Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

Κατάλογος βιβλίων των Εκδόσεων Σαΐτα


Από χτες βρίσκεται διαθέσιμος στην ιστοσελίδα των Εκδόσεων Σαΐτα ο πλήρης κατάλογος των ψηφιακών εκδόσεων (ebooks) με τους τίτλους, τους συγγραφείς, την ημερομηνία έκδοσης, τον αριθμό σελίδων, τη γλώσσα, τον σύνδεσμο του βιβλίου καθώς και συνδέσμους προς την εφαρμογή Android και το audio book του κάθε τίτλου! 

Πλέον ένα κλικ είναι αρκετό για να ενημερώνεστε για τις καινούριες εκδόσεις και να μη χάνετε καμία από τις πτήσεις μας. 


Μπορείτε να βρείτε τον κατάλογο εδώ.

Επίσης, μετά από αρκετό καιρό δημιούργησα ένα κλιπ για το καινούριο μου βιβλίο, Κωδικό όνομα: Αφύπνιση, το οποίο κυκλοφορεί εδώ και περίπου έξι μήνες. Ελπίζω να σας αρέσει.


Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

Ο αυτόχειρας


Έπιασε με τα τρεμάμενα χέρια του το μπουκάλι με την πασίγνωστη επωνυμία. Αυτή τη φορά δεν θα έπινε μπύρα, αλλά κρασί. Ήθελε να βρέξει τα χείλη του με κάτι πιο γλυκό. Τοποθέτησε το ανοιχτήρι στον φελλό και προσπάθησε να το βγάλει.. Όση δύναμη και να έβαζε όμως παρέμενε στη θέση του. «Άνοιξε γαμώτο», φώναξε λίγο προτού πετάξει το μπουκάλι στον απέναντι τοίχο.

Ο Τζακ, το ημίαιμο λυκόσκυλό του, αρχίνησε να γαβγίζει και να κλαψουρίζει. Τώρα τελευταία το αφεντικό του γινόταν όλο και πιο πολύ ευέξαπτο. Τα μάτια του έπαιρναν ένα παράξενο άλικο χρώμα. Ένιωθε ότι κάποτε θα συνέβαινε το μοιραίο. Το αφεντικό του είχε βιώσει πάρα πολλά  επικίνδυνα και τρομαχτικά συμβάντα βρισκόμενος ως στρατιώτης στο Βόρειο Ιράκ. Πολεμούσε για την πατρίδα, για το καλό της ανθρωπότητας. Έπρεπε να καταφέρει να αποδιώξει το μετατραυματικό στρες που όσο πέρναγε ο καιρός έσφιγγε τη νοητική του μέγγενη οδηγώντας τον Νάιτζελ Σμιθ προς την τρέλα.

Δεν είχε απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό. Είχε την αίσθηση ότι μπορούσε να τα καταφέρει. Διάολε, εδώ είχε γλιτώσει από τον πόλεμο μόνο μ’ένα βαθύ σημάδι από κυνηγετικό μαχαίρι στο αριστερό του μάγουλο. Μερικές φορές το άγγιζε θυμίζοντας στον εαυτό του τι εγκλήματα είχε διαπράξει στον Κόλπο. Του είχαν υποσχεθεί όμως έναν καλό μισθό. Θα έφτανε για να μπορέσει να θρέψει τους γονείς τους που τα έβγαζαν δύσκολα πέρα. Όταν είχε σβήσει το δέκατο όγδοο κεράκι της τούρτας του τον είχε προσεγγίσει ένας αξιωματικός του στρατού –τουλάχιστον αυτό είχε πει ότι ήταν-. Γνώριζε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικογένεια του Νάιτζελ. Του πρότεινε να καταταγεί στον στρατό. Έγνευσε καταφατικά στην πρόταση του άνδρα. Άλλωστε, δεν μπορούσε να πάει να σπουδάσει και η πρόσφατη αναπηρία του πατρός του είχε δυσκολέψει πολύ την επιβίωσή τους. Η μητέρα του εργαζόταν περιστασιακά προσπαθώντας να διατηρήσει τον κόσμο τους που κατέρρεε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να πάει στον πόλεμο.

Βρέθηκε στο Βόρειο Ιράκ να σκοτώνει και να σώνει το αμερικάνικο έθνος, που υποτίθεται ότι απειλούταν. Δέκα χρόνια είχε περάσει σ’ εκείνη την επίγεια κόλαση και είχε καταλάβει ότι ο στρατός αποτελούταν κυρίως από τις φτωχές τάξεις των Αμερικανών. Δεν βοηθούσαν το έθνος του, απλά εξυπηρετούσαν ανώτερα οικονομικά συμφέροντα. Όλοι τους αποτελούσαν μία μάζα καταραμένων ανθρώπων. Μακάρι να του δινόταν η ευκαιρία να άλλαζε εκείνη την τραγική επιλογή του. Ήθελε να ξεχάσει το παρελθόν, αλλά εκείνο ερχόταν τα βράδια με τη μορφή εφιαλτών φανερώνοντάς του τα αμαρτήματά του. Το πρωί άκουγε πια σατανικούς ψίθυρους. Κατέκλυζαν το κεφάλι του επαναλαμβάνοντας διαρκώς τα ονόματα όσων είχε σκοτώσει. Ήταν αμέτρητα.

Τρέκλισε και έπεσε πάνω στον παλαιικό καναπέ που είχαν αγοράσει οι γονείς του πριν από κάμποσα χρόνια. Στα δεξιά του είχε εναποθέσει μερικά κουτάκια μπύρας. Προσπάθησε να πιάσει ένα. Απέτυχε. Του ξέφυγε από τα χέρια. Βλαστήμησε. Τότε, ήταν που ξεκίνησαν ξανά οι φωνές. Ψιθύριζαν σατανικά όλη την ώρα. Ήθελε να τις κάνεις να σωπάσουν.

Τράβηξε το όπλο από τον αριστερό γοφό του. Έβγαλε την ασφάλεια και ετοιμάστηκε να πατήσει τη σκανδάλη. Εκείνο το γυναικείο όνομα που ακούστηκε όμως, συντάραξε το είναι του. Άνηκε σ’ εκείνη την όμορφη κοπέλα που είχε βιάσει εκείνη Παρασκευή. Την είχε βιάσει μέχρι θανάτου. Πρέπει να ήταν το μεγαλύτερο έγκλημα που είχε διαπράξει. Την επομένη έμαθε ότι είχε να θρέψει δύο παιδιά. «Γιατί με κυνηγάς;», ψέλλισε ανάμεσα στα αναφιλητά που τράνταζαν το κορμί του.

Ο σκύλος στεκόταν δίπλα του και αλύχτιζε. Μπορεί η κατοικία των Σμίθ να βρισκόταν σε αρκετά απόμακρο σημείο, σχεδόν δίπλα στο βόρειο δάσος του Μέιν, αλλά έπρεπε κάποιος να ακούσει τις φωνές. Ίσως η μητέρα του που θα επέστρεφε από τη δουλειά της σε λίγο. Το αφεντικό του δεν ήταν καλά πια. Ήθελε βοήθεια.

Έπιασε ξανά το πιστόλι. Τα ουρλιαχτά του σκυλιού του είχαν σπάσει τα νεύρα. Σημάδεψε. Το όπλο τρεμοέπαιξε. Πάτησε τη σκανδάλη. Η σφαίρα βρήκε το ζώο στο κεφάλι. Σιώπησε μια για πάντα.

«Τι έκανα;», ούρλιαξε αγκαλιάζοντας το πτώμα του ζώου. Ο βόμβος από τις φωνές στο κεφάλι του είχε ενταθεί. «Αφήστε με ήσυχο», ούρλιαξε ο πρώην στρατιωτικός στρέφοντας το πιστόλι προς το κεφάλι του. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο είχε πάψει το τρέμουλο των χεριών του. Σημάδεψε και πυροβόλησε ξανά. Το άψυχο κορμί του βρέθηκε δίπλα σ’εκείνο του συντρόφου του.

Πέρασαν σαράντα λεπτά μέχρι η μητέρα του αποθανόντα να επιστρέψει στο σπίτι. Έβαλε το κλειδί ευλαβικά στην πόρτα ευχόμενη να ήταν καλά ο γιός της. Όταν αντίκρισε το θέαμα όμως δεν μπόρεσε να σταματήσει τις οιμωγές που ξεχύθηκαν σαν ορμητικός χείμαρρος από τον λάρυγγα. Έσκυψε και τον αγκάλιασε. Έκλαψε σαν να μην υπήρχε αύριο και λίγο πριν απομακρυνθεί από το πτώμα του, συνειδητοποίησε ότι το πρόσωπό του ήταν εξαιρετικά γαλήνιο. Έμοιαζε σαν να είχε βρει επιτέλους την πολυπόθητη λύτρωση…  

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης