Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Ταρίκ Μασντούντ




Άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω της. Δεν έστρεψε το βλέμμα της. Ήξερε ότι είχε έρθει για έναν συγκεκριμένο σκοπό και έπρεπε να παραμείνει ψύχραιμη. Στο μισοσκόταδο του δωματίου, που φωτιζόταν μονάχα από ένα κηροπήγιο, μπόρεσε να διακρίνει το τέλος του δωματίου. Στο βάθος, πίσω αριστερά από την σκοροφαγωμένη κουρτίνα, υπήρχε μία σιδερένια πόρτα. Χάιδεψε απαλά το στιλέτο στον αριστερό της γοφό. Ήθελε να νιώσει την ηρεμία του. Να βεβαιωθεί ότι αν γινόταν κάτι απρόοπτο, τότε εκείνο θα αναλάμβανε να τη σώσει, όπως είχε συμβεί πολλάκις στο παρελθόν. Προχώρησε προς την πόρτα με βήμα αλαφροΐσκιωτο σαν να ήταν αιλουροειδές. Η διαίσθησή της προσπαθούσε να την προειδοποιήσει για κάτι. Στο μυαλό της γυρόφερναν οι τελευταίες λέξεις του Όγκερ, του νάνου φύλακα της Πύλης της Λήθης. Της είχε πει να προσέχει την πραγματικότητα, καθώς εκείνη συχνά γίνεται ένα με το όνειρο και δεν ξεχωρίζεται. Και από την άλλη, το όνειρο ή τα όνειρα, μερικές φορές, αντικαθιστούν την αλήθεια και την πραγματικότητα. Αυτό ήταν το μυστικό όπλο του μάγου Αμπντούλ Μπασίρ. Κανένας που είχε μπει στο σπίτι του δεν είχε βγει ζωντανός. Εκείνη όμως, έπρεπε να πάρει το περιδέραιο Ταρίκ Μασντούντ. Αν δεν το επέστρεφε στον ξωτικό, τότε όλα θα τελείωναν. Θα σκότωναν την οικογένειά της.

Μπορεί να μην διατηρούσε τις καλύτερες σχέσεις με την οικογένειά της, αλλά και πάλι δεν μπορούσε να τους αφήσει να πεθάνουν. Δεν είχε αυτό το δικαίωμα. Εκείνη έφταιγε που είχαν φυλακιστεί. Όφειλε να τους σώσει, τόσο για να ησυχάσει το είναι της, όσο και για τα Μεγάλα Πνεύματα που την παρακολουθούσαν από ψηλά. Στο παρελθόν είχε σφάλλει αμέτρητες φορές. Τώρα, της δινόταν η ευκαιρία να αναζητήσει τη συγχώρεση. Αν δεν τα κατάφερνε, θα πέθανε. Ήταν και αυτή μια αξιοπρεπής επιλογή.

Ακούμπησε το τραυματισμένο αριστερό της χέρι στην πόρτα. Έκανε να στρίψει το πόμολο. Εκείνο παρέμενε ακίνητο. Δυστυχώς, έπρεπε να βάλει δύναμη, αλλά ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα προκαλούσε τόσο θόρυβο ώστε να ακουστεί από τον μάγο. Έπρεπε να ρισκάρει. Πάτησε γερά στο έδαφος. Έριξε το βάρος της πάνω στο σίδερο και γύρισε το πόμολο συνεχίζοντας να πιέζει. Η πόρτα κουνήθηκε για μερικά εκατοστά χωρίς να βγάλει κάποιον θόρυβο. Από τη μικρή χαραμάδα που είχε ανοίξει, δεν φαινόταν τίποτα παραπάνω από απόλυτο σκοτάδι. Έψαξε μανιασμένα στο τζάκετ της για να βρει αναπτήρα ή σπίρτα. «Σκατά», βλαστήμησε σκουπίζοντας τον ιδρώτα της. Για κάποιο λόγο ένιωθε να ζεσταίνεται υπερβολικά. Γύρισε προς το κηροπήγιο. Η φωτιά του είχε διπλασιαστεί, ενώ το κερί δεν έλιωνε.

Έβγαλε το στιλέτο από τον γυμνασμένο γοφό της καθώς προχωρούσε ανάλαφρα προς το κηροπήγιο. Οι αισθήσεις της δεν είχαν ενεργοποιηθεί ακόμα. Προς το παρόν δεν αισθανόταν κάποιον σοβαρό κίνδυνο. Άπλωσε το ελεύθερο χέρι της προς το κηροπήγιο. Άγγιξε αρχικά με τα ακροδάχτυλά της τη βάση για να διαπιστώσει αν μπορούσε να το πιάσει. Ήταν παγωμένο παρά την αφόρητη ζέστη του δωματίου και την καλοζωισμένη φλόγα του. Το έκλεισε στο αριστερό της χέρι και το σήκωσε από το κομοδίνο. Με το που σηκώθηκε, η σιδερένια πόρτα άνοιξε διάπλατα χωρίς να προκαλέσει τον παραμικρό θόρυβο.

Η κοπέλα είχε μείνει αποσβολωμένη να κοιτάζει το θεοσκότεινο κενό, που χώριζε το δωμάτιό της με το επόμενο. Έφερε στον νου της τον υποτιθέμενο χάρτη που της είχε δείξει ο Ουάφι στο υπαίθριο παζάρι της πόλης Τζαμίλα. Κανονικά δεν έπρεπε να υπάρχει δωμάτιο, αλλά σκάλες, που να σε οδηγούν στο υπόγειο. Έβγαλε έναν δυνατό αναστεναγμό καθώς ξεκινούσε να προχωράει προς το άγνωστο. Παρότι πλησίαζε όλο και πιο κοντά, το σκοτάδι δεν υποχωρούσε. Σιχτίρισε και άφησε το κηροπήγιο να πέσει κάτω. Όπως περίμενε, η φωτιά δεν εξαπλώθηκε. Παρέμεινε εκεί να φωτίζει το τίποτα. Είχε παρατηρήσει ότι φωτιζόντουσαν συγκεκριμένα σημεία στον χώρο παρά τη μετακίνηση της φωτιάς. Είχε έρθει η ώρα να διεισδύσει στο σκοτάδι. 

Πέρασε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο τότε και τώρα, ανάμεσα στην ελευθερία και το αδιέξοδο, τη γραμμή που είχε καταπιεί όλους εκείνους που έψαχναν εκδίκηση και ένα όνειρο που δεν συμβάδιζε με την πραγματικότητα ή μια πραγματικότητα που δεν συμβάδιζε με το όνειρο. Πήρε βαθιά ανάσα και το δεύτερο πόδι της πάτησε το λείο έδαφος. Το σκοτάδι χάθηκε μονομιάς. Στο βάθος του δωματίου, δίπλα σ’ ένα πορτραίτο με μια ακαταλαβίστικη γραφή, στεκόταν μια λεπτή γερασμένη φιγούρα. Τα μάτια της ήταν κατάμαυρα σαν την άβυσσο του σύμπαντος. Η γενειάδα της ήταν κάτασπρη και θεόπυκνη σαν χιονοστιβάδα. Στα τραυματισμένα του χέρια κρατούσε ένα περιδέραιο, πρέπει να ήταν το Ταρίκ Μασντούντ.

«Άχλαν ουά σάχλαν» είπε χαμογελώντας. Η ξωτικιά τον κοίταζε παγωμένη. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε πει. Η γλώσσα που χρησιμοποιούσε της ήταν άγνωστη. Σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν εκείνη η αλλόκοτη γλώσσα, που είχε καταστραφεί πριν από έναν αιώνα, στη μάχη των Δυτικών με τους Άραβες, αραβικά πρέπει να λεγόταν. Γνώριζε ότι υπήρχαν ακόμα μερικοί ομιλητές στον κόσμο, μα ποτέ της δεν είχε συναντήσει κάποιον. «Καλώς ήλθες» είπε στη γλώσσα της ο Αμπντούλ Μπασίρ, κατεβάζοντας τη λιγδιασμένη κουκούλα που του κάλυπτε το κεφάλι.

«Καλώς σε βρήκα», απάντησε βαριανασαίνοντας η νεαρή ξωτικιά. Η ατμόσφαιρα του δωματίου ήταν ιδιαίτερα βαριά λόγω της σκόνης και της υγρασίας. Παράλληλα, από τη μεριά του μάγου ερχόταν μία ανυπόφορη μυρωδιά μούχλας. Τον κοίταξε καλύτερα. Στο κεφάλι του υπήρχαν κάτι σκοτεινά εξογκώματα. Πρέπει να ήταν βαριά άρρωστος. Αν έκρινε από τη σημάδια, δεν του έμεναν παραπάνω από λίγες μέρες ζωής.


«Σε περίμενα. Ξέρω τι θέλεις από μένα και είμαι διατεθειμένος να στο δώσω, αλλά θα πρέπει να με ακούσεις πρώτα και στη συνέχεια να μου δώσεις τον λόγο σου. Βλέπω την ψυχή σου, δεν είναι κακή. Μπορεί να πιστεύεις το αντίθετο, αλλά πίστεψέ με, μέσα σου υπάρχει καλοσύνη», σταμάτησε να μιλά προς στιγμήν. Το σώμα του τραντάχτηκε και ξεκίνησε να φτύνει αίμα. «Είμαι πολύ άρρωστος για να συνεχίσω να φυλάω το περιδέραιο του Αδιεξόδου. Νομίζω αυτή είναι η καλύτερη μετάφραση του ονόματός σου στη γλώσσα σου. Ονομάζεται έτσι γιατί έχει την ικανότητα να σου βρίσκει διεξόδους σε όλες τις αδιέξοδες καταστάσεις της ζωής. Να θυμάσαι όμως, δεν είναι πάντα καλό να αποφεύγεις το αδιέξοδο. Κάποιες φορές στη ζωή σου, θα πρέπει να το υπομένεις και να πολεμάς. Δεν μπορείς να ξεφεύγεις για πάντα, να ζεις σαν φυγάς. Ταάλ!» φώναξε κουνώντας σπασμωδικά τα χέρια του προς το μέρος του.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και βάλθηκε να προχωράει αργά προς το μέρος του. Τον πλησίασε σε απόσταση αναπνοής. Εκείνος προέταξε το περιδέραιο προς το μέρος της. «Πρέπει να μου υποσχεθείς ότι θα προφυλάξεις το περιδέραιο από το κακό. Δεν πρέπει να πέσει στα χέρια τους, διαφορετικά ο κόσμος που γνωρίζουμε θα προχωρήσει ακόμα περισσότερο προς την καταστροφή, το μίσος και τον θάνατο. Αυτό δεν πρέπει να συμβεί! Υπόσχεσαι να διαφυλάξεις το Ταρίκ Μασντούντ;» ρώτησε ο Αμπντούλ Μπασίρ, καταβάλλοντας ταυτοχρόνως τεράστιες προσπάθειες για να μην βήξει και φτύσει αίμα.

Εστίασε στα μάτια του μάγου. Βυθίστηκε στο βλέμμα του. Ήρθε αντιμέτωπη με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της. Ήξερε ότι δεν έπρεπε να απαντήσει θετικά στην προτροπή του ετοιμοθάνατου. Το περιδέραιο, που είχε στιγματίσει τον κόσμο της, θα της άλλαζε για πάντα τη ζωή. Κατά κάποιον τρόπο θα αναγκαζόταν να πάρει τη θέση του, να ζήσει μια μίζερη ζωή μ’ έναν μόνο σκοπό. Και η οικογένειά της; Τι θα γινόταν αν δεν έφερνε το περιδέραιο πίσω; Σίγουρα θα σκότωναν τόσο τους γονείς της όσο και τα αδέρφια της. Έπρεπε να είχε περισσότερο χρόνο να σκεφτεί, να ζυγίσει τις επιλογές της και να επιλέξει το ορθότερο. Η κατάμαυρη άβυσσος των ματιών του είχε αρχίσει να τρεμοπαίζει. Ίσως, βαθιά μέσα του να γνώριζε ήδη την κατάληξη, αλλά γιατί ο Μπασίρ είχε δεχτεί να της δώσει μια εναλλακτική διαφυγή; Ήταν δυνατόν να είχε κάνει την ίδια προσφορά και σε όλους τους προηγούμενους;

Η ξωτικιά χάιδεψε απαλά το στιλέτο της. Ένιωσε το κάλεσμά του. Το τράβηξε από τη θήκη του και στο βλέμμα του πανίσχυρου μάγου, που ονειρευόταν  έναν ειρηνικό κόσμο, σχηματίστηκε ένας ανείπωτος τρόμος. Είχε λανθάνει, τα χρόνια είχαν αποδυναμώσει τις ικανότητές του. Θέλησε να τραβήξει μακριά το περιδέραιο, να το κρύψει σ’έναν παράλληλο κόσμο, μα ήταν πλέον αργά. Το στιλέτο κάρφωσε την καρδιά του. Δεν έβγαλε κάποιον ήχο. Μοναχά κοίταξε μια τελευταία φορά με έκδηλο οίκτο τη ξωτικιά. Ύστερα, το κορμί του απελευθερώθηκε. Έγινε σκόνη, και χάθηκε μακριά καθώς ένα κρύο αεράκι φύσηξε από το σπασμένο παράθυρο του δωματίου.

Ένιωσε το αεράκι να την χτυπάει. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι το δωμάτιο είχε παράθυρο. Ξαφνικά, όλα σ’ αυτό το σπίτι της φαίνονταν φυσιολογικά. Ήταν σαν ο θάνατος του μάγου να έχει εξαφανίσει τη μαγεία του χώρου. Τυλίχτηκε καλύτερα με το κοκκινωπό της σάλι και έσκυψε για να παραλάβει το περιδέραιο. Ακόμα και εκείνο της φαινόταν πλέον μια φτηνή απομίμηση ενός κόσμου που είχε χαθεί. Το περιδέραιο του Αδιεξόδου δεν απόπνεε τίποτα πια. Το φόρεσε γύρω από τον καλλίγραμμο λαιμό της, έβαλε το στιλέτο πίσω στη θέση του και ξεκίνησε να περπατάει γρήγορα προς την έξοδο.

Η μέρα είχε δώσει τη θέση της στη νύχτα. Κάθισε στο κατώφλι του σπιτιού. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Έβγαλε τον καπνό και τα χαρτάκια. Έστριψε ένα τσιγάρο και πήγε προς το σάκο που είχε κρεμάσει στη σέλα του αλόγου της. Έβγαλε τα σπίρτα. Άναψε το τσιγάρο και βάλθηκε να κοιτάει το ερημικό τοπίο. Δεν μπορούσε να ξεχάσει τα τελευταία λόγια του Αμπντούλ Μπασίρ. Της φαινόταν σαν να τα έχει ακούσει αμέτρητες φορές…

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου