Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

το στέλεχος


Ήταν Βράδυ. Δεν ήξερε τι ώρα περίπου. Είχε ξεχάσει να φορέσει το ρολόι χειρός που είχε αγοράσει για το εαυτό του, όταν είχε πάρει την πολυπόθητη προαγωγή. Βρισκόταν πλέον ένα βήμα πριν από τον τελικό προορισμό, τη θέση του γενικού διευθυντή. Αν συνέχιζε με τον ίδιο ρυθμό, ήταν δεδομένο ότι θα τα κατάφερνε. Ο κύριος Μπάμπης, τον είχε σε εκτίμηση. Πίστευε στις ικανότητές του, έτσι του έλεγε στη συνάντηση που πραγματοποιούσαν στο γωνιακό καφέ των οδών Εγνατία με Βενιζέλου.

«Θέλω να αναλάβεις τα ηνία της επιχείρησης. Είσαι ο καλύτερος εκεί μέσα. Λίγο ακόμα και η θέση θα είναι δική σου», είπε σηκώνοντας τον δείκτη του δεξιού του χεριού. Με το άλλο χούφτωνε τη νεαρή κοπέλα που καθόταν δίπλα του. Ήταν ψηλή, με πλούσιο μπούστο, ξανθιά μακριά μαλλιά και μωρουδίστικο δέρμα. Φορούσε ένα έντονο άρωμα και είχε βάψει τα μακριά νύχια των χεριών της μ’ ένα έντονο χρώμα.

«Θα δείτε, κύριε Μπάμπη, θα τα καταφέρω», ανέφερε ο μεσήλικας άνδρας καθώς σηκωνόταν από το τραπέζι. Ο συνδαιτυμόνας του συνέχισε με μεγαλύτερη ένταση να χουφτώνει την κοπέλα. Εκείνη προσπαθούσε να παραστήσει την ευχαριστημένη, ωστόσο, ο Θεόκλητος Μαρκάτος γνώριζε ότι κάθε άλλο παρά ευτυχισμένη ήταν.

Βγήκε έξω και γλύτωσε από την κάπνα του μαγαζιού. Όσο πέρναγε ο καιρός, τόσο σιχαινόταν να βλέπει το αφεντικό της εταιρείας. Όσο μεγάλωνε, τόσο άλλαζε. Ένιωθε το βάρος των πράξεών του να τον βαραίνουν. Εδώ και χρόνια είχε πάψει να χαίρεται με τη δουλειά του. Όλα όσα είχε βιώσει, τον είχαν αλλάξει ριζικά. Δεν ήταν πλέον εκείνος ο πιτσιρικάς που πίστευε ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα. Ήταν ένας μεσήλικας, που έβλεπε τα πράγματα να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο και αδυνατούσε να βάλει φρένο στον κατήφορο. Μέρα με τη μέρα αναρωτιόταν ποιο ήταν το πραγματικό νόημα της ζωής. Είχε ξεκινήσει, μάλιστα, το διάβασμα σχετικών βιβλίων αυτοβοήθειας για βρει επιτέλους μια απάντηση.

Άνοιξε το κινητό του και κοίταξε τις κλήσεις του. Ήταν τουλάχιστον πέντε από την Ειρήνη, εκείνη την πιτσιρίκα που είχε γνωρίσει πριν από περίπου δύο μήνες. Έβγαιναν αραιά και που για διασκέδαση. Την κυκλοφορούσε σε διάφορα μαγαζιά κι ύστερα εκείνη του καθόταν. Τις πρώτες φορές ένιωθε ηδονή, ένιωθε ένα περίεργο σκίρτημα. Όλα αυτά κράτησαν για λίγο, συγκεκριμένα για επτά εξόδους. Από κι ύστερα έβγαινε μαζί της γιατί δεν είχε τι άλλο να κάνει. Όλες αυτές οι ανούσιες σχέσεις τον είχαν εξουθενώσει. Έπρεπε κάποια στιγμή να πει ένα μεγαλόπρεπο όχι στην κωλοζωή που έκανε. Ποθούσε επιτέλους να βρει κάτι, το οποίο θα τον έβγαζε από το σκοτάδι. Θα τον οδηγούσε στο φως, στην ευτυχία.

Συνέχισε να ανεβαίνει τον δρόμο με ταχύ βήμα. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει για να σώσει τον εαυτό του. Το είχε κάνει στο παρελθόν ακόμα μία φορά, αλλά δεν ήξερε αν μπορούσε πλέον και μετά από τόσο αγώνα, να πάρει την απόφαση να τα παρατήσει.

Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Το σήκωσε.

«Που είσαι μωρό μου; Που θέλεις να πάμε απόψε;» ρώτησε με γλυκιά φωνή. Είχε φτάσει τόσο κοντά στην επιτυχία. Δεν θα τα παρατούσε. Δεν υπήρχε πλέον επιστροφή.

«Έρχομαι να σε πάρω», είπε επιταχύνοντας το βήμα του.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης