Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Κυριακή στο Αφγανιστάν


Όλα ξεκίνησαν από το Πόρτλαντ του Μέιν, όταν δύο κουστουμαρισμένοι κύριοι με πλησίασαν μετά τη λήξη του σχολείου. Αν θυμάμαι καλά, ήταν Τρίτη. Μου μίλησαν για το χρέος που είχαν οι νέες γενιές απέναντι στην Αμερική και την ανάγκη που υπήρχε να βοηθήσω στον εκδημοκρατισμό των κοινωνιών όλων εκείνων των χωρών, που είχαν αποκλίνει από το μονοπάτι της ειρήνης και της ανάπτυξης. Μου είχαν εξηγήσει ότι αν πήγαινα στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, θα εξασφάλισαν κάποιες κοινωνικές παροχές τόσο σε εμένα όσο και στην οικογένειά μου. Η αλήθεια ήταν ότι ποτέ δεν ήμασταν καλά οικονομικά. Σχεδόν πάντα υπήρχαν ελλείψεις στο σπίτι. Άσε που όταν αρρώσταινε κάποιος, αδυνατούσαμε να του προσφέρουμε ιατρική βοήθεια. Σχεδόν πάντα υπήρχε έλλειψη χρημάτων.

Κοίταξα τους δύο άντρες στα μάτια. Έγνευσα καταφατικά. Μου άρεσε η ιδέα ότι θα βοηθούσα στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Ήταν κι εκείνη η τρελή ανάγκη για περιπέτεια που με οδήγησε στο να καταταγώ στον αμερικανικό στρατό. Έτσι, βρέθηκα στα δεκαεννιά μου χρόνια στο Ιράκ.

Ο χρόνος κυλούσε κι εμείς σκοτώναμε όλο και περισσότερους δίχως να υπάρχει κάποιο αποτέλεσμα. Δεν ήταν τυχαίο, άλλωστε, ότι υπήρχαν αμέτρητες απώλειες άμαχου πληθυσμού. Ορισμένοι από εμάς έχαναν τον έλεγχο πότε - πότε και έκαναν πράγματα που δεν θέλω να θυμάμαι. Ακόμα κι εγώ ορισμένες φορές ξέφυγα. Δεν ξέχασα ποτέ εκείνα τα παιδιά που έπαιζαν μπάλα και τα πυροβόλησα κατά λάθος. Πέντε ήταν, κι όλα είχαν τη ζωή μπροστά τους. Παλιά κατηγορούσα εκείνον τον γαμημένο μαλάκα που πέρασε ανάμεσά τους και δεν παραδόθηκε. Ωστόσο, ο χρόνος πέρασε και κατάλαβα ότι εγώ έφταιγα που είχαν πεθάνει. Βασικά, εγώ είχα πατήσει τη σκανδάλη. Εγώ τους είχα σκοτώσει.

Τα βράδια έχω εφιάλτες. Βλέπω όλους εκείνους που έχουν πεθάνει και καταριέμαι την  ώρα και τη στιγμή που βρέθηκα στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος δεν κάνει καλό σε κανέναν. Ακόμα κι αν τελειώσει, δεν θα μπορέσουμε να γυρίσουμε πίσω. Δεν θα μπορέσουμε να προσαρμοστούμε. Κάμποσοι από εμάς παθαίνουν μετατραυματικό στρες και αυτοκτονούν, είτε περνάν το υπόλοιπο της ζωής τους με εφιάλτες. Όσο για τις παροχές του κράτους στους απόστρατους, είναι γελοίες. Άλλα μας υποσχέθηκαν κι άλλα κάνουν.

Όταν είχε βγει ο Ομπάμα, είχε πει ότι θα σταματήσει τον πόλεμο. Μέχρι και οι δικοί μου τον ψήφισαν, που ήταν ανέκαθεν Ρεπουμπλικάνοι. Ήθελαν να γυρίσω σπίτι. Τελικά, ο Ομπάμα βγήκε, αλλά δεν τήρησε την υπόσχεσή του. Έστειλε το 80% των στρατευμάτων στο Αφγανιστάν. Εκεί υπήρχαν περισσότεροι τρομοκράτες. Έτσι, μας είπαν. Τουλάχιστον όταν πήγαμε εκεί, συμφωνήσαμε σαν ομάδα να μην αναλαμβάνουμε αποστολές τις Κυριακές. Κάποτε δεν δούλευε κανείς την Κυριακή. Τα τελευταία χρόνια, όμως, την κατήργησαν κι αυτή τη χαρά.

  
Ήθελα μια μέρα να ησυχάσω. Ήθελα χρόνο για να προσεύχομαι για όλους εκείνους που είχα σκοτώσει. Ήταν ένας τρόπος να κοιμάμαι λίγο καλύτερα τα βράδια. Ο Θεός ίσως να είναι το μοναδικό στήριγμα που μου έχει απομείνει. Τον Θεό τον εμπιστεύομαι και ελπίζω να με γλιτώσει απ’ αυτή την κόλαση. Λυπάμαι για όλους εκείνους που σκότωσα. Θέλω να γυρίσω σπίτι, ειδικά τώρα που πρέπει να δουλεύουμε ξανά και τις Κυριακές. Υπήρχε ένας πολύ άσχημος καβγάς μεταξύ μας. Ο υπεύθυνος μας ξεκαθάρισε ότι δεν γίνεται να είμαστε οι μοναδικοί που απολαμβάνουμε αυτό το ιδιόμορφο καθεστώς της Κυριακής.

Αυτή τη στιγμή πιάνω ξανά το αυτόματο. Έχουμε αποστολή στα βουνά. Είναι Κυριακή. Όλοι έχουμε κατεβασμένα μούτρα. Δεν μπορώ να σκοτώσω την Κυριακή, όχι πια. Είμαι ράκος. Δεν θέλω να προσεύχομαι πλέον για άλλα θύματα.

Σε πέντε λεπτά ξεκινάμε. Δεν μπορώ. Θα απαιτήσω να με στείλουν σπίτι. Θέλω πίσω τη μοναδική ημέρα της εβδομάδας που υπήρχε ειρήνη και ανάπαυλα. Θέλω πίσω τη μοναδική ημέρα που ένιωθα ξανά ζωντανός, που ένιωθα άνθρωπος.

Θεέ μου, σε εμπιστεύομαι. Δώσε μου πίσω την Κυριακή μου.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Το συγκεκριμένο διήγημα γράφτηκε με αφορμή το κάλεσμα «Ποτέ την Κυριακή».