδότες το ίδιο σύστημα. Άλλοι αναπροσαρμόζουν την τιμή και άλλοι όχι. Νομίζω ότι  η μικρή αυτή μείωση δεν πρόκειται να ανατρέψει την καταναλωτική αρνητική δυναμική».
«Χάθηκε η σεζόν», λέει και η Μαρία Παπαγεωργίου από το βιβλιοπωλείο «Επί λέξει», ένα νέο βιβλιοπωλείο, που άνοιξε πριν από ενάμιση χρόνο στις αρχές της οδού Ακαδημίας. «Μέχρι τον Ιανουάριο του 2015 και πριν τις εκλογές υπήρχε ανάκαμψη. Μετά τις εκλογές, τους μήνες από Φεβρουάριο έως Απρίλιο, είχαμε μια πτώση 20% στον τζίρο μας , κάτι που το θεωρούσαμε και φυσιολογικό, μιας και αυτοί είναι «αδύνατοι» καταναλωτικά μήνες. Όμως εκεί που περιμέναμε ανάκαμψη τον Ιούνιο και Ιούλιο ήρθαν τα capital controls   κι έριξαν το τζίρο μας κατά 50%. Χάθηκε ο δεύτερος καλύτερος μήνας μας και μαζί του όλη η σεζόν.  Το στοκ μας δεν ανανεώνεται, οι εκδότες ζητάνε μετρητά, ενώ οι πελάτες πληρώνουν με κάρτα. Υπάρχουν εκδότες που μας έχουν ειδοποιήσει ότι θα μειώσουν 70% την παραγωγή τους με ότι συνεπάγεται αυτό για όλο το κύκλωμα του βιβλίου.
LEMONI
Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Θησείο
Ο Σπύρος Ξένος από το  Βιβλιοπωλείο «Λεμόνι» στο Θησείο δίνει το δικό τους στίγμα σε μια περιοχή που είναι και τουριστική:  «Ανησυχία και φόβος για το μέλλον είναι το αίσθημα της αγοράς βιβλίου για το πρώτο εξάμηνο του 15 –  παραμένει το ίδιο με το αντίστοιχο περυσινό. Οι πωλήσεις είναι  λιγότερες και η εκδοτική παραγωγή πολύ μικρότερη από  αυτή των παλαιότερων ετών. Στο Βιβλιοπωλείο Λεμόνι προσπαθούμε με καλύτερες τιμές να ανταπεξέλθουμε σε αυτή την κρίση που επηρεάζει και τον χώρο του βιβλίου. Ευτυχώς μας βοηθά η στάση των περισσότερων εκδοτών που κρατά τις τιμές των βιβλίων τους χαμηλά αυτή την περίοδο της οικονομικής κρίσης που ο αναγνώστης δεν έχει τα χρήματα που είχε παλαιότερα για να αγοράσει περισσότερα βιβλία».
booktalks1
Booktalks, Π.Φάληρο

O  Άγης Αθανασιάδης από το βιβλιοπωλείο «Booktalks» στο Φάληρο  σκιαγραφεί ως εξής την κατάσταση: «Υπήρχε μια σχετική άνοδος της τάξης του 10% (που οφείλεται στον πολύ καλό Ιούνιου που είχαμε) που διακόπηκε βίαια με την επιβολή του capital control και της αναγγελίας του δημοψηφίσματος το τελευταίο Σαββατοκύριακο  του Ιουνίου. Από εκείνη την ημέρα και μέχρι την ψηφοφορία στην Βουλή που άλλαξε την ψυχολογία του κόσμου, οι πωλήσεις μας έκαναν μια βουτιά της τάξεως του 60% σε σχέση με τον προηγούμενο Ιούλιο».
Ποια είναι τα βιβλία που αγοράζονται, έστω αυτά τα λίγα. Στο Booktalks είναι όσα έχουν σχέση με την κρίση και τα οικονομικά μέτρα είτε πρόσφατες εκδόσεις λογοτεχνίας όπως Μοντιανό, Ελρόυ, Χ.Μαρίας, Χ. Βάσκες, Κραζναχορκάι κ.ά . Στο «Λεμόνι» βιβλία που συνεχίζουν να αγοράζονται ανεξάρτητα της οικονομικής κρίσης είναι η μεταφρασμένη  ελληνική λογοτεχνία που απευθύνεται όμως περισσότερο σε ξένους και επισκέπτες της χώρας μας και οπωσδήποτε τα σχολικά, τα βοηθήματα, τα ξενόγλωσσα κλπ.
Ένα βασικό ερώτημα είναι τι κάνουν οι πιστοί πελάτες, εξακολουθούν να αγοράζουν βιβλία. Ο Σπύρος Ξένος λέει: «Οι πιστοί πελάτες μας πρέπει να πούμε ότι έχουν γίνει πιο πιστοί ακόμη γιατί συνεχίζουν έστω και με μειωμένα χρήματα να παίρνουν σίγουρα λιγότερα βιβλία , οπωσδήποτε όμως αυτό είναι που μας στηρίζει σήμερα … το μεγαλείο της ψυχής τους να κρατήσουν με κάθε τρόπο ανοικτά τα μικρά βιβλιοπωλεία. Νομίζω ότι ένα ευχαριστώ θα ήταν και αυτό λίγο». Ο Άγης Αθανασιάδης λέει ότι «συνεχίζουν να αγοράζουν αλλά σε περιορισμένες ποσότητες. Έχουμε πελάτες που ξοδεύουν κατά μέσο όρο, 100 ευρώ τον μήνα για βιβλία, αυτοί δεν έχουν αγοράσει καθόλου μέσα στον Ιούλιο, ή έχουν αγοράσει 1 ή 2 βιβλία. Υπάρχουν και κάποιοι που δεν αγοράζουν τον τελευταίο μήνα, λόγω των capital controls. Γενικότερα υπάρχει πάγωμα και διστακτικότητα στην αγορά, ενώ οι περισσότεροι κυνηγάνε πλέον τις προσφορές των εκδοτικών οίκων ή τις προσφορές από κουπόνια εφημερίδων». Τέλος ο Θ. Βασιλόπουλος αναφέρει ότι οι καλοί πελάτες αγοράζουν πρωτίστως για τα παιδιά τους ενόψει των διακοπών.

Πώς θα είναι το μέλλον;
επι λεξειΤο μέλλον μοιάζει ζοφερό. Ο Θοδωρής Βασιλόπουλος αναφέρεται σε μια «πρωτόγνωρη εμπειρία για το πώς θα είναι το μέλλον» και εξηγεί: « Ο καταναλωτής χάνει την ασφάλεια του, δεν αισθάνεται άνετα να καταναλώνει, πολύ φοβάμαι ότι θα επισκεφθεί, καλώς εχόντων των πραγμάτων, τα βιβλιοπωλεία τα ερχόμενα Χριστούγεννα».  Η Μαρία Παπαγεωργίου συμπληρώνει ότι «το χειρότερο είναι ότι η κατάσταση αυτή θα παγιωθεί. Αν σκεφτείτε ότι το βιβλιόφιλο κοινό είναι πολύ μικρό προβλέπω ότι τους επόμενους μήνες η κατάσταση θα χειροτερέψει ραγδαία και θα υπάρχουν σοβαρές ανακατατάξεις στον χώρο του βιβλίου. Ήδη οι εκδότες αναβάλλουν τον προγραμματισμό τους, δυσκολεύονται με το προσωπικό τους κι αν μάλιστα μπούμε σε προεκλογική περίοδο από τον Σεπτέμβριο , τότε θα γνωρίσουμε ένα καταστροφικό τσουνάμι».

Οι εκδότες στη μέγγενη  
Οι εκδότες βρίσκονται σε μεγαλύτερη και δυσκολότερη ,ίσως, κατάσταση από τους βιβλιοπώλες. Το ρευστό χρήμα , ως γνωστόν , έστω και περιορισμένα, υπάρχει στα βιβλιοπωλεία. Οι εκδότες έχουν να αντιμετωπίσουν πολλαπλά προβλήματα. Το πρώτο και πιο πιεστικό είναι η έλλειψη χαρτιού, το οποίο στην Ελλάδα εισάγεται και η όποια παραγγελία του μετά τα capitol controls έγινε αδύνατη. Επίσης τα μελάνια είναι εισαγόμενα και έτσι και οι τυπογράφοι απαιτούν μετρητά για να τυπώσουν. Μελάνια και χαρτιά πήγαν στο 23% κάτι που καθιστά δώρο άδωρο την μείωση του ΦΠΑ στο βιβλίο από 6.30 σε 6%. Μέσα σε αυτό τον κλοιό πολλοί εκδότες ανέβαλαν τις εκδόσεις που είχαν στο τυπογραφείο για να προλάβουν την αγορά του καλοκαιριού ενώ ανέβαλλαν επ'αόριστον την παραγωγή που προετοίμαζαν για φθινόπωρο και χειμώνα. Ήδη ορισμένα εκδοτικά έδωσαν στο προσωπικό τους τις καλοκαιρινές άδειες, άλλοι έδωσαν αναγκαστικές άδειες ή έθεσαν σε προσωρινή διαθεσιμότητα τμήμα του προσωπικού. Παράλληλα έκαναν εκ περιτροπής ωράριο εργασίας και προβληματίζονται σοβαρά για το μέλλον- αν δηλαδή μπορούν να αντέξουν σε ένα παρατεταμένο καθεστώς κρίσης.   Διαφημιστές, μεταφραστές, συγγραφείς παραμένουν και θα παραμείνουν απλήρωτοι για καιρό ακόμα.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Τμήμα του ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Επένδυση, 25/7/2015.
2. Για το ΦΠΑ στα βιβλία βλέπε ακόμα: http://www.oanagnostis.gr/vivlio-pos-mia-miosi-ine-afxisi/
3. Η φωτό στην αρχή του άρθρου είναι από το Βιβλιοπωλείο Ευριπίδης στο Χαλάνδρι

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

ΦΠΑ βιβλίου: Πώς μια μείωση είναι..αύξηση

H μεταφορά του ΦΠΑ στο βιβλίο από το 6.30% στο 6% δεν έλυσε κανένα πρόβλημα μάλλον δημιούργησε κι άλλο. Πώς; Το εξηγεί πολύ καλά η επιστολή της Ένωσης Ελληνικού Βιβλίου προς τον πρωθυπουργό και τα πολιτικά κόμματα.
«Αξιότιμε κ. πρωθυπουργέ,
Το σύνολο των εκδοτικών και βιβλιοπωλικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας επιθυμεί να σας ενημερώσει για ένα πιθανό λάθος που έγινε με την τροποποίηση του νόμου για τους συντελεστές του ΦΠΑ.
Στον προηγούμενο νόμο, το βιβλίο ετύγχανε 50% έκπτωσης από τον χαμηλό ΦΠΑ 13%, ήτοι 6,5%, και την ίδια έκπτωση ελάμβαναν και οι υπηρεσίες φασόν που χρειάζονται για την παραγωγή του βιβλίου (εκτυπώσεις, βιβλιοδεσίες, κοκ) και άρα επιβαρύνονταν με 6,5%.
Στον νέο νόμο, ενώ το βιβλίο εντάχθηκε στο 6%, οι υπηρεσίες για την παραγωγή του βιβλίου υπόκεινται σε ΦΠΑ 23%. Όπως καταλαβαίνετε, η τεράστια αυτή διαφορά (από το 6% στο 23%) δεν μπορεί να καλυφθεί από τις πωλήσεις των βιβλίων, καθώς το περιθώριο μικτού κέρδους μας επ’ ουδενί δεν φτάνει για να καλύψει τη διαφορά των δύο συντελεστών.
Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι, εξαιτίας των ειδικών συνθηκών, οι οποίες διαμόρφωσαν στενά χρονικά περιθώρια, οι υπηρεσίες φασόν του βιβλίου δεν υπήχθησαν στον συντελεστή 6%.
Στην περίπτωση όμως που αυτό έγινε εν γνώσει των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών, θα θέλαμε να σας παραθέσουμε τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν άμεσα από αυτή την απόφαση:
  • Η αύξηση της αξίας της παραγωγής κατά 16% θα είναι εξαιρετικά επιβαρυντική για τη ρευστότητα της μικρομεσαίας εκδοτικής επιχείρησης.
  • Είναι εξαιρετικά δύσκολο και χρονοβόρο, σήμερα, να διεκδικήσει μια μικρομεσαία εκδοτική  επιχείρηση την επιστροφή ή τον συμψηφισμό του ΦΠΑ με άλλους φόρους.
  • Επίσης, είναι εξαιρετικά επιβαρυντική για το λιγοστό προσωπικό των εφοριών η διαδικασία ελέγχου και έγκρισης της επιστροφής του ΦΠΑ τόσων πολλών επιχειρήσεων.
  • Ακριβώς λόγω όλων των ανωτέρω, οι περισσότερες εκδοτικές επιχειρήσεις θα στραφούν στην ανάθεση της παραγωγής τους σε τυπογραφεία άλλων Ευρωπαϊκών χωρών (Βουλγαρία, Ρουμανία, Ιταλία) προκειμένου να μηδενίσουν τον ΦΠΑ στο στάδιο της παραγωγής. Με αυτόν τον τρόπο το Ελληνικό κράτος θα χάσει και την έγκαιρη είσπραξη ΦΠΑ (στο στάδιο της παραγωγής), καθώς και άλλα φορολογικά έσοδα αφού η εκδοτική παραγωγή θα κατευθυνθεί στο εξωτερικό.
  • Οι εγχώριες μονάδες εκτύπωσης και βιβλιοδεσίας θα χάσουν το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών τους και πολλές από αυτές θα κλείσουν.
  • Τέλος, με αυτόν τον τρόπο θα χειροτερεύσει και το εμπορικό ισοζύγιο του κράτους.
Πιστεύουμε πως είναι επωφελές για όλους – κράτος, επιχειρήσεις, αναγνωστικό κοινό – να δοθεί άμεσα λύση στο τεράστιο αυτό πρόβλημα που έχει προκύψει.
Με εκτίμηση

Το Δ.Σ. της Ένωσης Ελληνικού Βιβλίου

Ιωάννης Κωνστανταρόπουλος,                                    Κωνσταντίνος Γκοβόστης
              Πρόεδρος                                                                 Γενικός Γραμματέας
     (Εκδόσεις Μίνωας)                                                           (Εκδόσεις Γκοβόστη)
   
         Ελένη Πατάκη                                                      Αργύρης Καστανιώτης
              Αντιπρόεδρος                                                                      Ταμίας
         (Εκδόσεις Πατάκη)                                                            (Εκδόσεις Καστανιώτη)

Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος
Αναπληρ. Γενικός Γραμματέας
                                                        (Εκδόσεις Διόπτρα)

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Το Εμπόρευμα


Περπάτησε μπροστά από το άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου στην πλατεία Δικαστηρίων. Η βροχή μαζί με τον αγέρα τον μαστίγωναν. Είχε φορέσει μία καφετιά μακριά καμπαρντίνα για να προστατευτεί. Έκανε καλή δουλειά, όχι τίποτα το τρομερό, αλλά τουλάχιστον δεν είχε γίνει ακόμα μούσκεμα. Το ραντεβού του είχε αργήσει κι αυτός ήταν ο κύριος λόγος που τον είχε κυριεύσει το άγχος. Τον είχε διαβεβαιώσει ότι θα βρισκόταν στο σημείο που είχε οριστεί ακριβώς στην ώρα του. Συνήθως ο Τζόελ Μαλόουν κράταγε τις υποσχέσεις του. «Κάτι πρέπει να έχει συμβεί», σκέφτηκε καθώς άνοιγε την καταπακτή κάτω από μια κολόνα με φως για να πάρει ένα λαθραίο πακέτο τσιγάρων. Δεν ήταν σαν τα Κάμελ, μα έκαναν τη δουλειά τους. Είχαν μια απαίσια γεύση έντονης πίσσας που για κάποιον ανεξήγητο λόγο του άρεσε. Την έβρισκε ερεθιστική.

Ήταν απορίας άξιο που ενώ οι μπάτσοι βρίσκονταν λίγα μέτρα πιο κάτω, στην πλατεία Αριστοτέλους, άφηναν τους έμπορους να πουλάνε ανενόχλητοι τα τσιγάρα. Λογικά, θα έπαιρναν και οι ίδιοι κάποια προμήθεια. Πάντα έτσι γινόταν, ακόμα και στη δουλειά τους. Και οι πούστηδες είχαν και υψηλές απαιτήσεις! Έπαιζαν ζητώντας κάθε φορά και περισσότερα. Οι κόκκοι της άμμου όμως στην κλεψύδρα του χρόνου είχαν αρχινήσει να αδειάζουν κι εκείνος ο μαλάκας ο μπάτσος που είχε κοντέψει να τους τη φέρει την τελευταία φορά δεν θα έβλεπε ξανά το φως της μέρας. Όλα ήταν μέσα στο πρόγραμμα. Όποιος προσπαθούσε να τους προδώσει θα έβλεπε την επομένη τα ραδίκια ανάποδα.

Κάτι Αλγερινοί εμφανίστηκαν από την γωνία. Ήθελαν να τον τιμωρήσουν μάλλον που είχε αρπάξει λίγο από το εμπόρευμα. Ποιος ξέρει γιατί είχαν αναγκαστεί να κάνουν αυτή την κωλοδουλειά; Είχε και καλά παιδιά η νύχτα, το ήξερε από πρώτο χέρι, ωστόσο, ακόμα κι εκείνα αν ήθελαν μπορούσαν να  στη φέρουν άσχημα. Πισωπάτησε βγάζοντας προσεκτικά το όπλο του. Δεν ήθελε να τον δουν οι ταρίφες στην πιάτσα. Έπρεπε μόνο να αντιληφθούν οι Αλγερινοί τι τους περίμενε.

Μόλις αντίκρισαν το όπλο κοκάλωσαν. Ο ψηλότερος άρπαξε τον άλλον από το μπράτσο και τον τράβηξε. Του είπε κάτι Αραβικά. Ο Ευγενίδης μπόρεσε να διαβάσει τα χείλη του. Είχε πολεμήσει άλλωστε τόσα χρόνια στον Κόλπο, αλίμονο αν δεν ήταν σε θέση να μιλήσει την Αμίγια[1] και τη Φούσχα[2].  Εκείνος έφερε αντίσταση. Έριξε ένα πύρινο βλέμμα στον Ελληνοαμερικάνο και τελικά γύρισε από την άλλη. Δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν έναν οπλισμένο.

Ο σκληροτράχηλος μεσήλικας άνοιξε το σκούρο μπλε πακέτο. Στάθηκε κάτω από ένα δέντρο δίπλα του και βάλθηκε να παίζει μ’ ένα τσιγάρο. Έλεγξε πάλι το ρολόι χειρός του. Θα περίμενε ακόμα πέντε λεπτά κι ύστερα θα έφευγε. Μπορεί να του την είχαν στημένη.

Στο βάθος εμφανίστηκε η γνώριμη σιλουέτα του Τζόελ. Μετακινήθηκε από τη θέση του. Στάθηκε κάτω από την τέντα του κλειστού περιπτέρου. Είχε βραχεί ήδη αρκετά, αν συνέχιζε να παρέμενε εκεί την επόμενη μέρα θα την έβγαζε μάλλον στο κρεβάτι με έντονο βήχα και πυρετό. Σιχαινόταν το κρυολόγημα και γενικότερα τις αρρώστιες. Είχε δει πολλά στο Αφγανιστάν. Ήταν καλύτερο να πεθάνεις ακαριαία από σφαίρα. Πέταξε το βρεγμένο τσιγάρο του. Τράβηξε ένα ακόμη. Τα χοντροκομμένα δάχτυλα του δεξιού του χεριού έβγαλαν από την αριστερή τσέπη του πανωφοριού του έναν αναπτήρα Ζίπο. Το άναψε και τράβηξε μερικές τζούρες. Τα πνευμόνια του γεύτηκαν την πίσσα. Ήταν ωραίο και αναζωογονητικό συναίσθημα.

Η σιλουέτα τον πλησίαζε ολοένα και ταχύτερα. Είχε αντιληφθεί ότι στη Θεσσαλονίκη δεν μπορούσες να παίζεις με τα καιρικά φαινόμενα. Ήταν κι εκείνος ο καταραμένος Βαρδάρης που λυσσομανούσε, παγερός σαν να προερχόταν από τους Πόλους. Σε λίγο θα ερχόταν και η ομίχλη. «Κωλόκαιρος δικέ μου», είπε ο Αμερικάνος σφίγγοντας δυνατά το χέρι του πρώην συμπολεμιστή του στο Αφγανιστάν. Οι δυο τους έκαναν καλή ομάδα. Είχαν βγάλει κάμποσα φράγκα μέχρι στιγμής και  το συγκεκριμένο εμπόρευμα που έπρεπε να μεταφέρουν και να διοχετεύσουν στην αγορά ήταν βέβαιο ότι θα τους αποζημίωνε και με το παραπάνω.


Ο Ευγενίδης δεν έκανε κανένα σχόλιο. Προτίμησε να συνεχίσει να σχηματίζει δαχτυλίδια με τον καπνό. Ήξερε ότι η συνάντηση ήταν άκρως σημαντική και ότι παίζονταν πολλά φράγκα. Αυτοί λογικά θα έπρεπε να κάνουν μια τελευταία μεταφορά. Ύστερα, μπορούσαν να πάνε στα σπίτια τους. Η υπομονή του είχε φτάσει στο ναδίρ με την αργοπορία του. Τόσα χρόνια όμως στον πόλεμο είχε βιώσει πολύ χειρότερες καταστάσεις. Το φορτίο αυτό θα αποτελούσε το κλειδί για τις πύλες του παραδείσου. Θα επέστρεφε στην Αμερική, θα αγόραζε μία αξιοπρεπέστατη μονοκατοικία και θα παρέμενε εκεί για το υπόλοιπο της ζωής του μακριά από παράνομες δραστηριότητες. Μπορούσε να ζήσει και στην Ελλάδα, αλλά δεν την λογάριαζε ως πατρίδα. Θα ερχόταν κάπου κάπου για διακοπές λογικά το καλοκαίρι. Άνηκε άλλωστε στην αξιόλογη τάξη των Ελλήνων του εξωτερικού. Γιατί να μην εκμεταλλευόταν τον τίτλο; Όλοι στα όπα όπα τον είχαν όταν τους φανέρωνε ότι οι γονείς του ήταν Έλληνες που εγκαταστάθηκαν πριν από χρόνια στις Η.Π.Α.

«Εδώ έχει όλα όσα πρέπει να ξέρεις. Μην ξεχνάς ότι δεν υπάρχει πλέον γυρισμός. Πρέπει να τηρήσουμε τα συμφωνηθέντα. Αν τα καταφέρουμε θα είναι λογικά η τελευταία μας τέτοια δουλειά», εκστόμισε ο άνδρας γαζώνοντας με τις ματιές του το κορμί του άνδρα. Οι βροντές και οι αστραπές συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση. Ένιωθε τα ρούχα του να έχουν γίνει ένα με το δέρμα.

«Δεν υπάρχει αν. Θα τα καταφέρουμε. Δεν έχουμε επιλογή. Θα σε πάρω τηλέφωνο», δήλωσε καθώς απομακρυνόταν από το κλειστό περίπτερο παίρνοντας τον φάκελο από τα κρύα χέρια του συμπολεμιστή του. Είχε ανάψει ένα καινούριο τσιγάρο και μάλιστα είχε αφαιρέσει το φίλτρο. Η ένταση των τελευταίων ημερών είχε αυξήσει τη λίμπιντο. Έπρεπε κάπως να χαλαρώσει.

Είχε χώσει τον φάκελο σε μια μεγάλη εσωτερική θέση της ιδιόμορφης καμπαρντίνας του. Το βήμα του παρέμενε αργό και σταθερό. Δεν έκρυβε κάποια υποβόσκουσα ένταση ούτε φανέρωνε άγχος. Το άφιλτρο τσιγάρο είχε κάνει τη δουλειά του. Ο Τζορτζ Ευγενίδης προχωρούσε προς την οδό Βαλαωρίτου, εκεί όπου σύχναζε τα βράδια ο νεανικός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης. Είχε αντιληφθεί κάποιες περίεργες κινήσεις από τον κοντό άνδρα που βάδιζε πίσω του σε απόσταση ασφαλείας. Είχε την αίσθηση ότι τον παρακολουθούσε. Ίσως να ήταν ασφαλίτης και αυτό δεν ήταν καθόλου καλό. Έπρεπε να συνεχίσει να βηματίζει με το ίδιο τέμπο. Κάθε απότομη κίνηση θα ενεργοποιούσε αλυσιδωτά τις αντιδράσεις του διώκτη του.

Στάθηκε δίπλα στο γυράδικο που υπήρχε στη γωνία της Ίωνος Δραγούμη με την οδό Εγνατία. Έριχνε κλεφτές ματιές στο φανάρι απέναντι. Αργά ή γρήγορα θα αναγκαζόταν να διασχίσει τον δρόμο. Εκεί κοντά ήταν το ξενοδοχείο του άλλωστε. Δεν είχε καλή φήμη, μα οι υπάλληλοί του ήταν ιδιαιτέρως διακριτικοί κι αυτό ήταν το σημαντικότερο. Παρήγγειλε μία μερίδα γύρο καθήμενος σ’ ένα από τα ελάχιστα τραπέζια του μαγαζιού. Έπρεπε να σπαταλήσει όσο περισσότερο χρόνο γινόταν. Κάποια στιγμή ο ασφαλίτης θα τα παρατούσε. Η μεταφορά θα γινόταν εκείνο το βράδυ. Αν δεν έφευγε μόνος του θα αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει σκληρότερες μεθόδους.

Ο σερβιτόρος εναπόθεσε στο τραπέζι του την παραγγελία του. Όσο καιρό βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη το είχε ρίξει στο φαγητό. Οι κάτοικοι της συμπρωτεύουσας ήξεραν να τρώνε. Στα Λαλάδικα βρισκόντουσαν τα στέκια του. Είχε περάσει κάμποσες νύχτες εκεί κερνώντας πιτσιρίκες. Ύστερα, τις καλούσε στο ξενοδοχείο που διέμενε. Οι περισσότερες ενέδιδαν στα προστάγματά του. Αν είχες χρήματα μπορούσες να κάνεις τα πάντα.

Ο μπάτσος προσπέρασε το κατάστημα. Προτίμησε να τελειώσει τη μερίδα του και στη συνέχεια θα διέσχιζε τον δρόμο. Η μπόρα είχε κοπάσει άλλωστε κάμποσο και φαινόταν ότι σε λίγο θα έπαυε οριστικά. Έπιασε μια μικρή πίτα, την γέμισε με τζατζίκι, κρεμμύδι, ντομάτα και εναπόθεσε λίγο κρέας πάνω της. Την οδήγησε με χειρουργικές κινήσεις στον ουρανίσκο του. Καθώς μάσαγε έριξε μια ματιά στο ρολόι χειρός του. Είχε χρόνο ακόμα, αλλά ήθελε να ξεκουραστεί προτού αναγκαστεί να φέρει εις πέρας τη βραδινή δουλειά.

Κατευθύνθηκε προς τον πάγκο. Πλήρωσε με ψιλά τον σερβιτόρο. Το φανάρι είχε γίνει πράσινο για τους πεζούς. Ήταν η ευκαιρία του να περάσει απέναντι. Έριξε μερικά διερευνητικά βλέμματα δεξιά κι αριστερά. Σιγουρεύτηκε ότι ο ασφαλίτης τον είχε χάσει. Κατέβηκε τα σκαλάκια διπλασιάζοντας τον βηματισμό του. Πέρασε ταχύτατα μπροστά από την είσοδο του Τμήματος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. «Ρουφιάνοι και αλήτες», εκστόμισε βλέποντας τη ζωγραφισμένη ταμπέλα όπου αναγραφόταν ο τίτλος της σχολής. Οι δημοσιογράφοι έφταιγαν για τα περισσότερα δεινά αυτή της χώρας, τα οποία όμως ευνοούσαν τον ίδιο και τους ομοίους του. Έπειτα, έστριψε αριστερά και βρέθηκε επιτέλους να περιδιαβαίνει τη Βαλαωρίτου.

Βρέθηκε στην παράλληλο που ήθελε. Συνέχισε για λίγα μέτρα παραπάνω και διάβηκε επιτέλους την είσοδο του μικρού ξενοδοχείου. Καλησπέρισε εγκαρδίως τους υπαλλήλους και ανέβηκε τα σκαλιά μέχρι τον τρίτο όροφο. Δεν χρησιμοποίησε το ασανσέρ. Το σιχαινόταν. Έστριψε το κλειδί και άνοιξε την ξύλινη πόρτα αφήνοντας ένα μειδίαμα. Πέταξε στην καρέκλα το βρεγμένο πανωφόρι του και ξεντύθηκε. Άρπαξε ζεστά ρούχα από τη βαλίτσα του και τα φόρεσε. Όταν ένιωσε πάλι άνετα, άνοιξε την εσωτερική τσέπη της καμπαρντίνας τραβώντας τον μικρό φάκελο. Ξάπλωσε στο κρεβάτι. Εκείνο έτριξε. Τον άνοιξε με προσοχή. Από μέσα τράβηξε τρεις φωτογραφίες και δύο χαρτιά Α4 με την υπόδειξη να καταστραφούν εφόσον διαβαστούν. Σχεδόν πάντα υπήρχε αυτός ο όρος. Ήταν το λιγότερο που μπορούσαν να κάνουν για να μην αφήνουν σημάδια πίσω τους.


Οι φωτογραφίες έδειχναν μία εικόνα ενός αγίου, μία προτομή, ένα χρυσό κουτί με πολύτιμα σμαράγδια και ένα αναλυτικό σχέδιο της Ιεράς Μονής Λατόμου στην Άνω Πόλη. Η προτομή σύμφωνα με τις πληροφορίες προερχόταν από την περίοδο του Βυζαντίου, όταν στην ευρύτερη περιοχή ηγέτης ήταν ο Δημήτριος Α΄ ο Πολιορκητής. Αναπαριστούσε τον ίδιο. Η εικόνα άνηκε στη μονή και ήταν του Όσιου Δαβίδ, ενώ το κουτί έκρυβε μέσα τα λείψανα του ιδίου. Η προτομή βρισκόταν μέσα στην καταπακτή, μπροστά από τη θαυματουργή εικόνα. Θα μετέφεραν και τα τρία αντικείμενα μέσω των υπόγειων στοών και θα τα παρέδιδαν στον «έμπορο». Ήταν αδύνατον να βγουν βραδιάτικα από τη μονή χωρίς να τους πάρει κάποιος χαμπάρι. Το κτίριο ακριβώς δίπλα της ήταν του δήμου –στέγαζε τρεις υπηρεσίες- και είχε διαρκώς κόσμο. Το ποσό που θα λάμβαναν όμως ήταν τεράστιο. Μέτρησε κάμποσες φορές τα μηδενικά στην ουρά του αριθμού, ώστε να είναι σίγουρος για τα φράγκα. Έπιασε το κεφάλι του προσπαθώντας να συνεφέρει τον εαυτό του. Ξάφνου, συνειδητοποίησε ότι η αμοιβή τους ήταν όσο μεγάλη έπρεπε. Άλλωστε, θα διέπρατταν μία τρομερή ιεροσυλία. Όταν είχε συμφωνήσει δεν γνώριζε το είδος του αντικειμένου. Μονάχα ότι τα φράγκα θα ξεπερνούσαν το Χ ποσό.

Έπιασε το κινητό του. Τα χέρια του έτρεμαν. Πάτησε τον αριθμό και πήρε τον Μαλόουν. «Εμπρός», ακούστηκε η μπάσα φωνή του άνδρα. «Ρε συ θα πάμε να κλέψουμε μια ιερή εικόνα και λείψανα;», ρώτησε κομπιάζοντας. Όσο κοίταζε τις φωτογραφίες τόσο ένιωθε να ταράζεται η ψυχοσύνθεσή του. «Τι σε νοιάζει ρε μαλάκα; Ορθόδοξος είσαι;», ρώτησε εμφανώς εκνευρισμένος. «Η δουλειά πρέπει να γίνει είτε σε αρέσει είτε όχι. Μην ξεχνάς άλλωστε ότι δεν είμαστε άγιοι, πρώην στρατιωτικοί είμαστε», πρόσθεσε ηπιότερα.

«Έχεις δίκιο, η δουλειά πρέπει να γίνει. Τα μεσάνυχτα θα είμαι έτοιμος», ανέφερε καθώς τερμάτιζε την κλήση. Συνέχιζε να κοιτάει σαν υπνωτισμένος το υλικό που είχε στα χέρια του. Ένιωθε ότι κάτι θα πήγαινε στραβά, όπως τότε στο Ιράκ που είχε τραυματιστεί σχεδόν θανάσιμα στον αριστερό γοφό του.  

Έκανε χαρτοπόλεμο όλα τα έγγραφα. Θα τα έριχνε όταν έβγαινε στον κάδο απορριμμάτων. Έκλεισε τα φώτα και προσπάθησε να κοιμηθεί. Μολαταύτα το άγχος με τις προοδευτικά αυξανόμενες τύψεις του δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Στριφογύριζε δεξιά κι αριστερά για καιρό μέχρι να ακουστεί ο έντονος ήχος από το ξυπνητήρι του κινητού του. Έπρεπε να ετοιμαστεί καταλλήλως για τη δουλειά. Φόρεσε κατάμαυρα ρούχα. Έχωσε στην τσέπη του το πορτοφόλι του, κάτι γάντια και το πιστόλι με τον σιγαστήρα. Βεβαιώθηκε ότι είχε κρεμάσει από τον ώμο του και τη θήκη για το ντέζερτ ιγκλ. Δεν το αποχωριζόταν στις κρίσιμες αποστολές. Προκαλούσε έντονο θόρυβο, αλλά παρέμενε παρά τα χρόνια του φοβερά αποτελεσματικό. Λίγο προτού κλείσει την πόρτα έβαλε σε πλαστική σακούλα τα χαρτιά. Έστριψε το πόμολο της πόρτας. Μια φωνή ακούστηκε να του μιλάει. Ήταν τραχιά και μίλαγε αλλόκοτα. Πέταγε άναρθρες λέξεις και κραυγές.

Τράβηξε απότομα το πιστόλι του. Κοίταξε καχύποπτα το δωμάτιο. Μόνο σκοτάδι υπήρχε. Δεν φαινόταν να βρισκόταν κάποιος στον ίδιο χώρο. Ηρέμησε τον εαυτό του. Το άγχος της επικείμενης αποστολής είχε αποβεί αντιπαραγωγικό. Όφειλε να το περιορίσει. Η επιτυχία της αποστολής του εξασφάλιζε έναν βίο μες στη μακαριότητα και στη χλιδή. «Όλα θα πάνε καλά», μονολόγησε με τρεμάμενες σιγοψιθυριστές λέξεις.

Ο ταξιτζής τον άφησε στη γωνία της Κασσάνδρου με Αγίου Νικολάου. Τον πλήρωσε και βάλθηκε να την ανεβαίνει μέχρι που βρέθηκε στην Ολυμπιάδος. Τα σοκάκια είχαν ερημώσει και τα περισσότερα διαμερίσματα είχαν κλειστά τα φώτα. Κάτι πρεζάκια είχε δει να περιφέρονται στην Αγίου Νικολάου, αλλά ήταν τόσο φτιαγμένα που ήταν αδύνατον να τον αντιληφθούν. Έμοιαζαν λες και βάδιζαν στα δικά τους μονοπάτια ενός διαφορετικού παράλληλου κόσμου.

«Δαβίδ συνήφθης τῷ πάλαι, Δαβίδ νέε, Ἄλλον Γολιάθ, σαρκικά κτείνας πάθη. Ἕκτη ἐξεπέρησε πύλας βίου εἰκάδι Δαβίδ.», ακούστηκε να ψέλνει κάποιος δυνατά. Ο Τζορτζ κοίταξε απότομα τριγύρω του. Δεν ήταν λογικό να λειτουργεί κάποια εκκλησία εκεί κοντά τα μεσάνυχτα τη συγκεκριμένη μέρα. Θυμήθηκε ότι υπήρχε μία στην Καμενιάτου, λίγο πιο κάτω. Πήγε να ελέγξει. Δεν λειτουργούσε, ενώ δεν άκουσε ξανά κάποια ψαλμωδία. Έχωσε βίαια τα χέρια στις τσέπες του για να βρει τα τσιγάρα. Τα είχε αφήσει στο ξενοδοχείο. Βλαστήμησε. Το κινητό του χτύπησε. Είχε αργήσει στο ραντεβού του.

Ανέβηκε την Ελευσίνος μέχρι την Θεοφίλου κι εκεί σε μια σκιερή γωνία βρήκε τον συνάδελφό του. Κινήθηκε προς το μέρος του.

«Έπρεπε να έρθεις πιο γρήγορα», είπε ο πρώην στρατιωτικός αγριεμένα. Με το δεξί του χέρι τον έπιασε από τον γιακά και τον ταρακούνησε. Ένας μαύρος γάτος έβγαλε μια σπαρακτική κραυγή περνώντας από μπροστά τους. Η κραυγή συνοδεύτηκε από έντονα γαβγίσματα. «Κουνήσου», είπε ο Ευγενίδης επιτιμητικά.

Κατέβασε το χέρι του. Αρχίνησαν να τρέχουν γρηγορότερα κι από αφηνιασμένες φοράδες.  Διέσχισαν την οδό Επιμενίδου μέχρι να φτάσουν στο πάρκινγκ. Το τρέξιμό τους εκφυλλίστηκε σε απλό περπάτημα. Ήταν σχεδόν δίπλα στην πηγή. Έπρεπε να ελέγξουν την περιοχή. Σε καμία των περιπτώσεων δεν έπρεπε να τους έπαιρνε κάποιο μάτι. Μια αστραπή φάνηκε στον ορίζοντα. 


Ακολούθησε έντονη βροχόπτωση. «Γαμώτο, πάλι σκατά θα γίνουμε», ψιθύρισε ο Τζόελ φτιάχνοντας τον γιακά της καμπαρντίνας του. Το φως του μπαλκονιού του απέναντι σπιτιού άνοιξε, συνάμα και τα παραθυρόφυλλα. Τράβηξε τον σύντροφό του από κάτω.

Προσεκτικά συνέχισαν την πορεία τους. Ανέβηκαν τα πέτρινα σκαλάκια βαστώντας το προεξέχων κάγκελο. Έφτασαν στην είσοδο. Ο κοντότερος φώναξε σιγανά προς το προαύλιο της μονής. Μέσα από τις σκιές πετάχτηκε μια μεσήλικη γυναίκα με έντονη περιφέρεια και κοντό μαλλί. Το σκοτάδι έκρυβε τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα. Το έστριψε σιγανά. Τράβηξε προσεκτικά την πόρτα. Εισχώρησαν στον αυλόγυρο.

«Προτού ανοίξω την πόρτα θέλω να μου δώσετε τα μισά απ’ όσα συμφωνήσαμε», είπε εκείνη αγέρωχα ρίχνοντας πύρινα βλέμματα στους δύο συνωμότες. Ο Τζόελ κινήθηκε αστραπιαία και βρέθηκε δίπλα της προτού το αντιληφθεί. Έβαλε το πιστόλι στον κρόταφό της και την ανάγκασε να προχωρήσει. Άνοιξε την πόρτα. Την έριξε βίαια μέσα στο εκκλησάκι. Πάτησε τη σκανδάλη. Η σφαίρα τη βρήκε ανάμεσα στα μάτια.

«Τι κάνεις ρε μαλάκα; Σκοτώνεις μέσα στην εκκλησία; Έχεις τρελαθεί τελείως;»

«Κουνήσου, αλλιώς δεν μας βλέπω καλά», είπε στρίβοντας αμέσως δεξιά, εκεί όπου σ’ένα βαθούλωμα του τοίχου στεκόταν ο Όσιος κοιτώντας τους αυστηρά. Με τα ρυπαρά χέρια του άγγιξε τα άκρα της εικόνας. Τα μάτια του φάνηκαν σαν να ανοιγόκλεισαν. Η εικόνα του ξέφυγε από τα χέρια. Συγχρόνως, ακούστηκε να σπάει ένα τζάμι από το σπίτι που ήταν σχεδόν ένα με τη μονή. Ο Ευγενίδης αγνόησε τους έντονους ψίθυρους που βούιζαν μέσα στο κεφάλι του. Είχε ακούσει φωνές από το γειτονικό σπίτι. Σε λίγο θα είχαν επισκέψεις. Τράβηξε το ξύλινο έπιπλο και άνοιξε την καταπακτή.

«Φέρε το χρυσό κουτί πίσω από την εικόνα και δώσε μου και τον φακό», διέταξε τον σύντροφό του που παρέμενε κοκαλωμένος. Οι έντονες κραυγές όμως από τα σκαλοπάτια έδρασαν ευεργετικά. Παρέδωσε τον φακό κι άρπαξε το κουτί με τα λείψανα. Ο Ελληνοαμερικάνος είχε μπει ήδη στην καταπακτή. Τράβηξε το έπιπλο ώστε να καλύψει κάπως τη χοντρή πέτρινη πλάκα. Χώθηκε στο πέρασμα και έκλεισε την καταπακτή. Οι διώκτες τους βρισκόντουσαν κιόλας στον αυλόγυρο.

Ο σύντροφός του είχε σταματήσει στο βάθος σκορπώντας ολόγυρά του το φως. «Δεν βλέπω πουθενά την προτομή», πρόσθεσε κοιτώντας απειλητικά τον Αμερικάνο. Είχε την αίσθηση ότι του είχε πει ψέματα. «Τή ἀγάπη τοῦ Λόγου, Πάτερ, πτερούμενος, ἐπί τοῦ δένδρου διῆλθες ἀγγελικήν βιοτήν, καί ἐξήνεγκας ἠμίν καρπούς τῆς χάριτος», είπε δυνατά ένας ισχυρός ψίθυρος μέσα στο κεφάλι του. Από τότε που είχε πιάσει την εικόνα, είχε ενισχυθεί επικίνδυνα ο βόμβος των ψιθύρων. Με δυσκολία άκουγε τα λόγια του συντρόφου του. Ευτυχώς, που στον στρατό είχε μάθει να διαβάζει τα χείλη.

«Χέσε την προτομή. Δεν έχουμε χρόνο. Πρέπει να φύγουμε», είπε εκνευρισμένα προσπερνώντας τον. «Σκότωσέ τον και πάρε εσύ τα φράγκα», πρόσθεσε μια φωνή. Σταμάτησε απότομα. «Μίλησες;», ρώτησε ελπίζοντας να λάβει μία θετική απάντηση. Του έγνευσε αρνητικά. Τι στο διάολο συνέβαινε; Κάποιος τους κορόιδευε. Ό Ευγενίδης βρέθηκε στο έδαφος. Έπιασε το κεφάλι του. Δεν άντεχε άλλο. «Σκότωσέ τον», ακούστηκε ξανά η φωνή στο κεφάλι του. «Θα τα πάρεις όλα εσύ», πρόσθεσε.

Πάτησε τη σκανδάλη. «ἐξ ὧν τρυφῶντες νοητῶς, ἐκβοῶμεν σοί πιστῶς, Δαβίδ Ὅσιων ἀκρότης μή διαλίπης πρεσβεύων, ἐλεηθῆναι τάς ψυχᾶς ἠμῶν», είπε μια τραχιά φωνή στον Ελληνοαμερικάνο προτού νιώσει τη σφαίρα να τον βρίσκει ανάμεσα από τα μάτια. «Μπράβο, αγάπη μου», εκστόμισε  ηχηρά μία γυναικεία φωνή.

Από τις σκιές παρουσιάστηκε στα έκπληκτα μάτια του πρώην στρατιώτη μία γυναίκα με μακριά κατακόκκινα μαλλιά που φορούσε ένα μαύρο φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ. Σχημάτισε ένα νοητό τρίγωνο. Ο άνδρας ένιωσε το αίμα του να παγώνει. Ο κρύος ιδρώτας εξακολουθούσε να μουσκεύει το κορμί του. Η εσωτερική φωνή είχε σωπάσει. Είχε την αίσθηση όμως ότι άνηκε στη γυναίκα που είχε τοποθετήσει τώρα τα χέρια της στον καβάλο του. Μύρισε το άρωμα που απέπνεε. Τον φίλησε στο λαιμό κι ύστερα χάιδεψε απαλά τα μαλλιά του. Τα χείλη της έγιναν ένα μ’ εκείνα του άνδρα. Είχαν μια αλλόκοτη γεύση, που για μια στιγμή του πέρασε από το μυαλό ότι ήταν παρόμοια μ’ εκείνη του αίματος. Ήταν δυνατόν; Βυθίστηκε στον κόσμο των ματιών της. Οι εικόνες που αντίκρισε τον αποτρέλαναν. «Σκότωσέ με, σε παρακαλώ», ψέλλισε καθώς προσπαθούσε να ξεκολλήσει τα χέρια του από το σώμα του.

«Βεβαίως μωρό μου», απάντησε η γυνή ανοίγοντας το στόμα της. Πελώρια σουβλερά δόντια ξεπετάχτηκαν μονομιάς. Εσώκλεισε ανάμεσά τους το κεφάλι του. Έκλεισε τα σαγόνια της…

Ο ήλιος είχε βασιλέψει στον ουρανό. Ο υπαστυνόμος Αντωνίου είχε φτάσει πριν από ελάχιστα λεπτά στη μονή. Κρατούσε στο αριστερό του χέρι έναν φραπέ. Τον είχε αγοράσει από μια καφετέρια του κέντρου. Προτού διαβεί το κατώφλι της εκκλησίας ένας αστυνομικός τον προειδοποίησε ότι δεν είχε αντικρίσει ξανά κάτι παρόμοιο. Τον αγνόησε. Δούλευε εδώ και είκοσι χρόνια. Μπορεί να μην ήταν μια κοινή υπόθεση, αλλά θα έβρισκε την άκρη.

Μπήκε στην καταπακτή. Πάτησε το «On» στον φακό. Χρειαζόταν το φως για να βλέπει καλύτερα τα βήματά του. Ο χώρος ήδη βρωμούσε σήψη. Έβγαλε ένα μαντήλι και το έβαλε κάτω από τη μύτη του. Η μυρωδιά ήταν αφόρητη και προερχόταν από δύο πτώματα. Το ένα είχε πυροβοληθεί ανάμεσα στα μάτια, ενώ το άλλο δεν είχε κεφάλι. Είχε αφαιρεθεί βίαια από το κορμί. Τα σημάδια φανέρωναν ότι είχε χρησιμοποιηθεί ένα πολύ κοφτερό εργαλείο, κάτι σαν αλυσοπρίονο. Δεν φοβήθηκε τόσο τον ακέφαλο άνδρα όσο το πρόσωπο του πρώτου. Οι συσπάσεις του ήταν αλλόκοτες. Πρώτη φορά έβλεπε κάτι αντίστοιχο. Φανέρωναν ανείπωτο τρόμο.

Δεν άντεξε. Τράβηξε το μαντήλι και ξέρασε κάπου στην άκρη. Έπρεπε να πάρει καθαρό αέρα. Έβαλε το μαντήλι στην πρωταρχική του θέση και έκανε τον σταυρό του. Λίγο προτού πατήσει το πρώτο σκαλί για την επιστροφή του στον πάνω κόσμο άκουσε μια γυναικεία φωνή να του ψιθυρίζει γλυκά «Ὅσιε Δαυῒδ τὸ πνεῦμά σου»…

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης



[1] Διάλεκτος.
[2] Η επίσημη αραβική γλώσσα.