Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Έτγκαρ Κέρετ – Ταξί

Από την πρώτη στιγμή που μπήκαμε σ’ αυτό το ταξί, είχα ένα κακό προαίσθημα. Και δεν ήταν επειδή ο ταξιτζής μού ζήτησε όλο ανυπομονησία να δέσω τη ζώνη ασφαλείας του παιδιού στο πίσω κάθισμα, τη στιγμή που το είχα ήδη κάνει, ούτε επειδή μούγκρισε κάτι που ακούστηκε σαν βρισιά όταν του είπα ότι πάμε στο Ραμάτ Γκαν. Παίρνω πολύ συχνά ταξί, οπότε έχω συνηθίσει τους παλιοχαρακτήρες, τη ζοχάδα, την ανυπομονησία, τους λεκέδες από ιδρώτα στις μασχάλες. Αλλά υπήρχε κάτι στον τρόπο που μιλούσε αυτός ο συγκεκριμένος ταρίφας, κάτι μεταξύ του να ξεσπάσει βίαια και ταυτόχρονα να βάλει τα κλάματα, που με έκανε να νιώθω περίεργα. Ο Λεβ δεν είχε κλείσει ακόμα τα τέσσερα, και πηγαίναμε στο σπίτι της γιαγιάς. Σε αντίθεση μ’ εμένα, δεν του καιγόταν καρφάκι για τον ταρίφα και εστίαζε την προσοχή του στα ψηλά, απαίσια κτίρια, που δεν έπαυαν να του χαμογελούν σε όλο το μήκος του δρόμου. Σιγοτραγουδούσε το Yellow submarine, με λόγια που έβγαζε απ’ το μυαλό του και ακούγονταν σχεδόν σαν αγγλικά, κουνώντας στον αέρα τα κοντά ποδαράκια του με το ρυθμό. Σε κάποια φάση, το δεξί του πέδιλο χτύπησε το πλαστικό σταχτοδοχείο του ταξί, ρίχνοντάς το στο δάπεδο. Εκτός από ένα περιτύλιγμα τσίχλας, ήταν άδειο, όποτε δεν χύθηκε τίποτα. Είχα ήδη σκύψει να το μαζέψω, όταν ο ταξιτζής φρενάρισε απότομα, γύρισε προς το μέρος μας και, με τη μουτσούνα του κολλημένη στο πρόσωπο του τρίχρονου γιου μου, άρχισε να φωνάζει: «Ρε παλιόπαιδο! Μου ’σπασες το αμάξι, βλαμμένο, ε βλαμμένο!»

«Έι, είσαι με τα καλά σου;» φώναξα με τη σειρά μου στον οδηγό. «Να βάζεις τις φωνές σε ένα τρίχρονο μόνο και μόνο για ένα κομμάτι πλαστικό; Πιάσε το τιμόνι σου και ξεκίνα, αλλιώς, σου ορκίζομαι, την επόμενη εβδομάδα θα περιποιείσαι πτώματα στο νεκροτομείο του Αμπού Καμπίρ, γιατί το δίπλωμά σου θα έχει πάει περίπατο, κατάλαβες;» Βλέποντάς τον στο τσακ να πει κάτι, πρόσθεσα: «Σκάσε και οδήγα».

Ο ταρίφας μού έριξε ένα βλέμμα όλο μίσος. Η πιθανότητα να μου σπάσει τα μούτρα και να χάσει τη δουλειά του πλανιόταν στον αέρα. Την εξέτασε σοβαρά για κάμποση ώρα, πήρε βαθιά ανάσα, γύρισε στο τιμόνι, έβαλε πρώτη και ξαναξεκίνησε.

Στο ραδιόφωνο, ο Μπόμπι ΜακΦέριν τραγουδούσε το Dont worry, be happy, αλλά εγώ απείχα πολύ από το να είμαι ευτυχισμένος. Έριξα μια ματιά στον Λεβ. Δεν έκλαιγε, και παρόλο που είχαμε κολλήσει στην κίνηση και πηγαίναμε σαν χελώνες, όπου να ’ναι θα φτάναμε στων γονιών μου. Προσπάθησα να βρω μια ακτίνα φωτός που θα έκανε λίγο πιο ευχάριστη αυτή τη διαδρομή σκέτη κρεμάλα, αλλά δεν βρήκα τίποτα. Χαμογέλασα στον Λεβ και του ανακάτεψα τα μαλλιά. Με κοίταξε έντονα χωρίς να μου ανταποδώσει το χαμόγελο. «Μπαμπάκα», ρώτησε, «τι είπε ο κύριος;»

«Ο κύριος», βιάστηκα να απαντήσω σαν να μην έτρεχε τίποτα, «είπε ότι όταν είμαστε μέσα σε ένα ταξί, πρέπει να προσέχουμε πώς κουνάμε τα πόδια μας για να μη σπάσουμε τίποτα».

Ο Λεβ κούνησε με σοβαρότητα το κεφάλι, κοίταξε από το παράθυρο και ένα δευτερόλεπτο αργότερα ξαναρώτησε: «Κι εσύ τι του είπες του κυρίου;»

«Εγώ;» ρώτησα για να κερδίσω χρόνο. «Εγώ είπα στον κύριο ότι είχε απόλυτο δίκιο, αλλά ότι θα έπρεπε να πει ό,τι είχε να πει ήρεμα και ευγενικά κι όχι να φωνάζει».

«Αλλά κι εσύ του φώναξες», παρατήρησε ο Λεβ μπερδεμένος.

«Το ξέρω», είπα, «και δεν ήταν σωστό. Και μάλιστα, ξέρεις κάτι; Τώρα θα πω στον οδηγό ότι μετάνιωσα και θα του ζητήσω συγγνώμη».

Έσκυψα μπροστά τόσο, ώστε το στόμα μου άγγιζε σχεδόν τον χοντρό, μαλλιαρό σβέρκο του ταρίφα, και είπα δυνατά, σχεδόν σαν να απήγγελλα: «Κύριε οδηγέ, σας ζητώ συγγνώμη που σας φώναξα, λυπάμαι, δεν ήταν σωστό». Όταν τέλειωσα, γύρισα στον Λεβ και του ξαναχαμογέλασα ή, τουλάχιστον, προσπάθησα να χαμογελάσω. Κοίταξα από το παράθυρο· μόλις είχαμε ξεφύγει από το μποτιλιάρισμα στην οδό Ζαμποτίνσκι· το πιο δύσκολο ήταν πια πίσω μας.

«Όμως, μπαμπά», συνέχισε ο Λεβ βάζοντας το χεράκι του πάνω στο γόνατό μου, «τώρα ο κύριος πρέπει να ζητήσει κι από μένα συγγνώμη και να μου πει ότι μετάνιωσε».

Κοίταξα τον ταξιτζή μπροστά μας, ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Ήταν φανερό ότι άκουγε όλα όσα λέγαμε. Αλλά ήταν ακόμα πιο φανερό ότι το να του ζητήσεις να πει συγγνώμη σε ένα τρίχρονο πιτσιρίκι δεν ήταν και η καλύτερη ιδέα. Δεν χρειαζόταν να παρατραβήξω το σχοινί. «Γλυκέ μου», είπα σκύβοντας πάνω από τον Λεβ, «είσαι ένα πανέξυπνο αγοράκι και ξέρεις ήδη ένα σωρό πράγματα για τον κόσμο, αλλά δεν τα ξέρεις όλα. Και ένα από τα πράγματα που δεν ξέρεις ακόμα είναι ότι το να πει κάποιος πως μετάνιωσε και να ζητήσει συγγνώμη είναι ίσως από τα πιο δύσκολα πράγματα. Και άμα αυτός ο κάποιος κάνει κάτι τόσο δύσκολο ενώ οδηγάει μπορεί να είναι πολύ, πάρα πολύ επικίνδυνο. Γιατί, την ώρα που προσπαθεί να πει συγγνώμη, μπορεί να του συμβεί κανένα ατύχημα. Αλλά, ξέρεις κάτι; Δεν νομίζω πως χρειάζεται να ζητήσουμε από τον οδηγό να πει ότι μετάνιωσε, γιατί και μόνο που τον βλέπω, μπορώ να πω ότι λυπάται για ό,τι έκανε».

Είχαμε ήδη μπει στην οδό Μπιάλικ – έμενε μόνο να στρίψουμε δεξιά στη Νόρνταου κι έπειτα αριστερά στην Αλέα Μπε’έρ. Σε ένα λεπτό το πολύ, θα φτάναμε. «Μα, μπαμπάκα», είπε ο Λεβ σουφρώνοντας τα μάτια, «εγώ δεν βλέπω να λυπάται». Εκείνη τη στιγμή, στη μέση της ανηφόρας στη Νόρνταου, ο ταξιτζής φρενάρισε ξανά και σήκωσε χειρόφρενο. Γύρισε πίσω και κόλλησε το πρόσωπό του στο μουτράκι του γιου μου. Δεν είπε τίποτα, μόνο κοίταξε τον Λεβ μες στα μάτια, και μετά από μια ατέλειωτη στιγμή μουρμούρισε μέσα από τα δόντια: «Πίστεψέ με, μικρέ, μετάνιωσα, μετάνιωσα χίλιες φορές!»

Από το νέο βιβλίο του Έτγκαρ Κέρετ Επτά χρόνια ευτυχίας που κυκλοφορεί σε μετάφραση της Μάγκυ Κόεν.

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

μια μικρή επανάσταση


[μίνως-αθανάσιος καρυωτάκης]

Χόρευε εδώ και περίπου 3 ώρες, σχεδόν συνεχόμενα. Αραιά και πού έκανε ένα μικρό διάλειμμα για να ελέγξει ξανά τις ανάσες της. Λάτρευε τον χορό. Μπορούσες να το δεις στα κατάμαυρα μάτια της. Κάθε φορά που ερχόμουν στο μαγαζί καθόμουν απέναντί της. Συνήθως δεν τραβούσε το ενδιαφέρον των πελατών κι έτσι μου δινόταν τακτικά η ευκαιρία να χαζεύω κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Ταξίδευα από τα μακριά, εξίσου μαύρα μαλλιά της, μέχρι και τα δάχτυλα των ποδιών της. Ήταν τόσο όμορφα σμιλεμένα, που τα ζήλευα.

Αντιστοίχως όμορφα, σχεδόν ανάγλυφα, έμοιαζαν να είναι και τα λεπτά δάχτυλα των χεριών της. Κατά τη διάρκεια του χορού, άρπαζε κάποια φτερά. Τα κουνούσε τόσο επιδέξια που στα μάτια μου έμοιαζε με χελιδόνι. Δεν ξέρω γιατί την παρομοίαζα με χελιδόνι. Ίσως να είναι επειδή δεν ξέρω πολλά πτηνά ή γιατί για κάποιον ανεξήγητο λόγο λάτρευα πάντα τα χελιδόνια. Έχουν μια φινέτσα και συγχρόνως μία δύναμη. Ξέρουν να θέτουν όρια, παραμένοντας πάντα ευγενικά. 

     Έτσι ήταν και η Ιζαμπέλα. Μου είχε βάλει όρια. Αδυνατούσα να την πλησιάσω πολύ. Μια με δυο φορές τα είχα καταφέρει, έχοντας καταναλώσει παραπάνω από μισό μπουκάλι βότκας. Το αλκοόλ με βοηθάει να απελευθερώνομαι από τα δεσμά της προσωπικότητάς μου. Παίρνω πολύ πιο εύκολα ρίσκα, γίνομαι αρκετά αγκαλίτσας και μιλάω ακατάπαυστα.

Πάνε δύο μήνες που μπαίνω στο «Je taime» αποκλειστικά για εκείνη. Πίνω λίγο κι ύστερα φεύγω. Δεν έχω βρει τη δύναμη να της πω όλα αυτά που νιώθω. Είναι δύσκολο να προσεγγίσεις κάποιον και να του πεις ότι θέλεις να ξοδέψεις την υπόλοιπη ζωή σου μαζί του. Είναι κατά κάποιον τρόπο σκληρό, ακόμα κι αν πιστεύουμε όταν το ξεστομίζουμε ότι είναι η απόλυτη ερωτική φράση. 

Έχω μπει στα τριάντα μου κι ακόμα δεν μπορώ να αποδεχθώ τον εαυτό μου. Δυστυχώς, δεν φταίει μόνο ότι είμαι σχεσάκιας, αλλά και ο κοινωνικός περίγυρός μου. Ξέρω ότι αν μάθουν ορισμένα μυστικά μου, δεν θα θέλουν να μου μιλήσουν ξανά.

Τα χείλη της είναι μωβ. Φοράει κραγιόν βατόμουρο. Το λατρεύω. Η γεύση που δίνει στα φιλιά είναι εθιστική και ηδονική. Πρέπει επιτέλους να κάνω το μεγάλο βήμα. Πρέπει να της εξομολογηθώ τα συναισθήματά του.

Χτυπάει το τηλέφωνο.

«Έλα ρε συ Μαρία, που χάθηκες;»
«Δεν μπορώ να μιλήσω τώρα. Θα σε πάρω σε λίγο. Έχω να κάνω κάτι».
«Τι έχεις να κάνεις πάλι, μωρή βλαμμένη;»

«Να διεκδικήσω το αυτονόητο, λίγο έρωτα κι αγάπη».
«Ω, δεν ήξερα ότι είσαι με γκόμενο! Σε κλείνω, καλή επιτυχία».

«Δεν είναι γκόμενος, αλλά γκόμενα», μονολογώ. Προχωρώ προς τη σκηνή και για πρώτη φορά στη ζωή μου νιώθω ότι κάνω κάτι επαναστατικό. Αποδέχομαι τον εαυτό μου.

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Η αυθαιρεσία που έχει το όνομα Public.gr


Το 2012 όταν είχα ξεκινήσει τη συνεργασία μου με τις Εκδόσεις Σαΐτα και κατά συνέπεια την ελεύθερη διακίνηση των βιβλίων μου με άδειες Creative Commons, δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι τα Public.gr θα έπαιρναν αυθαίρετα τα έργα μου και θα τα τοποθετούσαν στο σύστημά τους έναντι αντιτίμου. Αν πατήσετε εδώ και εδώ θα δείτε ότι έχουν τιμή 0,90€ από 1€ και παρουσιάζονται ως εξαντλημένα.

Αυτή η αυθαίρετη κίνηση, που μπορεί να είναι απόρροια πάμπολλων λόγων, ζημιώνει εμένα, τον εκδοτικό οίκο και όλους τους ανθρώπους που συνέβαλλαν στη δημιουργία αυτών των έργων. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι εμπλέκομαι κι εγώ ως συντελεστής σελιδοποίησης σε κάποια έργα άλλων συγγραφέων, τα οποία φέρεται να πουλούσε στο παρελθόν η γνωστή αλυσίδα.

Έτσι, τίθενται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ερωτήματα (τα δανείζομαι από την ανάρτηση στο προφίλ της στο Facebook της εξαίρετης συγγραφέως Ευρυδίκης Αμανατίδου):

Ø  Με ποιο δικαίωμα καταχωρεί αυτόν τον τίτλο με τιμή πώλησης και από κάτω με την ένδειξη εξαντλημένο;
Ø  Πόσο εξαντλημένο μπορεί να είναι κάτι το οποίο διατίθεται δωρεάν στο διαδίκτυο για να το διαβάσει όποιος επιθυμεί;
Ø  Και επειδή το Public δεν πουλάει ψηφιακά βιβλία, τι εννοεί; Ότι έχει τον τίτλο σε έντυπη μορφή ή τον είχε κάποτε; Και μάλιστα με τιμή πώλησης;  
Ø  Τέλος, πόσο έχει ωφεληθεί ο ιστότοπος από τη φερόμενη διάθεση βιβλίων σε τόσο χαμηλή τιμή;  


Περιμένω μία δημόσια συγγνώμη και μια σοβαρή αιτιολόγηση από το Public.gr, διαφορετικά θα αναγκαστώ να διαφυλάξω τη δουλειά μου μέσω της νομικής οδού.

Υ.Γ. Όποιος δει, βιβλίο μου από τις Εκδόσεις Σαΐτα να πωλείται, παρακαλώ να μου το αναφέρει και βεβαίως όποιος προχωρεί σε τέτοιου είδους αυθαιρεσίες να ξέρει ότι θα με βρει αντιμέτωπο. Το Μια σειρά από τρομαχτικά γεγονότα αν ήθελα θα μπορούσα να το είχα εκδώσει και από άλλον εκδοτικό οίκο. Είμαι υπέρ της ελεύθερης διακίνησης του βιβλίου σε μια χώρα που δεν έχει αναγνώστες. Χρέος μας είναι να μάθουμε στον κόσμο την αξία της λογοτεχνίας και της ανάγνωσης. Το βιβλίο είναι πολιτισμός κι όχι εμπόρευμα.