Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Τελευταίος αποχαιρετισμός

 
Είχε ξυπνήσει πριν από μερικά λεπτά. Βρισκόταν σ’ έναν άδειο κατάλευκο χώρο, μοναχά στο βάθος φαινόταν μια μεγάλη πύλη. Βάλθηκε να κινείται προς τα εκεί μέχρι που συνειδητοποίησε ότι το δάπεδο από κάτω της ήταν διάφανο. Ακριβώς από κάτω της βρισκόταν το δωμάτιο της κλινικής. Εκείνη, ήταν αναίσθητη στο κρεβάτι της και μπροστά της στεκόταν η οικογένειά της. Αυτή η σκηνή ίσως να ήταν και το τελευταίο πράγμα που θυμόταν προτού εμφανιστεί στον τεράστιο λευκό χώρο. Δεν κουνήθηκε. Παρέμεινε ακίνητη να κοιτάζει τη σκηνή.
«Ξέρεις, δεν θα πάψεις να τους βλέπεις τουλάχιστον μέχρι τα τελευταία δεκαπέντε μέτρα πριν από την είσοδο της πύλης. Δυστυχώς, δεν υπάρχει επιστροφή πλέον» ακούστηκε μία μπάσα ανδρική φωνή.
Έστρεψε το βλέμμα της και τον είδε. Ήταν αρκετά ογκώδης με επιβλητική παρουσία.
«Έχω πεθάνει;» ρώτησε γνωρίζοντας ήδη την απάντηση.
«Εξαρτάται από τη σημασία που δίνεις στο ρήμα πεθαίνω. Σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική, θα έλεγα ότι όντως έχεις πεθάνει».
«Πότε θα μπορέσω να τους δω ξανά;» ρώτησε συγκρατώντας τα δάκρυά της.
«Όταν θα καταφέρουν να βρουν όλα εκείνα που έχουν χαθεί» απάντησε με σοβαρό ύφος ο Άγιος.
«Και πότε θα συμβεί αυτό, Άγιε;»
«Σύντομα ή μπορεί ακόμα και μετά από πολλά χρόνια» απάντησε γλείφοντας λαίμαργα τα χείλη του. «Και μην με λες Άγιο. Να με φωνάζεις Μπερνάρντ, μ’ αρέσει περισσότερο» πρόσθεσε κάνοντας νόημα να ξεκινήσουν να βαδίζουν προς την πύλη.
«Θα με θυμούνται μέχρι τότε;» ρώτησε ανυπόμονα.
«Ω βέβαια! Όπως λέει και ο Γουίνι ο Αρκούδος: “Μερικές φορές είναι τα μικρότερα πράγματα εκείνα που καταλαμβάνουν τον μεγαλύτερο χώρο μιας καρδιάς” ή κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν θυμάμαι πως ακριβώς το λέει» ανακοίνωσε φανερά μπερδεμένα.
«Βρίσκεται εδώ ο Γουίνι ο Αρκούδος;»
«Ω βέβαια! Και να σου πω την αλήθεια είναι πιο έξυπνος από τον Πλάτωνα, το καφετί Κόκερ, που μιλάει όλη την ώρα για μια σπηλιά και κάτι αλληγορίες. Δεν μπορώ να τον ακούω άλλο» απάντησε ο Άγιος με έκδηλη αγανάκτηση.
«Μπορώ να τους αποχαιρετήσω;» ρώτησε λυπημένα το μικρό ημίαιμο Τεργιέ.
«Ναι, ναι, αλλά κάνε γρήγορα γιατί έτρωγα κάτι λουκάνικα προτού με διακόψεις και θέλω να τα φάω έστω και λιγάκι ζεστά» αναφώνησε ο φύλακας της πύλης γλείφοντας τα τελευταία υπολείμματα σάλτσας από τα χείλη του.
«Αντίο, θα τα ξαναπούμε» γάβγισε το μικρό σκυλάκι καθώς ακολουθούσε προς την πύλη τον οδηγό του, που ήταν σκύλος ράτσας Αγίου Βερνάρδου.
Στους τρεις τους, στη γυναίκα και στα δύο αγόρια, φάνηκε ότι άκουσαν ένα γάβγισμα. Καλοκοίταξαν το κουφάρι του πεθαμένου ζώου, αλλά δεν το είδαν να κουνιέται. Μολαταύτα μειδίασαν, γιατί ήξεραν ότι κάπου, κάποτε, πέρα μακριά από το Σιντριβάνι των  Ονείρων, την Έρημο με τα Ζουμπούλια και τις Καμέλιες, το Δάσος των Χιλίων Στρεμμάτων, τους Γαλάζιους Λόφους, τα Λιβάδια των Ευχών,  τους Κρυστάλλινους Καταρράκτες και ακόμη πιο πέρα, εκεί όπου το πέρα έπαυε να είναι πέρα, εκεί όπου υπήρχαν όλα εκείνα που έχουν χαθεί, εκεί θα συναντιόντουσαν ξανά.
Υ.Γ. Αφιερωμένο στη Λούνα.
Μίνως – Αθανάσιος Καρυωτάκης